Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2019

Τα Βαρδούσια και το Στοιχειό τους, μύθοι και παραδόσεις


Κάποια χρονιά, ὅπως λέει ὁ Βλάχικος μῦθος, θές γιατί στέρεψαν μερικές μικροπηγές ἀπό μεγάλη ἀνοβρία καί τό βιός τούς κινδύνευε ἀπό νεράκι, θές ἀπό περιέργεια τοῦ Τσέλικα καί τῶν τσοπαναραίων, θές γιατί εἶχαν ἀκούσει τό τραγοῦδι γιά τόν Ὄλυμπο στόν κόσμο ξακουσμένος π ́ὀχω τῆς ξηνταδυό κορφές, τίς ἐξηνταπέντε βρύσες καί ἤθελαν νά ξέρουν πόσες βρύσες ἔχουν τά Βαρδούσια, τό δικό τους βουνό, καί ὅπως θά δοῦμε παρακάτω βρέθηκαν νά ἔχουν ἑβδομήντα δύο πηγές καί ἔτσι νά ξεπερνοῦν καί τόν Ὄλυμπο.

Ἡ βλάχικη περιέργεια, φαντασία καί πονηριά εἶναι μεγάλη ὅπως ξέρουμε, ἐκεῖ πού κάθονται δυό δυό, τρεῖς τρεῖς καί περισσότεροι καί πελεκᾶν καί κεντᾶν μέ τό «πινέλι» τούς τό εἰδικό καί κοφτερό κεῖνο μαχαιρά κι, γκλίτσες, ρόκες, ξύλινες κουλοῦρες γιά νά κρεμοῦν τά κυπροκούδουνα στά γιδοπρόβατα (ἄλλος ἀδράχτια καί σφοντήλια φκιάνει καί ἄλλος κεντάει ρόκα) καί λένε παροιμίες καί μουραπάδες ἤ παίζουν τή μαγευτική φλογέρα τους, κουβεντιάζουν γιά τά λειβάδια,γιά τά ́ἄρμεγμα γιά τό σκά λισμα καί σκάρο γιά ὅλη τή βλαχοζωή, ἐκεῖ μέ τά πολλά καί τά διάφορά τους κίνησε ἡ περιέργεια νά μάθουν καί πόσες πῆγες ἔχουν τά Βαρδούσια!

Ἄλλωστε τί Τσέλιγκας καί τί Τσοπαναραῖοι ἦταν αὐτοί νά ξελοκαιριάζουν γεννητάτα στά Βαρδούσια καί νά μήν ξέρουν πόσες πηγές ἔχει τό βουνό τους, καί τί βουνό, ὑψηλό καί πολυτραγουδημένο. Ἀνέθεσε λοιπόν ὁ Τσέλιγκας σ’ ἕνα τσοπανόπουλο, ἄξιο καί γλήγορο, νά πάει νά μετρήσει τίς πηγές, φέρνοντας τό βουνό ἕνα γύρω, σπιθαμή πρός σπιθαμή τά πλευρά του, τά ριζά του, τίς σπηλιές καί ρεματιές, τίς πλαγιές καί τίς κορφές του.
 

 
Εἶχε ἀκουστά τό βλαχόπουλο πώς στά βουνά κατοικοῦν καί Δράκοι καί στοιχειά σ’ ἀπόμερα μέρη ἤ σπηλιές, μά τό φιλότιμο δέν τοῦ ἐπέτρεπε νά δειλιάσει καί ν’ ἀρνηθεῖ. Ἄλλωστε πίσω δέν κάνει εὔκολα ὁ βλάχος. Εἶχε ἀκούσει ἀκόμα ὅτι κάποτε ἕνα βλαχόπουλο συναντήθηκε στό δρόμο μέ τό χάρο καί πάλεψε μαζί του. Ὁ χάρος θρασύς καί ἀνελέητος ὅπως εἶναι, σάν εἶδε τό λεβέντη κεῖνο τσοπάνο, δέν ἄργησε νά τοῦ πεῖ κατάμουτρα ὅτι γιά κεῖνον ἐρχόταν, νά τοῦ πάρει τήν ψυχή. Τό παλληκάρι ὅμως, δέν ἄργησε νά τοῦ δώσει τή λακωνική ἀπάντηση «χωρίς ἀνάγκη καί ἀρρωστειά, ψυχή δέν παραδίνω».

Πρωί - πρωί μέ τά χαράματα ἔφυγε τό βλαχόπουλο κι ἄρχισε νά μετράει ὁλημερίς πηγές ὥσπου νύχτωσε κι ἔπεσε νά κοιμηθεῖ ἄφοβα. Νάσου ὅμως κατά τά μεσάνυχτα ἔφθασε τό στοιχειό πού εἶχε μυρισθεῖ ἀνθρώπινο αἷμα καί σάρκες ζωντανές καί δέν ἄργησε νά τόν καταβροχθίσει γιά νά κορέσει τήν πεῖνα του καί νά τιμωρήσει τόν βέβηλο γιά τό τόλμημά του.

Πέρασαν λίγες μέρες καί δέ γύρισε ὁ ἐρευνητής . Οἱ βλάχοι ἀνησύχησαν καί πιό πολύ ὁ Τσέλιγκας κι ἔστειλαν ἄλλον νά δεῖ τί ἔγινε ὁ πρῶτος καί νά φέρει αὐτός εἰς πέρας τήν ἀποστολή. Μά καί κεῖνος, πέρασαν μέρες πέρασε βδομάδα καί δέ γύρισε, εἶχε τήν ἴδια τύχη μέ τόν πρῶτο.

Ἡ ἀνησυχία, τούς τώρα κορυφώθηκε, ἔκαμαν γενική σύναξη μέ σκοπό νά παραιτηθοῦν ἀπ’ αὐτή τηνεπικίνδυνη ἀποστολή, γιατί τό μυαλό πού ἔχει αὐτό τό στοιχειό τῶν Βαρδουσίων θά τούς φάει ὅλους ἕναν ἕναν καί θά ξεκληρίσει τή βλάχικη γενιά. Τοῦ Τσέλιγκα ὅμως τό γόητρο εἶχε τρωθεῖ, τό κῦρος τοῦ εἶχε πέσει κατακόρυφα καί γιά νά συνεχισθεῖ ἡ ἀποστολή ἔταξε ἕνα κοπάδι πρόβατα Καραμάνικα σέ ὅποιον μπορέσει νά μετρήσει τῆς πηγές.

Τώρα ἀλλάζουν τά πράγματα. Κάτι τό βλάχικο φιλότιμο, κάτι τά Καραμάνικα πρόβατα, ἔκαμαν ἕνα γεροτσοπάνο νά λύσει τή σιωπή του καί πρότεινε νά πάει αὐτός μέ τόν μπιστικό του. Ὅλοι του ἐπέτρεψαν, ἀφοῦ θέλει νά πάει καί πηγαίνει ἀβίαστα, ἀλλά λίγες ἐλπίδες εἶχαν νά τόν ξαναδοῦν. 

Ξεκίνησαν κι αὐτοί χαράματα κι ἄρχισαν νά μετρᾶν πηγές τοῦ βουνοῦ καί μέ τό ἡλιοβασίλεμα ἀποσύρθηκαν κάπου ἀναμέρα σέ μία πηγή νά φᾶν καί νά κοιμηθοῦν. Τότε λέει ὁ πονηρός καί ἔμπειρος γεροβλάχος στό μπιστικό του: «Στρῶσε τί μία κάπα στό στρωσίδι» καί ξάπλωσαν καί οἱ δυό, ἀλλά ἀντίθετα, τό κεφάλι τοῦ ἑνός ἦταν πρός τά πόδια τοῦ ἄλλου καί μέ τήν ἄλλη κάπα σκεπάστηκαν «ράφτικα» στενόμακρα, ἔτσι πού ἔδειχνε πώς ἦταν ἄνθρωπος μέ δυό κεφάλια.

Ἄκρα σιγή, ἀνάσα δέν ἔπαιρναν ἀπό τό φόβο καί τήν ἀγωνία τους, δέν πέρασε ὅμως πολλή ὥρα κι ἀκοῦν βουητό πού σείονταν τά ἔλατα καί τό θεριό μέ κάτι μεγάλους πήδους καί μουγκρητά πού βουϊζαν οἱ ρεματιές, ἔφθασε μπροστά τους μέ κάτι μάτια κόκκινα καί γυαλιστερά σά μπαλάκια, ἕνα στόμα τεράστιο σάν ἀνοιχτό πηγάδι καί κάτι δόντια μεγάλα κάτασπρα καί σουβλερά.

Στήν ἀρχή τό θεριό στάθηκε καί τοῦ κοίταξε, χαρούμενο πού θά ἔτρωγε δυό μαζί. Τέτοια πεσκέσια ἦταν σπάνια. Μά στή στιγμή ἔπεσε σέ συλλογή. Τί τέρας ἄραγε εἶναι αὐτό; Τέτοιο δέν ξανάδε! Ἕνας μέ δυό κεφάλια! Καί γουρλωμένα μάτια κοίταζε καί ὅσο κοίταζε, τόσο ἀποροῦσε μ’ αὐτό τό δικέφαλο τέρας.

Οἱ βλάχοι ἔτρεμαν ἀπό τό φόβο καί ἦταν ζωντανοί πεθαμένοι, ἕτοιμοι νά φωνάζουν βοήθεια Παναγιά μου. Ἀκοῦν τότε τό στοιχειό νά μονολογεῖ: «Μπρέ, μπρέ, τί παράξενο εἶναι τοῦτο ποῦ δέν τό ξανάειδα στά Βαρδούσια; Μά τίς ἑβδομήντα δυό πηγές σου βρέ βουνό, ἄνθρωπο μέ δυό κεφάλια δέν ξενάχω δεῖ»! Κι ἔστρεψε ἀπότομα κι ἔφυγε σάν ἀερικό, γκρεμίζοντας στό πέρασμά του βράχους καί κοτρόνια καί κρύφτηκε στή σπηλιά του. Φαίνεται ἔχουν καί τά στοιχειά προλήψεις καί γλύτωσαν οἱ Βλάχοι.

Σάν ἔδωσε ὁ Θεός καί ξημέρωσε χωρίς νά κλείσουν μάτι καί ἀμίλητοι ὅλη νύχτα, σηκώθηκαν γιά τό Τσελιγκάτο. Τό μυστικό τώρα τό ἤξεραν ἀπό πρῶτο χέρι, ἀπό τό ἴδιο τό στοιχειό! Σάν γύρισαν, ἔστρωσαν τίς κάπες τους, κάθησαν σταυροπόδι καί διηγήθηκαν μέ τό νῖ καί τό σῖγμα ὅτι εἶδαν κι ἄκουσαν.

Δέν μάθαμε μόνο τώρα πού ὁ κόσμος δέ φοβᾶται τά στοιχειά, ἄν τίς μέτρησε κανείς ἄλλος, νά διαπιστώσει τοῦ λόγου τό ἀληθές του στοιχειοῦ καί τῶν Βλάχων. Πάντως τό Τσελιγκάτο ὁμόφωνα ἔκρινε τούς ἐρευνητές Βλάχους εἰλικρινεῖς, μά ὅπως καί ὁ μῦθος μᾶς λέει, δέν ἔχομε λόγο νά ἀμφιβάλλομε ὅτι οἱ πηγές εἶναι ἑβδομήντα δύο, γιατί καί ὁ Τσέλιγκας κράτησε τό λόγο του καί ἔδωσε στούς δυό Βλάχους τό κοπάδι τά Καραμάνικα πρόβατα πού εἶχε τάξει καί ἕνα τέτοιο τάμα δέν εἶναι μικρό κι ἀσήμαντο.

Τοῦ Ζάχου Ξηροτύρη

 Πηγή: Εφημερίδα Ο ΚΟΝΙΑΚΟΣ (ΑΦ 109 ΑΠΡ-ΜΑΙ-ΙΟΥΝ 2019)


Διαβάστε επίσης:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.