Πέμπτη, 5 Απριλίου 2018

Πάσχα στο Τρίστενο

Οι παιδικές αναμνήσεις από το Πάσχα στο χωριό μου Τρίστενο της ορεινής Δωρίδας μου είναι αξέχαστες και με συνοδεύουν παντού, ιδίως όταν πλησιάζει η μεγάλη αυτή Γιορτή. Τη Λαμπρή την περιμέναμε όλοι, μικροί και μεγάλοι σαν την μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, προετοιμασμένοι με αυστηρή νηστεία και μετά τη κοινωνία των αχράντων μυστηρίων.

‘Όταν πλησίαζε το Πάσχα, μια Κυριακή πρωί η γιαγιά μου είπε σε μένα και το μικρότερο αδερφό μου Γιώργο να μη φάμε τίποτα και να πάμε στην εκκλησία να κοινωνήσουμε.

Ξεκινήσαμε λοιπόν, με τον αδερφό μου, μικρό τότε 5 χρόνων, και προχωρώντας μέσα απ’ τους κήπους, χάριν συντομίας, βρήκαμε στο δρόμο μας ένα καταπότι νερό ποτιστικό. Για να μη βραχεί ο αδερφός μου τον πήρα καβάλα, αλλά μου μύρισε κρεμμύδι. Τον μάλωσα γιατί έφαγε αφού έπρεπε να μεταλάβει νηστικός και εκείνος κλαίγοντας μου είπε ότι το ξέχασε και έφαγε μια «μαγκίπα», φύλλα δηλαδή από φρέσκο κρεμμυδάκι. Του έδωσα…άφεση αμαρτιών αφού επρόκειτο για εξομολογηθείσα αμαρτία και φτάσαμε στην Αγιά Σωτήρα όπου πήραμε την Πασχαλιά απ’ το δισκοπότηρο του Παπαγιώργη.

Στο σχολαρχείο του Κροκυλείου, φοιτούσαμε τότε τρία παιδιά, ο Γιάννης Ανδρίτσου, ο μακαρίτης Παναγιώτης Κουφασίμος και εγώ, και σαν πιο..εγγράμματος με έμαθε ο παπαΓιώργης λίγες βδομάδες πριν το Πάσχα, την ψαλμωδία των εγκωμίων του επιταφίου θρήνου. Θυμάμαι την ταραχή όταν μπροστά στο εκκλησίασμα αντήχησαν οι φωνούλες μας με το «η ζωή εν τάφω». Η περιφορά γινόταν μέσα στη σιγαλιά της νύχτας γύρω απ’ την εκκλησία του Σωτήρος με την πένθιμη υπόκρουση της γλυκόλαλης καμπάνας και με ζωγραφισμένη την ευλάβεια των χωριανών.

Όταν έγινε η περιφορά και ο επιτάφιος ευωδιαστός απ’ τις λελέντες, τις βιολέτες και τα καρυόφυλλα, σταμάτησε μπροστά στην κλειστή εξωτερική πύλη και ο παπα Γιώργης με τη μελωδική του φωνή αναφώνησε: «Άρατε πύλας άρχοντες υμών και επάρθητε πύλαι αιώνιοι και εισελεύσηται ο Βασιλεύς της δόξης» .

Ο νεοκόρος μέσα απ’ την πύλη ρώτησε: «Τις εστί ούτος ο Βασιλεύς της δόξης»; και ο παπα Γιώργης απάντησε: «Κύριος κραταιός και δυνατός εν πολέμω, Κύριος των δυνάμεων, αυτός εστι ο Βασιλεύς της δόξης ..».

Ευθύς αμέσως, άνοιξε η θύρα, ανυψώθηκε ο επιτάφιος και ένας – ένας οι χωριανοί σταυροκοπιούνταν και περνούσαν κάτω απ’ τον επιτάφιο και παρακολουθούσαν με θρησκευτική κατάνυξη την ακολουθία ως το τέλος της.

Τη νύχτα του Σαββάτου κατά την Ανάσταση του Χριστού, οι στενοί δρόμοι του χωριού φεγγοβολούσαν απ’ τα κλεφτοφάναρα των παιδιών που με τους γονείς τους πήγαιναν στην εκκλησία. Μόλις ο παπάς έψαλλε το χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης «Αναστάσεως ημέρα και λαμπρυνθώμεν τη πανηγύρει και αλλήλους περιπτυξόμεθα» όλοι οι εκκλησιαζόμενοι με αναμμένα τα κεριά, αντάλλασαν το φιλί της αγάπης λησμονώντας τις διαφορές και τις παρεξηγήσεις .

Πρωί την μέρα του Πάσχα, το χωριό το σκέπαζαν οι γκριζογάλανοι καπνοί απ΄ την ετοιμασία του οβελία και η μοσχοβολιά των αρνιών που ψήνονταν γαργάλιζε τους γύρω χωριανούς. Το Τρίστενο, είναι αμφιθεατρικά χτισμένο , καταπράσινο και με φόντο τα επιβλητικά έλατα που το περιβάλλουν στην κορυφή. Κατά το έθιμο, καθένας που τελείωνε το ψήσιμο, χαιρετούσε τους γείτονες, τους συγγενείς και φίλους με μια τουφεκιά, κατάλοιπο απ’ τα έθιμα των κλεφταρματωλών, και οι χαιρετούμενοι απαντούσαν «καλώς να σε βρω» και ακολουθούσαν οι επισκέψεις, το τσούγκρισμα των αυγών και τα κεράσματα με μεζέδες και κόκκινο, μπρούσκο, κρασί. Νωρίς το απόγευμα μετά τη λειτουργία της αγάπης, έστηναν χορό στο προαύλιο της εκκλησίας, με πρώτους τους γεροντότερους, άνδρες και γυναίκες, και πρώτη τη Δημοσθέναινα ή ..Γκουβαρτίνα ..

Τα τραγούδια του χορού τα έλεγαν τα κορίτσια με άσπρα φακιόλια και τις μακριές κοτσίδες, οι νέοι ..καμάρωναν και οι γριές ..νυφοδιάλεγαν ..

Τη Δευτέρα του Πάσχα, γίνεται η λειτουργία στο ξωκλήσι της Παναγιάς και μετά ακολουθούσε φαγοπότι με στρωμένες τις «καραμελωτές κουβέρτες» και τις Σάβλες πάνω στο χλοερό γρασίδι και κάτω απ’ τις αιωνόβιες πουρνάρες. Τότε, συνηθιζόταν να ανταλλάσσουν ευχές, στέλνοντας τα παιδιά με μεζέ και ένα ποτήρι κρασί. Τα παιδιά τσούγκριζαν αυγά και όσα έσπαγαν τα κέρδιζαν κατά το έθιμο. Το φαγοπότι συνεχιζόταν με επιτραπέζια τραγούδια και ακολουθούσε μεγάλος χορός με τσάμικο και συρτό, που διακόπτονταν συνέχεια, απ’ τα κεράσματα μεζέδων και κρασιού .

Το τέλος του χορού το έκλεινε ο λεβεντόπαπας και δάσκαλος του χωριού παπα Γιώργης τον οποίο σέβονταν και αγαπούσαν όλοι .



Η Πασχαλιάτικη, αυτή, νοσταλγική ανάμνηση γράφτηκε απ’ τον Τριστενιώτη Ζήσιμο Αλεξίου και δημοσιεύτηκε στην Λιδωρικιώτικη εφημερίδα «Λιδωρίκι» του Γιώργου Καψάλη τον Μάρτιο του 1984, αριθ. Φυλ. 28.
Πηγή: http://www.lidoriki.com

Σχετική ανάρτηση: Πάσχα 1969.. στον Κονιάκο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου