Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Προξενιό, αρραβώνας και γάμος στην Αρτοτίνα

Προξενιό (συνοικέσιο)

Την εποχή εκείνη όλοι παντρεύονταν με προξενιό. Εάν τύχαινε να παντρευτεί κάποιος από έρωτα, οι κάτοικοι τον κακολογούσαν στο χωριό από θέμα ηθικής. Το προξενιό στελνόταν συνήθως από το σόι του γαμπρού, στον πατέρα της νύφης.
Στην Αρτοτίνα οι περισσότερες κοπέλες παντρεύονταν, εφόσον είχαν περάσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους. Κι αυτό, γιατί πίστευαν ότι τότε ωρίμαζαν και ήταν έτοιμες για γάμο και γενικότερα μπορούσαν να διατηρήσουν ένα νοικοκυριό (σπίτι). Ο πατέρας της νύφης έπαιρνε συνήθως την απόφαση για το μέλλον της κόρης του, αλλά αρκετές φορές ρωτούσαν και την ίδια την κοπέλα.
Προξενιό δε γινόταν όμως μόνο από τους κατοίκους του ίδιου χωριού. Όπως λένε μπορούσε να έρθει και προξενιό από μακριά, δηλαδή από τα διπλανά χωριά. Εάν το συνοικέσιο πραγματοποιούνταν, γρήγορα γίνονταν και οι αρραβώνες.
Το προξενιό γινόταν συνήθως από ηλικιωμένες γυναίκες, οι οποίες είχαν πείρα, διακριτικότητα, ευγλωττία και επίσης, το ελεύθερο να κάνουν επισκέψεις.

Αρραβώνες

Λόγω της οικονομικής δυσπραγίας που επικρατούσε εκείνη την εποχή στην Αρτοτίνα, τους αρραβώνες τους κάνανε σε κλειστό οικογενειακό κύκλο χωρίς πολλά έξοδα. Όριζαν μια μέρα, όπου ο γαμπρός και η οικογένειά του θα πήγαιναν στο σπίτι της νύφης για να πουν τα καλορίζικα, δηλαδή να ευχηθούν για τους νέους και επίσης ήταν και ένας τρόπος επισημοποίησης για την κοινή εμφάνιση των νέων. Την ίδια ημέρα οριζόταν και η ημερομηνία του γάμου, καθώς επίσης και η προίκα της νύφης, διότι μην ξεχνάμε ότι εκείνη την εποχή ήταν πολύ σημαντική η προίκα, για να παντρευτεί κανείς.
Οι γονείς της νύφης ήταν υπεύθυνοι για το «μικρό» τραπέζι που θα κάνανε στους συμπέθερους την ημέρα των αρραβώνων. Ο γάμος δεν αργούσε να έρθει. Εκεί θα γινόταν το μεγαλύτερο γλέντι.
Γάμος στην Αρτοτίνα, το 1934

Γάμος

Ο γάμος στην Αρτοτίνα διαρκούσε μια ολόκληρη εβδομάδα. Στις προετοιμασίες του γάμου συνδράμαν (βοηθούσαν) όλοι σχεδόν οι χωριανοί. Γι’ αυτούς εκείνη την εποχή ο γάμος θεωρούνταν η μεγαλύτερη και καλύτερη διασκέδαση, όχι μόνο για τα μέλη της οικογένειας αλλά και για όλο το χωριό. Τις περισσότερες φορές στο γάμο υπήρχε ζωντανή ορχήστρα. Δε λείπανε όμως και οι περιπτώσεις που διασκέδαζαν με γραμμόφωνο. Βέβαια αυτό συνέβη μετά τη δεκαετία του 1930.
Ο γάμος γινόταν πάντα την Κυριακή. Οι ετοιμασίες ξεκινούσαν όμως από τη Δευτέρα για να καταλήξουν στα στέφανα, που θα γίνονταν την Κυριακή.

Δευτέρα
Τη Δευτέρα μαζεύονταν στο σπίτι της νύφης τα ανύπαντρα κορίτσια του χωριού και ιδιαίτερα της γειτονιάς και έπλεναν την ασπρική της νύφης, δηλαδή τα προικιά της.
Επίσης έκαναν και δουλειές του σπιτιού , για να το ετοιμάσουν για τον γάμο. Η ημέρα περνούσε με τέτοιου είδους δουλειές, όπου πρωταγωνιστές ήταν κυρίως οι γυναίκες και ιδιαίτερα από το σόι της νύφης.
Επίσης την ίδια μέρα γίνονταν οι προσκλήσεις όσων θα παρευρίσκονταν στο γάμο. Το κάλεσμα γινόταν από κορίτσια και αγόρια. Τα κορίτσια είχαν ένα πανέρι στο οποίο έβαζαν μέσα τα κουφέτα. Τρία κουφέτα ήταν τυλιγμένα σε πολύχρωμες διαφανείς κόλλες και δίνονταν σε όσους θα προσκαλούσαν και στα προικιά. Τα αγόρια κουβαλούσαν την τσίτσα (βλέπε λεξιλόγιο) που ήταν γεμάτη κρασί και ήταν στολισμένη με βασιλικό και μαντζουράνες. Το κάλεσμα ήταν ένα χαρτί που έγραφε την ημερομηνία και την ώρα του γάμου. Μπροστά πήγαιναν τα αγόρια που έδιναν το κάλεσμα και κερνούσαν με την τσίτσα και πίσω ακολουθούσαν τα κορίτσια με τα πανέρια.

Τρίτη
Την Τρίτη μαζεύονταν ξανά τα ανύπαντρα κορίτσια στο σπίτι της νύφης και τη βοηθούσαν να σιδερώσει τα προικιά της και να τα τοποθετήσει, ώστε να είναι έτοιμα για την ημέρα που θα ερχόταν το συμπεθερικό να τα φορτώσει στα μουλάρια.

Τετάρτη
Την Τετάρτη τρία - τέσσερα κορίτσια, των οποίων βρίσκονταν στη ζωή και οι δυο γονείς τους, πήγαιναν στο λόγγο (δάσος) με τα μουλάρια να μαζέψουν ξύλα για να ψήσουν τα σφαχτά που είχαν για το γάμο. Πολλές φορές όμως έκαναν και μαγειρευτό κρέας για εκείνη την ημέρα. Γυρίζοντας από το λόγγο τα μουλάρια, εκτός από τα ξύλα θα έπρεπε να είναι στολισμένα με μια πρασινάδα. Για το λόγο αυτό τα κορίτσια έκοβαν είτε έλατο, είτε λουλούδια, εάν έβρισκαν.
Την Τετάρτη το βράδυ τρία αγόρια και τέσσερα κορίτσια πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού, όταν ήταν από το ίδιο χωριό και ο γαμπρός, για να πάρουν τη σίτα, την οποία την έδινε η μητέρα του γαμπρού, για να κοσκινίσουν το αλεύρι. Μέσα στη σίτα που υπήρχε το αλεύρι πετούσαν χρήματα, κέρματα. Τα κορίτσια στη συνέχεια ανάπιαζαν το προζύμι, για να είναι έτοιμο για την επόμενη ημέρα, όπου θα ζύμωναν οι γυναίκες.
Το ταραγούδι που λένε κατά τη διάρκεια του αναπιάσματος και πετούν γελώντας προζύμι και αλεύρι στο γαμπρό και στη νύφη αντίστοιχα, είναι:
«σαν ψηλά λιχνάν τα ’λεύρια κι αγοράκια κοσκινάνε
Να ‘χαν μάνα και πατέρα και αδερφάκια και ξαδέρφια».

Πέμπτη
Την Πέμπτη οι γυναίκες από το πρωί άρχιζαν να ζυμώνουν το ψωμί που θα
έτρωγαν οι καλεσμένοι στο τραπέζι του γάμου. Εκτός όμως από το ψωμί ζύμωναν και
την κουλούρα. Η κουλούρα διέφερε του ψωμιού, διότι την κουλούρα την κεντούσαν.
Πολλές φορές σχημάτιζαν πάνω στην κουλούρα μια κληματαριά με σταφύλια. Αυτό
συμβόλιζε: όπως το τσαμπί το σταφύλι έχει πολλές ρώγες, έτσι και η μέλλουσα νύφη να
αποκτήσει πολλά παιδιά. Την κουλούρα αυτή την χρησιμοποιούσε η νύφη την Κυριακή.

Παρασκευή
Την Παρασκευή ήταν τα γοικώματα. Τα κορίτσια της γειτονιάς μαζεύονταν το
πρωί στο σπίτι της νύφης και γοίκωναν τα ρούχα. Την ώρα εκείνη μέσα στο σπίτι υπήρχε
και ένα αγόρι, όπου έριχνε τα ρούχα κάτω, όταν τα τακτοποιούσαν τα κορίτσια και η
διαδικασία αυτή επαναλαμβανόταν 2-3 φορές.
Την Παρασκευή το βράδυ τη ζυμωμένη κουλούρα του γαμπρού την πήγαιναν στην
νύφη. Εκεί οι κοπέλες, προσποιούνταν τη νύφη, για να πάρουν την κουλούρα. Τέλος, την
έπαιρνε η νύφη, την έσπαζε και τη μοίραζε. Ο κουλουράς έπαιρνε δώρο ένα σακούλι
φτιαγμένο στον αργαλειό. Στη συνέχεια θα στηνόταν το γλέντι.
Το συμπεθερικό ερχόταν τραγουδώντας και χορεύοντας από το σπίτι του γαμπρού.
Όταν έφτανε στο σπίτι της νύφης έριχνε ρύζι στα προκιά της και ξεκινούσαν ξανά το
χορό μέχρι που θα βασίλευε ο ήλιος.

Σάββατο
Το Σάββατο το πρωί έσφαζαν τα σφαχτά και τα έψηναν. Το βράδυ γινόταν ο
Φλάμπουρας, δηλαδή τραπέζι στο σπίτι της νύφης και του γαμπρού, χωριστά.
Τραγούδια που λέγονταν στο τραπέζι:
«ο Ήλιος μες τα σύννεφα σαν τον τροχό γυρίζει
Κι εμένα την αγάπη μου άλλος την τριγυρίζει.
Ως πότε αγάπη μου θα κρύβεσαι μες τις εννιά καμάρες;
Θα 'ρθει καιρός να κρύβεσαι μες τις δικές μου αγκάλες.
Θα 'ρθει καιρός να σε φιλώ μπροστά στον αδελφό σου. (στα τρία , κουνιστός)
«ν' ανοίξω τ’ αχειλάκι μου να πω ένα τραγουδάκι
Να νοστιμίσει κι ο χορός να μπει ο κόσμος όλος.
Μπροστά χορεύουν οι όμορφες και πίσω οι μαυρομάτες
Κι εκεί στα δίπλα του χορού χορεύει η ζερβοπούλα.
Κι ο βασιλιάς εδιάβαινε με όλο του τ’ ασκέρι.
Θεέ μ' να μην ήμουν βασιλιάς, να μην ήμουν κοσμοκρίτης
Θε να μπαινα να χόρευα σε Ζερβοπούλας χέρι.
Να κρουε το φεσάκι μου σε Ζερβοπούλας ώμο.
Να κρουε το σπαθάκι μου σε Ζερβοπούλας μέση.
Να κρουε η φουστανέλα μου σε τσόχινο φουστάνι.
Να κρουαν τα τσαρούχια μου σε λιόκενα τσαρούχια».
Το Σάββατο το βράδυ, όταν έφτιαχναν το γαμπρό, τραγούδαγαν:
«σιγαλά κι αγάλια- αγάλια τρίχα να μην του κόψετε από τα ...»

Κυριακή
Την Κυριακή γίνονταν τα στέφανα. Τα κορίτσια της γειτονιάς ξεκινούσαν από το πρωί να στολίζουν τη νύφη. Τα στέφανα γίνονταν το μεσημέρι κατά τις τρεις η ώρα.
Το σόι του γαμπρού ξεκινούσε από το σπίτι του έχοντας στολισμένα τα άλογα και πήγαιναν στο σπίτι της νύφης για να φορτώσουν τα προικιά. Μπροστά πήγαινε ένας καβαλάρης τον οποίο τον ονόμαζαν «σχαρκιάρ». Αυτός πήγαινε στο σπίτι της νύφης για να τους πει τα «σχαρίκια», δηλαδή ότι φτάνουν οι συμπέθεροι. Έμπαινε στο σπίτι κι, αφού τον κερνούσαν, πήγαινε στο δωμάτιο, που ήταν ο γοίκος, έπαιρνε ένα μαξιλάρι κι έφευγε πηγαίνοντας να συναντήσει το γαμπρό.

Ο γαμπρός, όταν έφευγε από το σπίτι του μαζί με τα όργανα, πήγαινε στο σπίτι του κουμπάρου για να τον πάρουν. Ένα μικρό παιδί κρατούσε το δίσκο με τα στέφανα και πήγαινε μπροστά. Πίσω ακολουθούσε ο γαμπρός με τον κουμπάρο. Πιο πίσω ο παπάς και μετά οι συμπέθεροι. Όλοι μαζί πήγαιναν να πάρουν τη νύφη.

Όταν ο γαμπρός πήγαινε στη νύφη τραγούδαγαν:
«φκήσου με, μανούλα μ’, φκήσου με, τώρα στο κίνημά μου».
Επίσης η ευχή που του έδιναν ήταν: «μονός να πάει, διπλός να ‘ρθει».
Όταν έφταναν κοντά στο σπίτι της νύφης τραγούδαγαν:
«στα δασιά ειν’ τα κυπαρίσσια, σαν του κυρ γαμπρού τα σπίτια.
Για αριέψετε κάμποσοι να διαβεί ο γαμπρός κι η νύφη».

Όταν έφταναν στο σπίτι της νύφης οι συμπέθεροι ξεκινούσαν να φορτώνουν τα προικιά της νύφης στα άλογα. Τα κορίτσια και τα αγόρια έπαιρναν τα πανέρια ή τις κανίστρες με τα σερβίτσια. Αφού τελείωνε το φόρτωμα, ξεκινούσαν να φύγουν για να πάνε να ξεφορτώσουν στο σπίτι του γαμπρού τα προικιά. Πρώτα έφευγε αυτός που κρατούσε την εικόνα με το σταυρό. Ακολουθούσαν αυτοί που κρατούσαν τις γλάστρες, μετά το σίδερο και μετά τα παιδιά με τα πανέρια και τα άλογα με τα προικιά. Στο σπίτι της νύφης τραγουδούσαν τα κλάματα.

Κλάματα:
Φεύγω μην κλαίτε φίλοι μου,
Και εσείς εχθροί χαρείτε
Φεύγω και αποχαιρετώ,
τη γειτονιά τριγύρω
κι αφήνω τη μανούλα μου
σα μαραμένο φύλλο.
Έχετε γεια ψηλά βουνά
Και σεις κοντές ραχούλες
Έχετε γεια γειτόνισσες
Και σεις γειτονοπούλες.
Έλα μανούλα μου γλυκιά
Για να σε χαιρετήσω,
Σήμερα φεύγω μακριά
Και δωσ' μου την ευχή σου.
Έλα πατέρα μου χρυσέ,
Να σ' αποχαιρετήσω
Σήμερα φεύγω μακριά
Και δωσ' μου την ευχή σου.
Λάτε αδερφάκια μου γλυκά
Να σταυροφιληθούμε
Σήμερα ξεχωρίζουμε
Και σαν αδέρφια εγκαρδιακά
Ποτέ δεν ξανασμούμε.
Όταν έβγαινε η νύφη έξω τραγούδαγαν:
«έβγα εικόνα εικονισμένη και μηλιά λελουδιασμένη.
- για δε βγαίνω, για δε μπαίνω, τον αετό μου περιμένω,
Να με πάρει από το χέρι σαν αετός το περιστέρι.
Όταν έφευγε η νύφη από το σπίτι της τραγούδαγαν:
«ευκήσου, μανούλα, ευκήσου με τώρα στο κίνημά μου,
Γιατί θα πάω μακριά στα ξένα και θα γελούν με μένα»

Ο γαμπρός στη συνέχεια πήγαινε στην εκκλησία, πιο πίσω πήγαινε και η νύφη συνοδευμένη από τον πατέρα της και τον αδερφό της. Οι νεόνυμφοι θα συναντιόνταν μέσα στην εκκλησία, όπου ο πατέρας κι ο αδερφός παρέδιδαν τη νύφη στο γαμπρό. Όταν τέλειωνε ο γάμος, έξω από την εκκλησία υπήρχε ένα στολισμένο άλογο. Αυτό ήταν στολισμένο με το δεσάκι (βλ. γλωσσάρι) και με λουλούδια. Μέσα στο δεσάκι από τη μια πλευρά η νύφη είχε την κουλούρα και την τσίτσα και από την άλλη τα δώρα, που θα πήγαινα στα πεθερικά της. Μαζί της η νύφη είχε κι ένα σακούλι και μέσα είχε κουφέτα και μια μαρούδα (βλ. γλωσσάρι), που είχε τρεις πρόκες, ρύζι, ένα ρόδι και ένα μήλο.
Όταν έφταναν στου γαμπρού το σπίτι από μακριά οι κοπέλες έλεγαν:
«έβγα μάνα, πεθερούλα να πεζέψεις τη νυφούλα.
Μην τη δείρεις, τη μαλώσεις, κιλιμάκι να της δώσεις.
Πέτα μήλο, πέτα ρόδο, πέτα δροσερό σταφύλι».

Όταν έφτανε στο σπίτι του γαμπρού η νύφη και κατέβαινε από το άλογο, έβγαζε τη μαρούδα και έπαιρνε τις πρόκες και τις πέταγε πάνω στη σκεπή για να σιδερώσει το σπίτι. Στη συνέχεια πετούσε το ρόδι να σπάσει σε μια γωνία για γούρι και πέταγε δεξιά κι αριστερά της τα κουφέτα. Στην πόρτα του σπιτιού την περίμενε η πεθερά της κρατώντας ένα δίσκο, την κερνούσε γλυκό, καρύδι ή λουκούμι και στη συνέχεια έδινε και στο γαμπρό. Η πεθερά είχε τοποθετήσει στην πόρτα του σπιτιού ένα σίδερο το οποίο θα πατούσε η νύφη όταν θα έμπαινε στο σπίτι.
Τη στιγμή αυτή δίνονταν τα ζώσματα (βλ. γλωσσάρι) από τη νύφη στους συγγενείς του γαμπρού. Έδινε στον πεθερό της πουκάμισο, στην πεθερά της φόρεμα ,παπούτσια, κάλτσες και μαντήλι, στα κουνιάδια της πουκάμισο και χειρομάντηλο και στις κουνιάδες της φόρεμα. Τα ρούχα αυτά θα τα φορούσαν οι συγγενείς το βράδυ στο τραπέζι.
Το βράδυ πήγαιναν κάποιοι από το σόι του γαμπρού τραγουδώντας και χορεύοντας να πάρουν τους συγγενείς της νύφης για το τραπέζι. Στη συνέχεια ακολουθούσε το γλέντι.

από την Διπλωματική Εργασία της Δάβουλου Παναγιώτας
Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας (Τρίκαλα, 2007)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου