Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Ο ξεσηκωμός και η απελευθέρωση του Λιδωρικίου

ΔΗΜΟΣ ΣΚΑΛΤΣΑΣ – ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ
ΤΟ   ΧΡΟΝΙΚΟ  ΤΟΥ  ΞΕΣΗΚΩΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ  ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ   ΤΟΥ  ΛΙΔΟΡΙΚΙΟΥ

ΛΙΔΟΡΙΚΙ,    28    ΜΑΡΤΙΟΥ     1821




 Ψεύτικα, αφανέρωτα όνειρα νωθρής καλοκαιριάς, βάφτιζαν τα ψιθυρίσματα των παράτολμων γιά την Εθνική λύτρωση  οι συνετοί κι' οι φρόνιμοι. Και πάντα, κρίναν τα χρόνια τα άγουρα, τον καιρό ακατάλληλο και πρόωρη κάθε κίνηση.Όμως, οι αποφασισμένοι δεν ψυχραίνονταν. Δεν τους ψυχοπλάκωνε το ριζικό, το λογικό.  Τ' απόδιωχναν κι' αφουγκράζονταν την καρδιά τους μονάχα. Και κείνη, Ελληνική, συμβουλάτορας θεικός, μαγεύτρα, ένας σεισμός, μιά έκρηξη, τους διάταζε: Τώρα!
...Τώρα είναι η στιγμή γιά τη Ρωμιοσύνη! ...Τώρα! ...Κι' αυτή η πρσταγή, αυτό το κάλεσμα, βάσταξε τέσσερις αιώνες, σάρκωσε τις ελπίδες τόσων γενιών, τις θέριεψε, τις ψήλωσε κορφουρανίς του μύθου!



   Τούτη η μαρτυρική, καρτερική Δωρική γη, π'αντιφεγγίζεται απ' τους δυό φάρους - το Λιδορίκι και τη Βαρνάκοβα, με την Επισκοπή Λιδορικιού γέφυρα μαλαματένια - οργώθηκε όσο καμμιά άλλη από προφητείες γιά λευτεριά. Οργώθηκε βαθειά κι΄επίπονα. Οργώθηκε μ' αίματα και προσδοκίες και δάκρυα... Θρησκευτικοπολιτιστικό κέντρο η Βαρνάκοβα, πολιτικοστρατιωτικό το Λιδορίκι, συνειδητιποίησαν την ιερή και απαράβατη φωνή της πατρίδας, κράτησαν άσβεστη τη δάδα της φυλής και την έστειλαν σε φαράγγια και γυρογιάλια, μεγαλειώδη λαμπαδηφορία που προμηνούσε την ανάσταση.

   Ήταν οι άνθρωποί της οι δρομείς. Οι ανήσυχοι. Οι ανήσυχοι ξωμάχοι της. Οι σκληροί βουνήσιοι της. Οι γαλήνιοι θαλασσινοί της. Με το σταυρωτικό άγγελμα - Εάλω η πόλις - δεν γονάτισαν. Δεν κιότεψαν. Δεν λύγισαν ... Περιορίστηκαν! Περιορίστηκαν και μείναν γιά λίγο μουδιασμένοι ... Γιά λίγο. Ύστερα ... Ύστερα, φτέρωσαν ξανά και σκόρπισαν όπως κι' όπου μπορούσαν τη ζωτικότητά τους. - Η Βαρνάκοβα, καλλιεργεί τα γράμματα και βγάζει και όσιο, τον Δαυίδ

  • Ένας απλός, ένας ελάχιστος Λιδορικιώτης παπάς - ο Μιχαήλ - γιγαντώνεται κήρυκας του Γένους και φτάνει το 1586, ως τη μακρυνή Γερμανική Τυβίγγη, ζητώντας βοήθεια γιά τη θρησκεία που σβυνόταν. 
  • Άλλος ξεχασμένος, ο Γιάννης Κάψης - ίσως ο τολμηρότερος Λιδορικιώτης - αναταράζει το Αιγαίο, περιφρονεί την πανίσχυρη Τούρκικη αρμάδα, κάνει μόλογο την αντριοσύνη και την τιμιότητά του, γίνεται - στα 1677 - βασιλιάς της Μήλου και μένει δυό χρόνια στο θρόνο.
  • Ένας τρίτος Λιδορικιώτης , ο Λωρής , υψώνει επαναστατική σημαία, δω μέσα , το Μάρτη του 1770, όταν όλα τάσκιαζε η φιβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά.
  • Tέταρτος, ο Θανάσης Λιδωρίκης, ονομάζεται σφραγιδοφύλακας - δηλαδή Πρωθυπουργός - του παντοδύναμου Αλή Πασά και συντράμει παληκαρίσια τους τρισάθλιους συμπατριώτες του ..... Και τόσοι άλλοι, γνωστοί και άγνωστοι, επώνυμοι και ανώνυμοι, τιμημένοι η παραμελημένοι !

   Εκείνο που ξέσπασε το Μάρτη του 21, δεν βρήκε το Λιδορίκι ανέτοιμο. Οι εθνεγέρτες πλόκαμοι της Φιλικής Εταιρείας είχαν δεθή στον αμάραντο κορμό της λαικής και θρησκευτικής παράδοσης και κράτησαν ξυπνό τον Έλληνα, με δυνατό και ενεργό, μέσα του, όλο το παρελθόν κι' όλη την πίστη κι' όλη την αρετή της δύστυχης ζωής του. Ένας Λιδορικιώτης έμπορας - ο Γιάννης Παπαλέξης - ορκίστηκε στο υπέροχο μυστικό, στη Σεβαστούπολη, το 1820.

   Οι ξακουστές οικογένειες του τόπου - Λιδωρίκηδες, Μαργελλαίοι, Καρμαίοι, Παπαπολίτηδες - κι' οι καπεταναίοι - Σκαλτσάς, Σαφάκας, Αποκουρίτης, Μαστραπάς - κατηχήθηκαν κι' αυτοί. Πλέξαν τη θέληση όλοι, κυρίως - όμως - τρεις ήταν οι αποσταλμένοι της Ανωτάτης Αρχής στη Επαρχία: Ο Λειβαδίτης Θανάσης Ζαρίφης, ο Κώστας Σακελλίων κι' ο Παναγιωτάκης Λιδωρίκης - αδελφός του Θανάση. Σε τούτους , είχε ανατεθή το μπουρλότιασμα των ψυχών, ο βρασμός κι' η ορμή.

   Παιδευμένοι του λόγου τους, οραματιστές, πραγματοποιοί, ξέροντας να οργανώσουν, ξέροντας να κινητοποιήσουν, περνοδιαβαίνουν και οιστρηλατούν.Το Λιδορίκι, τότε, είχε κοντά 400 οικογένειες, κάπου δυό χιλιάδες νομάτους, μισούς Χριστιανούς και Μωαμεθανούς, που μίλαγαν ελληνικά όλοι γιατί - όπως σημειώνει ο Γάλλος Πουκεβίλ - oι Τούρκοι δεν ήταν παρά αλλαξοπιστεμένοι ντόπιοι. Στο γειτονικό Μαλαντρίνο, τα πράγματα χειροτέρευαν: Απ' τις 100 φαμιλιές του, μόνο 5-10 ήταν Ελληνικές.

    Στα γύρω χωριά, ζήτημα είναι αν κατοικούσαν Τούρκοι. Με τον ερχομό του 21, η Φιλική συνδαύλιζε τη φωτιά πούχε ανάψει και πύρωνε τα αίματα που τόσο υπομόνεψαν. Οι κεφαλές της, μαζεύονταν δω - κει και σκέπτονταν. Σκέπτονταν και χάραζαν πηδήματα χορού. Χορού πρωτόγνωρου. Πηδήματα πελώρια, που θα πέρναγαν το Γένος απ΄το σκοτάδι στο φως, απ' τις αλυσίδες στη λευτεριά.

   Στις εικοσιδυό του Μάρτη, ο λιοντόκαρδος Οδυσσέας, ο γιός τ' Αντρούτσου, έστειλε γραφή στους προύχοντες του Γαλαξειδιού και τους παρακίναγε. "Αγαπητοί μου Γαλαξειδιώται", έλεγε, "Ήτανε βέβαια από το Θεό γραμμένο να δράξωμε τα άρματα μία ημέρα, και να χυθούμε καταπάνω στους τυράννους μας, που τόσα χρόνια ανελεήμονα μας τυραγνεύουν. Τι τη θέλουμε, βρε αδέρφια, αυτή τη πολυπικραμένη ζωή, να ζούμε αποκάτω στη σκλαβιά, και το σπαθί των Τούρκων να ακονιέται εις τα κεφάλια μας; δεν τηράτε που τίποτα δεν μας απόμεινε; αι εκκλησίαι μας γενήκανε τζαμιά και αχούρια των Τούρκων, κανένας δεν μπορεί να πή πως τάχα έχει τίποτα εδικό του, γιατί το ταχύ βρίσκεται φτωχός σα διακονιάρης στη στράτα, οι φαμίλιες μας και τα παιδιά μας είναι στα χέρια και στη διάκριση των Τούρκων. Τίποτα αδέρφια, δεν μας έμεινε, δεν είναι πρέπον να σταυρώσωμε τα χέρια, και να τηράμε τον ουρανό, ο Θεός μας έδωκε χέρια, γνώσι και νου, ας ΄ρωτήσωμε την καρδιά μας και ό,τι μας απαντηχαίνει ας το βάλωμε γρήγορα σε πράξιν, και ας είμεθα αδέλφια, βέβαιοι το πως ο Χριστός μας ο πολυαγαπημένος θα βάλη το χέρι απάνω μας. Ότι θα κάμωμε, πρέποντας είναι να το κάνωμε μίαν ώραν αρχίτερα, γιατί ύστερα θα κτυπάμε το κεφάλι μας. Τώρα η Τουρκιά είναι μπερδεμένη σε πολέμους και δεν έχει ασκέρια να στείλη καταπάνου μας.Ας ωφεληθούμε από την περίστασι, οπού ο Θεός, ακούοντας τα δίκαια παράπονά μας έστειλε διά ελόγου μας. Μιά ώρα πρέποντας είναι να ξεσπάση αυτό το μαράζι, οπού μας τρώγει την καρδιά. Στα άρματα αδέρφια, η να ξεσκλαβωθούμε, η να πεθάνωμε, και βέβαια καλλίτερο θάνατον δεν μπορεί να προτιμήση κάθε χριστιανός και Έλληνας. Εγώ, καθώς το γνωρίζετε καλλότατα, αγαπητοί μου Γαλαξειδιώται, εμπορώ να ζήσω βασιλικά, με πλούτη, τιμαίς και δόξαις. Οι Τούρκοι ό,τι και αν ζητήσω μου το δίνουνε παρακαλώντας, γιατί το σπαθί του Οδυσσέα δεν χωρατεύει. Έπειτα, κοντά στα άλλα, ενθυμούνται τον πατέρα μου που τους εζεμάτισε. Μα σας λέγω την πάσαν αλήθειαν αδέλφια, δεν θέλω εγώ μονάχα να καλοπερνώ και το γένος μου και βιγκά στη σκλαβιά, μου καίεται η καρδιά μου, σα βλέπω να στλλογιούμαι πως ακόμα οι Τούρκοι μας τυραγνεύουν. Από το Μωριά μου στείλανε γράμματα πως είναι τα πάντα έτοιμα. Εγώ είμαι στο ποδάρι με τα παλληκάρια μου, μα θέλω πρώτα να είμαι βέβαιος το πως θα με ακολουθήσετε και σεις".

    Οι αρχόντοι, δασκαλεμένοι καλά, συνταίριασαν και τα χαμπέρια της Πελοποννήσου κι' έγραψαν εφημερίδα γιομάτη ψέματα που τα συγχώραγε ο ιερός σκοπός. "Αδελφοί Ρουμελιώται, προεστοί και καπεταναίοι του Λιδωρικιού, Μαλανδρίνου, Κράβαρι, και όσοι εν Χριστώ αδελφοί", σημείωναν. "Σήμερα μας ήρθαν είδησες από σημαντικά προσώπατα της Πόλης και του Μορέως και μας λένε το πωςοι Ρούσσοι επέρασαν τα Μπαλκάνια και τραβάνε ντρίτα στη Πόλη. Το στράτεμα θα ήταν 200 χιλιάδες της στερηάς και εκατό του πελάγου. Η αρμάτα 8 βατσέλα, τριπόντιδες και φριγάδες 24. Οι Τούρκοι τραβιώνται στη πέρα πάντα. Πέντε Ρούσικα καράβια εξεμπαρκάρισαν ασκέρι στη Μάνη και Νηόκαστρο, και τράβηξαν ντρίτα το κόρφο της Πάτρας γιά να βγάνουν το άλλο σκέρι, το τσιμπιχανέ, και εκατό χιλιάδες φλωριά, πεσκέσι της Ρουσίας στους Ρωμαίους των αρμάτων. Οι Μωραίταις πήραν τη Τριπολιτσά, και οι Μανιάτες τη Καλαμάτα. Αύριο μας έρχεται ο άρχοντας καπετάν Ανδρέας Λόντος με χίλιους πεντακόσιους Βοστιτζάνους, και ελπίζουμε να εύρη ούλη τη Ρούμελη στ' άρματα. Την ώρα που γράφομε μας ήρθε γραφή από τον πιλότο των Ρούσικων καραβιώνε Μαυροθαλασσίτη πως η αρμάτα άραξε στον Πάπα. Ακόμη μας λέγει το πως και η Φράντζα θέλει το Ρωμέικο.  Η βάρδια μας, είδε τα καράβια στο κόρφο μας. Καλώς να μας έρθουνε". 

 Το ίδιο σούρουπο - Κυριακή ήταν - το φύλλο έφτασε χέρι-χέρι στο Λιδωρίκι , όπου το δέχτηκαν καλοσυνάτες καρδιές και χέίλια που πρόσμεναν να ξεθερμαθούν από τις δροσοστάλες που φώλιαζαν στις ψυχρές αράδες του.  Ο Αναγνώστης Λιδωρίκης, ο Παπαγιώργης Πολίτης, ο Αναγνώστης Μαργέλλος, ο στρατιωτικός αρχηγός Δήμος Σκαλτσάς, τα πρωτοπαλίκαρά του - Θόδωρος Χαλβατζής και Τριαντάφυλλος Αποκουρίτης - και κάμποσοιάλλοι, αλαφροπατώντας σαν αγριόγατοι, από στράτες κρυφές, πνιγμένες στα πουρνάρια, τις αγριοσυκιές και τα βάτα, αντάμωσαν στην Αγιά Παρασκευή, το ταπεινό ξωκλήσι των Λιδωρίκηδων, οπού 'χαν ξαναβρεθή και στις είκοσιτρεις. Κάθισαν κάτω απ' το τρεμόσβυτο φτωχοκάντηλο.  Πίσω τους, στο μεσοπαράθυρο, αχνογράφονταν ο άγιος τόπος με τα κακοτράχαλα βουνά που βύθιζαν τις κορφές τους μεσ' τα σύννεφα. Ο άγριος τόπος, που δεν άντεχε άλλο το ζυγό! Ένα σύγκρυο χαιδολόγαγε τη ραχοκοκκαλιά τους, καθώς μελετούσαν το βάρος που τους έριχνε ο όρκος. Σ' αυτούς έλαχε ο κλήρος! Αυτοί έπρεπε να βιαστούν, ν' αποφασίσουν! Γύρισαν τα μάτια στις ξεθωριασμένες εικόνες, δυνάμωσαν , κι' αποφάσισαν : Την άλλη μέρα , κι' όλας , στις 28 , θα σηκωθή το μπαιράκι ! Κατάστρωσαν και το σχέδιο: Ο Σκαλτσάς θα βάραγε το Λιδωρίκι κι ο Χαλβατζής το Μαλαντρίνο. Αν πέφταν και τα δυό, η επαρχία γινόταν Ρωμέικο.

   Τη βουλή τους , την παράγγειλαν και του Δεσπότη, του Ιωαννίκιου. "Άγιε του μηνούσαν, εμείς τραβάμε! 'Οποιος θέλει, ας ακοκλουθήση!" Σταυροκοπήθηκαν να φύγουν μα, πριν χωριστούν, ξεγλωσσιασμένος πεζοδρόμος τους έφερε μαντάτο χαρμόσυνο: Ο λεβέντης γέρο Πανουργιάς χτύπησε τα Σάλωνα, μπήκε στην πόλη κι έκλεισε τους Αγαρηνούς στο Κάστρο! Ο Θεός είναι μεγάλος! Ξανασταυροκοπήθηκαν, αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν και πήραν το δρόμο του γυρισμού. Την τρανή νύχτα,  "επρεπε νάναι σπίτια τους",  αποκοιμιούνται οι εχθροί! Προτού αμόλυσαν δικούς τους, να τρέξουν στα κιντινά χωριά να δώσουν είδηση σ' όσους μπορούν να κοπιάσουν. Η σάλπιγγα της κρίσεως τους καλούσε! Θαμπά, Δευτεριάτικα, οι Τούρκοι τάχασαν! Πονηροί ασιάτες, όλο και κάτι μυρίζονταν, τούτος ο ξεσπασμός, όμως, ήταν αναπάντεχος.Οι ραγιάδες πιάσαν τ' άρματα! Τους πολέμαγαν! Ταμπουρωμένοι από βαθειά αυγή, οι Έλληνες, κάναν ζωνάρι στις αντικρυνές λοφοσειρές, άλλοι χαμηλότερα, άλλοι ψηλότερα, ενώ - στο μεταξύ - καινούργιοι, αναμμένοι απ' το πηλαλητό, κατρακύλαγαν στις πλαγιές, ροβόλαγαν στα ριζώματα, λες κι είχαν ξεχειλίσει οι ξεριάδες κι' έτρεχαν να σμίξουν στην κοίτη του Μόρνου. Αμπαρώθηκαν στα κονάκια τους οι Οθωμανοί και μάχονταν απελπισμένα.

    Μάχονταν κι οι Χριστιανοί. Τ' αντίβροντο, γιόμωσε των βουνών τα κάρκαρα. Λιάκουρες και κλεισούρες αντιβουίσαν. Τ' αγέρι πήρε τη μπαρουτίλα και την ταξείδεψε πάνω απ' τα χωριά,  κάτι σαν τραγούδι, σα μοσχολίβανου μυρουδιά. Μακρυά απ' τους δικούς τους οι Τούρκοι,  τόνοιωσαν πως η μοίρα τους ήταν κομμένη. Τόειδε ξεκάθαρα ο αρχηγός τους, ο Γιουσούφ Εφέντης κι' οι γύρωθέ του και προσπέσαν στο Λιδωρίκη και τον Μαργέλλο, να μπούν στη μέση, να γλυτώσουν τα γυναικόπαιδα κι' αυτοί.Οι Έλληνες προύχοντες, δέχτηκαν τη μεσολάβηση. Τους οδήγησαν απέναντι, στον Τραγουδάκη, που ήταν στρατοπεδευμένος ο Σκαλτσοδήμος.

   Προσπάθησε ο Γιουσούφ να βάλη γιά την παράδοση όρους, ούτε να τ' ακούση ο Κλέφτης! Το γένος πάλευε κι' η πάλη ήταν είτε γιά λευτεριά, είτε γιά θάνατο! Συμμαζώχτηκαν οι Τούρκοι και πρότειναν άλλα, κάναν κι' άλλες παραχωρήσεις. Ο Σκαλτσοδήμος όμως, λεβεντόκορμος, στητός, με τρόπους ίσιους αλλά με γλώσσα βαρειά κι' ανελέητη, τους ξέκοψε: "Όχι", βροντοφώναξε, "Οχι". Τρεμούλιασε ο Γιουσούφ , δείλιασε! "...Χωρίς ..όρους λοιπόν! χωρίς..όρους!...Παραδινόμαστε ... Πραδινόμαστε !....."

   Το τι έγινε, δεν περιγράφεται! ...Ευθύς, σαν από σύνθημα, μαύτισαν τα σοκκάκια από κόσμο. Που βρέθηκαν τόσες ψυχές; Τα δίστρατα και τα ξέφωτα μπούκωσαν, όλο το Λιδωρίκι μαζώχτηκε να θαυμάση! Κι ως άστραφταν τα καριοφίλια τ' ασημιά και τα σπαθιά, δεν ξεχώριζες σε ποιόν απάνω έφεγγε η φλόγα τ' αρχηγού: Στον πρωτοκαπετάνιο, το Δήμο Σκαλτσά, η στα μαυρισμένα παλικάρια του; Δυνάμωνε ο κουρνιαχτός κι' η οχλοβοή. Η σύναξη - Τούρκοι κι' Έλληνες - με τούμπανα και καραμούζες, τράβηξε στην εκκλησιά, με τα ξαφτέιγα και το σταυρό μπροστά! Εκεί , ψάλαν όλοι το "Τη υπερμάχω" και το "Σώσον Κύριε τον λαόν σου" και μίλησε ο Λιδωρίκης:
"Αδελφοί, είπε, έφτασε και των Γραικών ο καλός καιρός. Και έφτασε με τόση ορμή, ώστε καμμιά ανθρώπινη δύναμη δεν είναι ικανή να τον γυρίση πίσω. Οι πίκρες και τα βάσανά μας τέλειωσαν. Οι βασιλιάδες αποφάσισαν να στεργιώσουν πάλι το Ρωμαίικο. Στη Βελά βρίσκεται ένας γκενεράλες (στρατηγός) του Μόσκοβου, πούρθε να παραλάβη το βιλαέτι του Λιδωρικιού, στ' όνομα των βασιλιάδων". 
Δεν απόσωσε την κουβέντα και παρουσιάστηκε ο Γκενεράλες, με χρυσοκέντητηστολή και όπλα σκαλισμένα και σωρό παράσημα στα στήθια. Δεν ήταν Ρώσος Στρατηγός. Ήταν ο Φιλικός Σακελλίων που - συνεννοημένος με τους Λιδωρικιώτες, Γαλαξειδιώτες και Μαλαντρινιώτες μυημένους - ντύθηκε έτσι, να πιστέψουν οι Έλληνες, να φοβηθούν οι Τούρκοι. Ο Λαός, στα γιορινά του, έτρεξε μελίσσι να τον δη. Σταφύλιασε στα ψηλά δέντρα και στους βράχους, του άνοιγε πέρασμα και τον φήμιζε, σειώνυας σημαίες και λάβαρα και λουλούδια και κλαδιά. Αυτός, χαιρετούσε δεξιά - ζερβά, με το χαμόγελο στα χείλη και γοργό πάτημα, όπως ταίριαζε σ' ένα Γκενεράλε. Διάβαινε, και πρόσωπο δεν έμεινε αδάκρυτο. Όλοι χαίρονταν τον νέο ανασασμό. Κανένας δεν αναλογιζόταν πόσες φορές η φυλή είχε βγή γεκασμένη! ....Βρέθηκε μεσ' στο λαό, πήρε κι' έδωσε λόγους, ο Σακελλίων. Ώρες τον κράταγαν, τον ψηλαφούσαν, τον θωρούσαν. Ύστερα, ξέσφιξαν λίγο τον κλοιό, κι' αυτός τράβηξε στο προσωρινό διοικητήριο - το Σαράι των Λιδωρίκηδων - έβγαλε προκήρυξη και καλούσε όλους στην τάξη και πρόσθετε πως "όσοι Τούρκοι υποταχθούν, θέλουν πληρώνει εις το Ρωμαίικο φόρον". Αργοσάλευε το πλήθος κάτω και σιγά-σιγά διαλυόταν, να συνεχίση σ΄τα σπίτια του το γλέντι. Το βράδυ ο αστροχυμένος ουρανός άναψε ολόκληρος, γιά να δοξάση τη λευτεριά του Λιδωρικιού.

   Στην ξαστεριά του χειμώνα, η φωτοδοσιά του έλαμπε καθαρά, φουντωμένη, λες, απ' το κρύο αγέρι. Κρεμόταν από ψηλά, άγγιζε τα κορφοχιόνιστα γύρω βουνά κι' έσπαζε σε χιλιάδες παιγνιδίσματα στα ελάτια και τος πλατανιάδες. Το Λιδωρίκι ήταν λεύτερο! Πρώτο κομμάτι λευτερωμένη γη στη Ρούμελη .Στο μεταξύ, οι Τούρκοι του Μαλαντρίνου κρατιόνταν. Ήρθαν κι' άλλες δυνάμεις στο Χαλβατζή - ο Κατσικαπής κι' ο Κουτρούκης, μ' εκατό μαζί τους, απ' την Ξυλογαιδάρα και τη Βιτρινίτσα - αλλά κείνοι βάσταγαν με τα δόντια. Κατείχαν το κέντρο του χωριού - οι 5-10 ελληνικές οικογένειες μέναν στις άκρες - και κλείστηκαν στους πύργους των προυχόντων Χασάν Αγά, Αχμετ Αγά, Αβδή Αγά, αποφασισμένοι .Λύσσαγαν αυτοί, λύσσαγαν κι' οι απόξω.



 Μιά παραλλαγή , ενός κλέφτικου – δημοτικού τραγουδιού για το Σκαλτσοδήμο , όπως σώθηκε:


 Του Σκαλτσοδήμου

Στη ρίζα από ένα έλατο κάθεται ο Σκαλτσοδήμος

με την Κρουστάλλω στο πλευρό με την Μπαμπαλοπούλα.


Κάθεται ο Διάκος μια μεριά, δεξιά ο Σκαλτσοδήμος

κι ο Γούλας ο περήφανος κάθεται αλάργα, αλάργα.


Κέρνα ,Κρουστάλλω, κέρνα μας, κέρνα ως που να φέξει.

Κέρνα το Διάκο μια βολά, τον Σκαλτσοδήμο δύο.


Τον Γούλα τον περήφανο μην τον κερνάς να σκάζει.

 Σκιάζομαι, Δήμο μ', σκιάζομαι, κακό να μη μας κάμει.

Όσο είναι ο Δήμος ζωντανός, Κρουστάλλω μη φοβάσαι,

εμείς θα ζούμε στα βουνά, στα κλέφτικα λημέρια.

Γεια και χαρά σου Δήμο μου, Δήμο και Σκαλτσοδήμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου