Κυριακή, 8 Ιουλίου 2018

Η μάχη της Καλλίπολης

 Στο βράχο που ο κόρακας σβήνει, γέρνοντας στα κρουσταλλένια νερά του Μόρνου κι απλώνει το γεφύρι του Στενού, τα παλιά-παλιά χρόνια, ανθούσε πόλη έμορφη, η Αιτωλική Καλλίπολη. Στις μέρες μας, ένα γκρενισμένο τείχος και σωρός ονόματα, σπαρμένα δω κι' εκεί, μαρτυράνε του τόπου τούτου του δύστυχου, τη μοίρα.


Ξεχασμένοι, στριμωγμένοι, ανάμεσα στη Γκιώνα και τα Βαρδούσια οι Καλλιπολίτες, πνιγμένοι στην αφάνεια, καρτέραγαν την τρανή στιγμή, να τους υψώσει - αστέρια και ήλιους  - στην ιστορία, τη γιομάτη θυσίες. Και τη "στιγμή", την έφεραν οι Γαλάτες.

Κάπως έτσι έγινε τότε. Οι Γαλάτες (Κέλτες) απ' τον 5ο π.Χ αιώνα, διάβηκαν τις Άλπεις, πλημμύρισαν την πεδιάδα του Πάδου, κι' από εκεί ξαπλώθηκαν - αργότερα - στη Μακεδονία. Νομαδικός λαός, με πολλές πατριές και μη έχοντας ξεπεράσει την οργάνωση του γένους, ζούσε απ' το πλιάτσικο πού 'κανε κάθε κλάδος, για δικό του λογαριασμό και μόνο.
  



Το Φθινόπωρο του 279, ο τρομερός Βρέννος - με συνάρχοντά του τον Ακιχώριο - έπεισε και τους υπόλοιπους αρχηγούς να ξεχυθούν κάτω απ' τον Όλυμπο, βάζοντας στο μάτι τους Δελφούς και τ' άλλα πλούσια ιερά. Για την καινούρια του επιχείρηση, μάζεψε πολύ στρατό. Πάρα πολύ. Ο Παυσανίας , μιλάει για 152.000 πεζούς και 61.000 ιππείς, με τους υπηρέτες τους. ( Βέβαια τόσοι δεν μπορεί να' ταν, γιατί αν βάλουμε πως σαν νομάδες, έσερναν μαζί και τις οικογένειές τους, θα 'φταναν το ένα εκατομμύριο ψυχές, πράγμα αδύνατο). Άλλοι λένε πιό λίγους. Κι η αλήθεια δεν βρίσκεται, όσοι όμως μαζεύτηκαν , 20 - 30.000 μάλλον - ήταν αρκετοί.

Σύμμαχός τους, μπροστά, έτρεχαν οι διαδόσεις, μια φήμη που τους ήθελε απάνθρωπους, τρομερούς, σκληρούς, ανθρωποφάγους κι ότι άλλο χώραγε ο νους. Τούτο ξύπνησε τους Έλληνες, τους έκανε να παρατήσουν τις φαγωμάρες και να ενωθούν, για να σταθούν εμπόδιο στον εχθρό, που θόλωνε τον ουρανό με τον κουρνιαχτό που σήκωναν οι πολεμιστές του.

 

Τριάντα χιλιάδες άντρες αρματώθηκαν στις Θερμοπύλες , βάζοντας αρχηγούς - για την παλιά δόξα και για τ' ότι στεόλαν και μεγάλη δύναμη - στους Αθηναίους, μ'επικεφαλής τον Κάλλιπο. Οι Αιτωλοί κι οι Οζόλες Λοκροί, έδωσαν το "παρών" στο εθνικό αυτό προσκλητήριο με αρκετούς πεζούς - κατάλληλους για κάθε είδους μάχη -  μπόλικο ιππικό, εφτακόσιους ενενήντα "ψιλούς" και πάνω από εφτά χιλιάδες οπλίτες, με στρατηγούς τους: Πολύαρχο, Πολύφρονα και Λακράτη. Στην πρώτη κρούση των επιδρομέων, η ατσαλένια θέληση των υπερασπιστών τους τσάκισε και τους ξανάστειλε στη Θεσααλία. Ο Βρέννος , ψύχραιμος , γερός οδηγητής , δεν τα 'χασε.

Για να τους αναγκάσει να φύγουν εξασθενίζοντας τη φρουρά, χώρισε τους μισούς πεζούς, πρόσθεσε κι οχτακόσιους ιππείς και βάζοντας αρχηγούς τον Ορεστόριο και τον Κόμβουτι - τους  χάραξε γραμμή - κάνοντας ελιγμό πίσω στη Θεσσαλία, να χτυπήσουν στη γειτονική Αιτωλία. Πιστοί στις εντολές του, δεν άφηναν χλωρό χορτάρι όπου πατούσαν. Κι'  ήταν γραφτό να γίνει έτσι.
Μια γενιά πριν, η κόρη του βασιλιά των Χαόνων, Φαεννίς, είχε πει στους Δελφούς, προβλέποντας την επιδρομή, πως  "ο ολέθριος στρατός των Γαλατών θα λεηλατήσει τον τόπο, όπου περάσει". Το περίμεναν λοιπόν, οι Έλληνες. Το περίμεναν, όχι όμως και στο μέγεθος που έγινε.

 
Ο Ορεστόριος και ο Κόμβουτις ξεθεμελιώνοντας κάθε τι που τύχαινε μπροστά τους, άγγιξαν την χωρίς φρουρά - έλειπαν στις Θερμοπύλες οι άντρες - και δίχως τείχη, Καλλίπολη. Τσακίζοντας την ασθενική αντίσταση, οι Κέλτες, λεύτεροι διέπραξαν "..τα μεγαλύτερα ανοσιουργήματα απ΄όσα εξ ακοής γνωρίζομεν που δεν ομοιάζουν καθόλου με τολμηρά κακουργήματα ανθρώπων, όπως λέει ο Παυσανίας. Κάθε άνδρας, χωρίς διάκριση, γέρος ή νέος, έφηβος ή βρέφος στα στήθια της μάνας του, πέρασε από μαχαίρι. Από τα βυζανιάρικα, όσα ήταν πιό παχειά αφού τα σκότωναν, έπιναν το αίμα κι' έτρωγαν τις σάρκες τους. Από τις γυναίκες, μια και είχαν μάθει για τούτους, όσες μπόρεσαν κι' όσες πρόλαβαν, αυτοκτόνησαν την ώρα που γονάτισαν οι υπερασπιστές. Οι άλλες, όσες έζησαν, δέχτηκαν κάθε είδους εξευτελισμούς. Κι' όσες βρίσκαν Γαλατικά σπαθιά, προτιμούσαν τον θάνατο, ενώ και στις υπόλοιπες - δεν άργησε να'ρθει ευεργέτης - μετά από βασανιστήρια, πείνα και αϋπνία βδομάδων.

 

Ρήμωσε η Καλλίπολη, οι Καλλιείς, οι άμαχοι, οι γερόντοι, τα γυναικόπαιδα, οι ανήμποροι χάθηκαν. Οι κατακτητές αφού άδειασαν σπίτια κι 'ιερά και κάθε τι αξίας, έβαλαν φωτιά κι' ύστερα περήφανοι, πήραν την κοιλάδα του Μόρνου, προς τα κάτω, τη Ναύπακτο. Δεν έσωσαν όμως, φτεροκόπησαν τα μαύρα μαντάτα, κι έφτασαν ως τις Θερμοπύλες. Οι αγγελιοφόροι του κακού, σκόρπισαν την είδηση παντού. Οι Αιτωλοί, παράτησαν τις θέσεις τους κι' έτρεξαν στη χώρα τους, να σώσουν τις άλλες πόλεις που κινδύνευαν και να πάρουν εκδίκηση.
 

 Στο μεταξύ, σ' όλη την Αιτωλία, όποιος μπορούσε να κρατήσει όπλο, όποιος ήταν ικανός να κάνει το παραμικρό κακό στον επιδρομέα, ενωνόταν στη στρατιά από άντρες και γυναίκες, γερόντους και παιδιά - που δυναμωμένη από την κρίσιμη περίσταση - ορκίστηκε να διαλύσει τον εχθρό.
Ακόμα και από τη θάλασσα, έρχονταν - μόνοι απ' τους Αχαιούς - οι γείτονες Πατρινοί, έξυπνοι και αντρείοι μαχητές. Με τους Κέλτες, αντάμωσαν κάπου κοντά στη Ρέρεση, έδωσαν γερή μάχη, αλλά έχασαν, κάτω απ' τον όγκο και την τρελή αποφασιστικότητα των ξένων. Δεν υπεχώρησαν όμως, έπιασαν τα στενά κι' ανάγκασαν τους βαρβάρους να υποχωρήσουν. Αυτό ήταν η καταστροφή τους. 

Στο γυρισμό, σ' όλο το δρόμο, δεξιά κι' αριστερά, στις πυκνοφυτεμένες πλαγιές, στα πλούσια πλατάνια, οι Αιτωλοί - με μανιασμένες τις γυναίκες - τους πέταγαν ακόντια, ξύλα, λιθάρια κι' 'οτι άλλο βρίσκαν πρόχειρο. Οι Γαλάτες οπλισμένοι μόνο με μικρές ασπίδες, δεν μπορούσαν να φυλαχτούν, κι έχασαν πολλούς άνδρες γιατί - κι όταν τους κυνήγαγαν εκείνοι χάνονταν, μια και δεν είχαν βαρος, και βγαίναν πιο πέρα, ξαναχτυπώντας τους. Το κακό ήταν μεγάλο, πάνω από τους μισούς Κέλτες χάθηκαν σ' αυτόν τον κλεφτοπόλεμο, κι' όσοι μείναν - κουρέλια στην ψυχή - δεν μπόρεσαν να μη νικηθούν αργότερα στη μάχη των Δελφών.

 
 

 "Έτσι, μολονότι αι συμφοραί των Καλλιέων είναι τόσον μεγάλαι, ώστε να κάνουν και τα αναγραφόμενα εις τα Ομηρικά έπη, περί Λαιστρυγόνων και Κυκλώπων, να μη φαίνονται ως αναληθή, η επελθούσα εκδίκησις ήτο ανταξία", σημειώνει ο Παυσανίας. Η συντριβή των Γαλατών, βέβαια, δεν ήταν απλή Αιτωλολοκρική νίκη, σώθηκε η Ελλάδα.


  Στη Μακεδονία, υπήρχαν κι άλλοι Κέλτες, έτοιμοι να τρέξουν, αν τους καλούσαν οι συμπατριώτες τους. Τι θα γινόταν; Αν ο Βρέννος δε νικιόταν, μετά τον αφανισμό της Καλλίπολης, φαίνεται απίθανο αν θα υπήρχε δύναμη να τον κρατήσει στον Ισθμό ή αλλού, ενώ - όπως να'χε - είναι σίγουρο πως θα ρήμαζε τη χώρα κα θα' ταν δύσκολο να διωχτεί. Κι ήταν φοβεροί στο "μάζεμα". Τόσο φοβεροί - που για να καταλάβει κανένας - αρκεί να σημειωθεί πως οι Πατρινοί, από τα λάφυρα που πήραν, απ' όσα είχαν κλέψει οι Κέλτες - έφτιαξαν στην αγορά τους, το πιό καλό Ωδείο στην Ελλάδα, μετά της Αθήνας.

   
Απ' το θρίαμβο ανάσαναν όλοι. Οι Αμφικτίονες, όρισαν ειδική γιορτή - τα Σωτήρια - κι οι Θεσπιείς αφιέρωσαν στην Ολυμπία, αδριάντα του Αιτωλού στρατηγού Ευρύδαμου. Του ίδιου - κι αγάλματα και άλλων Αιτωλών στρατηγών - ύψωσαν κι οι Αιτωλολοκροί στους Δελφούς, μαζί με μαρμάρινα της Αρτέμιδας, της Αθηνάς και του Απόλλωνα (δύο) ενώ τέλος, σκάλισαν τρόπαια κι άγαλμα οπλισμένης γυναίκας, που συμβόλιζε την Αιτωλία και το' βαλαν κι αυτό στο ιερό, μαζί με πολλά όπλα των Κελτών που στήθηκαν - απ' τους ιερείς - πλάϊ στις χρυσές ασπίδες, εκείνες που χάρισαν οι Αθηναίοι μετά τη νίκη στο Μαραθώνα, όταν έσωσαν κι αυτοί - όπως οι Αιτωλοί - την Ελλάδα.
 

Η ολοζώντανη αυτή ιστορική περιγραφή της καταστροφής της Καλλίπολης, που κυριολεκτικά "ξεχειλίζει" απ' το μοναδικό περιγραφικό λογοτεχνικό  ύφος του αξέχαστου Λιδορικιώτη Γιώργου Καψάλη, δημοσιεύτηκε στην Αθηναϊκή ημερήσια εφημερίδα "Βραδινή" στις 13 Δεκεμβρίου 1965.

Κώστας Καψάλης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου