Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Άτιμη κουμπάρα ...

Μιά πικάντικη χιουμοριστική ιστορία, άλλης εποχής...

Πηγαιμένος απ το χάραμα στην πόλη είχε φορτώσει στη σούστα του τσιμέντο και το κορμί της φοράδας έσταζε ιδρώτα.

-Χάι μωρή! Της σφύριξε το καμουτσί ο Μίλτος. Κουράγιο ώσπου να φτάσουμε στου κουμπάρου κι απέ θα σου βάνω τορβά να ξανασάνεις.

Περισσότερο για τον εαυτόν του τάλεγε ο Μίλτος. Άνθρωπος που του αρέσανε τα «ξυνά», μουσμουλευότανε από καιρό την κουμπάρα, κι όποτε είχε πέρασμα κατά κείθε τον έπιανε φαγούρα. Δεν ήτανε όποια κι όποια η κουμπάρα. Στρουμπουλή και ροδομάγουλη έσταζε αίμα από την αψάδα και σου κόρφωνε φωτιές όταν την έβλεπες. Φτασμένη, μόλις, στα τριάντα λικνιζότανε σαν την πέρδικα κι όταν περπάταγε στο χωριό αναστενάζανε οι άντρες.
Αναστέναζε κι ο Μίλτος που την θυμότανε, κι όλο σφύριζε το καμουτσί του για να φτάσει πρωτινότερα.
-Χάϊντε και φτάσαμε….
Τον βοήθησε κι η τύχη. Χτυπώντας στου κουμπάρου το σπίτι, τον υποδέχτηκε μόνη της η κουμπάρα. Λαχταριστή κι ολόδροση του άνοιξε χαμογελαστή την αυλόπορτα και τούδειξε όλη την ευχαρίστηση.
-Βρε καλώς τον κουμπάρο.
Πολύ τόθελε να την κλειδώσει στην αγκαλιά του ο Μίλτος, αλλά την τελευταία στιγμή κρατήθηκε και της χούφτιασε μόνο το χέρι.
-Ο κουμπάρος που είναι;
-Πήγε να θειαφίσει τα’ αμπέλι.
-Μεσημεριάτικα;
-Δε γινόταν αλλιώς. Απ το πρωί πάλευε μ’ άλλες δουλειές και τα κατάφερε να φύγει τώρα. Δε θάχει ξεβγεί ακόμα απ το χωριό.



Ο Μίλτος έκανε πως στενοχωρήθηκε με τούτη την «ατυχία», μα στο βάθος καταχάρηκε η ψυχή του.. Φρόντισε τη φοράδα με μια αγκαλιά σανό, της έβενε κι ένα κουβά νερό κι έπειτα πέρασε στ αρχοντικό να ξεϊδρώσει κι ό ίδιος.
-Να σου φτιάξω τίποτε κουμπάρε;
-Αν δεν σου κάνει κόπο ένα καφέ.
-Αμ στόχω έτοιμο αυτό. Αλλά λέω μήπως πεινάς να σου τηγανίσω αυγά.
Αν και είχε φάει στην πόλη δεν αντιρρήθηκε. Τόκανε από σκοπού για να πάρουν τά πράματα καθυστέρηση.. Έβλεπε την κουμπάρα που πηγαινοερχότανε φουριόζα και τριζάτηκαι μέσα του κολαζότανε με λαχταριστές επιθυμίες.
-Πως πάνε οι δουλειές σας κουμπάρα;
-Καλά, καλά κουμπάρε, και να με σχωρνάς που σου μιλάω απ’ το παραγώνι. Μόλις τελέψω με τα’ αυγά θάμαι πάλι κοντά σου.
Αλλά ο Μίλτος έκαανε κάτι πιο πρακτικό. Αντίς να περιμένει νάρθει η κουμπάρα κοντά του πήγε αυτός στο παραγώνι. Έβανε την καρέκλα του πίσω της και την έτρωγε με λαίμαργες ματιές καθώς ανασηκωνότανε να φουντώσει τη φωτιά. Μα δεν έλεγε να φλογώσει. Μπουκωμένη από χλωρές καπνόβεργες κάπνιζε σα φουγάρο και η κουμπάρα όλο τσάκιζε το κορμί της να φυσάει.

Ήταν η στιγμή που τα μάτια του Μίλτου αλλοιθώρισαν. Με το σκύψιμο η κουμπάρα, φανέρωσε όλο τον πειρασμό των ποδιών της και το αίμα του Μίλτου φουρφουλιάστηκε. Ένιωσε κάτι σαν κάψιμο στο λαιμό του και ξερόβηξε να μη πάθει.
-Είπες τίποτε κουμπάρε;
Πώς να μιλήσει ο Μίλτος. Κορωμένος απ την άψη του, έμοιαζε με φρουμασμένο ταυρί και βαριανάσαινε ανήμπορα. Το ευτύχημα που η κουμπάρα κατακάθισε. Η φωτιά άρπαξε ξαφνικά και το τηγάνι πήρε τη θέση του πάνω στην πυροστιά. Έτσι κι άρχισε ν’ αχνίζει το λάδι, η κουμπάρα έσπασε τέσσερα αυγά που τάφερε εκείνη την ώρα απ τους φόλους. Όμως παλεύοντας το πηρούνι να μη κολλήσουν αφαιρέθηκε πάλι με τα πόδια της και τούτη τη φορά ο Μίλτος δεν άντεξε. Όπως τάδε τορνευτά και καλοδεμένα όρμησε καταπάνου της.
-Αμάν και δε μπορώ άλλο κουμπαρα μου!
Απόμεινε η κουμπάρα ώσπου να καταλάβει. Όταν όμως συνήρθε από τη σαστισμάρα της αρπάζει το τηγάνι από την ουρά και το βροντάει στο κεφάλι του κουμπάρου.
-Πάρτηνε για να μάθεις.
?χνα δεν έβγανε ο Μίλτος.

Τσουρουφλισμένος και με καρούμπαλο στην κορφή του βγήκε στην αυλή ντροπιασμένος και πάσκιζε να ξεκολήσει τα’ αυγά από πάνω του.. Ξεπλύθηκε όπως- όπως κι ύστερα πιάνοντας τη φοράδα από τα χαλινάρια την έσουρε προς το δρόμο.
Δεν πρόλαβε να ξεβγεί είκοσι μέτρα και συναντιέται με τον κουμπάρο.
-Βρε κουμπάρε στο χωριό μου βρίσκεσαι και να μη τοξέρω; Γύρνα στο σπίτι μου να τα πούμε.
-Βιάζομαι λίγο κουμπάρε.
-Βιάζεσαι ξεβιάζεσαι εγώ δεν τα καταλαβαίνω. Τώρα που συντυχήσαμε θα κεραστούμε. Όμως εδώ στο κεφάλι σου γιατί είσαι χτυπημένος;
-?στα ξεροκατάπιε ο Μίλτος. Το πρωϊ πουπέρναγα τα χάμουρα της φοράδας, γύρισε απότομα και με δάγκωσε.
-Είδες το παλιόπραμα αγανάχτησε ο άλλος.
Ο Μίλτος κούνησε το κεφάλι του σα να συμφωνούσε κι ύστερα ρώτησε
-Εσύ πως εδώθε κουμπάρε;
-Εχασα το μυαλό μου. Επήγαινα θειαφίσω τα’ αμπέλι και ξέχασα το θειαφιτήρι.
Οι δυό άντρες γέλασαν και γύρισαν προς τα πίσω. Πρώτα ο νοικοκύρης άνοιξε την πόρτα του και φώναξε δυνατά
-Μωρ’ κυρά. Για έβγα όξω και σου φέρνω τον κουμπάρο.
-Ποιόν κουμπάρο;
-Τον κουμπάρο Μίλτο μωρέ, μήπως έχουμε κι άλλο κουμπάρο;
Καμώθηκε εκείνη πως τον έβλεπε πρώτη φορά και τούδωσε μουδιασμένη το χέρι της. Τότε ο άντρας της βιάστηκε να την πληροφορήσει και για τα’ άλλα.
-Για φρόντισε τώρα να τον περιποιηθούμε λιγάκι γιατί είναι και βαρεμένος.
-Ο κουμπάρος; Τα σάστισε εκείνη.
-Είναι χτυπημένος για τα καλά. Όπως πήγε να ζέψει το πρωϊ τη φοράδα, γύρισε η αφιλότιμη το κεφάλι της και τούβανε τα δόντια.
Έκανε πως απόρησε η κουμπάρα. Έπειτα πρόσεξε με σημασία τον κουμπάρο και του είπε:
-Τη χάϊδεψες καθόλου ρε κουμπάρε προτού τη ζέψεις;
-Όχι αποκρίθηκε ξερά ο Μίλτος.
-Εμ γιαυτό καημένε σε δάγκωσε, του έκανε πονηρά. Πρώτα τη χαϊδεύουνε κι ύστερα της περνάνε τα χάμουρα, κατάλαβες;
Μπήκε στο νόημα ο Μίλτος αλλά ήταν πολύ αργά...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου