Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κόκκινος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κόκκινος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Μαΐου 2022

Κ. Μπερτσιάς: «Θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις»

Πηγή: ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ
 

  Ένα ξεχωριστό βιβλίο του Κωνσταντίνου Μπερτσιά με τίτλο «Θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις “Οροπέδιο” που περιλαμβάνει 18 διηγήματα με σημείο αναφοράς έναν τόπο ο οποίος, στη δεκαετία του ’70, θυσιάστηκε για να λυτρωθεί η Αθήνα από την λειψυδρία.

Από την τεχνητή λίμνη που δημιουργήθηκε στον ποταμό Μόρνο, ένας αγωγός διακοσίων περίπου χιλιομέτρων έφερε νερό στη διψασμένη πόλη. Οι κάτοικοι εκδιώχθηκαν άρον άρον από την γενέθλια γη τους, ο τόπος καταστράφηκε συθέμελα, οι μπουλντόζες εξαφάνισαν παμπάλαιους οικισμούς, ιστορικές γέφυρες, νεκροταφεία, βυζαντινές εκκλησίες. Δεν γλίτωσε από την καταστροφή κανένα υλικό αποτύπωμα από τη μακραίωνη παρουσία των ανθρώπων σε αυτή τη γωνιά της Στερεάς Ελλάδας.

Οι ιστορίες που αφηγείται ο συγγραφέας επικεντρώνονται στο άυλο αποτύπωμα που άφησαν στη μνήμη του ορισμένοι άνθρωποι, οι οποίοι έζησαν στα μέρη που κατέπνιξαν τα νερά του Μόρνου. Επέλεξε να ανασύρει από τη λήθη αυτές τις ιστορίες ξαναζωντανεύοντας τες ως μια ωδή σε όλο αυτόν τον κόσμο, που έχασε τη γη κυριολεκτικά κάτω από τα πόδια του χωρίς ελπίδα επιστροφής.

Το συναξάρι αυτών των ιστοριών δεν αφορά αποκλειστικά στον μικρόκοσμο της κοιλάδας του Μόρνου, αφού παρόμοιες συναντάμε σε όλη την ελληνική ύπαιθρο μέχρι την δεκαετία του ’70.

Η αναγνώριση αυτού του βιβλίου ενισχύει την άποψη ότι ο άνθρωπος πρέπει να συμπεριφέρεται οικολογικά, να λειτουργεί ως νοικάρης αυτού του πλανήτη και όχι ως κυρίαρχος ιδιοκτήτης. Ως έλλογο ον οφείλει να συντελεί στην αρμονική συνύπαρξη του έμψυχου και άψυχου κόσμου.

 

Πρόλογος

Ήδη στον τίτλο της συλλογής διηγημάτων του Κώστα Μπερτσιά ενυπάρχει το στοιχείο της αντίθεσης, όνειρα που σχηματίστηκαν κάποτε, υπήρξαν και έσβησαν στη συνέχεια, ενώ στο μυαλό σφράγισαν αναμνήσεις που παρέμειναν ζωντανές. Τελικά, η μνήμη γίνεται βάλσαμο στον πόνο και την πίκρα και οδηγεί στη νοερή αναβίωση του παρελθόντος.

Πρόκειται για ένα παρελθόν όχι αυστηρά προσωπικό, γιατί μέσα από αυτό ξετυλίγεται με τη ζωντανή παραστατική αφήγηση, τη γλαφυρή περιγραφή και την αμεσότητα των διαλόγων, η κουλτούρα και η παράδοση της ελληνικής επαρχίας, που μπροστά στην τεχνολογική εξέλιξη και τις εκάστοτε αναφυόμενες σκοπιμότητες, καθίσταται το σφάγιο στο βωμό της λεγόμενης «αειφόρου ανάπτυξης», της οικονομικής και κοινωνικής εξέλιξης.

Αυτό που περισσότερο γοήτευσε τον άνθρωπο από την αρχαιότητα, η φύση, και μάλιστα η ελληνική φύση με τη διαύγεια, την καθαρότητα και την αισθητική της καλλιγραμμία, από τον Ηράκλειτο μέχρι και τον Αριστοτέλη και τους νεότερους φιλόσοφους, χάνει την αυτοδυναμία της και γίνεται υποχείριο της όποιας εξέλιξης, που δυστυχώς λησμονεί την «αρχή» της.

Από τα πρώτα κιόλας κεφάλαια, αναδύεται μέσα από τα διηγήματα ένα σφοδρό κατηγορώ κατά της κοντόφθαλμης πολιτικής των αρχών, της έλλειψης διορατικότητας και προγραμματισμού διεπόμενων από σεβασμό προς τη φύση, την ιστορία, την παράδοση και τον πολιτισμό.

Εδώ ακριβώς, τοποθετείται το μεγάλο θέμα της ηθικής ευθύνης του ανθρώπου και κυρίως του σύγχρονου ανθρώπου, του δελεασμένου από τα επιτεύγματα της τεχνολογικής ανάπτυξης. Το κόστος είναι ιστορικό, κοινωνικό, ηθικό, αισθητικό.

Κάπου σημειώνει ο αφηγητής: «Να νοσταλγείς τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό». Τα συναισθήματα αυτά είναι οικεία και γνώριμα στον κόσμο της Κύπρου. Νοσταλγούμε την Αμμόχωστο, την Κερύνεια, τον Απόστολο Ανδρέα, ενώ ζούμε στον τόπο μας και αυτό κάνει την πίκρα μας πιο οδυνηρή.

Στο κεφάλαιο «Ο Χαμένος Παράδεισος», ο λόγος είναι λυρικός, ενέχων εντός του δύναμη ομηρική, εμποτισμένη από την αγάπη και τη λαχτάρα ενός κόσμου που άλλοτε ζούσε και δημιουργούσε αστείρευτα. Ήταν τότε τα χρόνια του πατρικού σπιτιού, της παιδικής ηλικίας, που σφραγίζει ανεξίτηλα κάθε ανθρώπινη ψυχή.

Μέσα όμως από την ανάμνηση των οικογενειακών περιστατικών, αναδεικνύονται συγχρόνως και ιστορικές στιγμές του Ελληνισμού, που κινούνται μέσα σε τραγικές αντιθέσεις. Στα δύσκολα χρόνια του πολέμου «δεν πρέπει να εκμεταλλευόμαστε την ανάγκη των ανθρώπων», σημειώνει τελικά με ανθρωπιά ο αφηγητής.

Εξάλλου, η ηθική διάσταση συμπορεύεται με την φυσική διάσταση των πραγμάτων, όπως φαίνεται στο διήγημα «Ο Μόρνος βρυχάται και σπέρνει την καταστροφή» σημειώνει η Φώφη Παντελή, φιλόλογος, διευθύντρια μέσης εκπαίδευσης στη Λευκωσία.


Προ-Κείμενο

Είχα την τύχη να γεννηθώ και να ζήσω μέχρι τα δεκαοχτώ μου σε μια όμορφη κοιλάδα, που τη διέσχιζε και την τροφοδοτούσε ένα ποτάμι με πλούσια και γάργαρα νερά, ο Μόρνος ποταμός.

Τα νερά του Μόρνου προτίμησε να «απαλλοτριώσει» η υδροκέφαλη πρωτεύουσά μας, η Αθήνα, και με τη δημιουργία μιας τεχνητής λίμνης να τα μεταφέρει στα υδραγωγεία της για να ξεδιψάσει τα εκατομμύρια των ανθρώπων, που η κοντόφθαλμη πολιτική του ελληνικού κράτους συγκέντρωσε σε αυτή τη γωνιά της αττικής γης.

Με αναγκαστικές απαλλοτριώσεις εκδιώχθηκαν από τη γη τους οι κάτοικοι, διαλύθηκαν χωριά με πολύχρονη ιστορία, διερράγησαν οικογενειακή δεσμοί, καταστράφηκε μια ολόκληρη περιοχή με αξιόλογα ιστορικά μνημεία, αλλοιώθηκε το ευρύτερο περιβάλλον και, γενικά, εξαφανίστηκε το αποτύπωμα χιλιάδων ανθρώπων που πέρασαν και έζησαν σε αυτόν τον τόπο. Κι όλα αυτά, έγιναν με πρόσχημα το κοινό καλό και το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον.

Πρέπει να ήταν καμιά σαρανταριά χρόνια πριν όταν, ένα αυγουστιάτικο απόγευμα, αγναντεύοντας τη λίμνη από ψηλά, άρχισαν να περνούν από το μυαλό μου διάφορες ιδέες, σαν τις πιο πάνω.

Μπορεί και να οφειλόταν στη νοσταλγία που κατά καιρούς με καταλάμβανε. Ο Γιώργος Σεφέρης, αυτό το συναίσθημα το είχε συμπυκνώσει εύστοχα με τις πιο κάτω λιγοστές λέξεις: «Να νοσταλγείς τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό».

Αναρωτιόμουν αν μπορούσα να ανακαλέσω στη μνήμη μου την εικόνα του τοπίου, που είναι τώρα σκεπασμένο από τα εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού, να τη βάλω δίπλα στην τρέχουσα εικόνα και να κάνω τη σύγκριση. Ποια είναι πιο όμορφη, η παλιά ή η καινούργια; Ποια όμως θα είναι τα κριτήρια επιλογής; Πώς μπορούν αυτές οι εικόνες να μπουν δίπλα-δίπλα και να συγκριθούν, όταν μάλιστα η μία υπάρχει μόνο σαν μνήμη, καταχωνιασμένη κάπου στο μυαλό απ’ όπου πρέπει να αναδυθεί; Πόσο ζωντανή θα μπορούσε να είναι για να σταθεί ισάξια δίπλα σε αυτό που τα μάτια μου βλέπουν άμεσα τώρα; Έτσι άρχισε η άσκηση. Η ανάσυρση τελικά ήταν πιο εύκολη απ’ όσο νόμιζα. Κάποιες φορές η μνήμη εξαφάνιζε τα νερά, που λειτουργούσαν σαν κουρτίνα, και αντίκριζα εκεί μπροστά μου ολοζώντανη την κοιλάδα σε όλο της το πλάτος και το μήκος. Σαν μηχανή του χρόνου λειτουργούσε ο νους μου και κατάφερνε να βλέπει ακόμη και τους ανθρώ-πους του κάμπου ολοζώντανους στις καθημερινές τους δραστηριότητες.

Αυτή η νοητική άσκηση έδωσε τα πρώτα σπέρματα για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου.

Όλο αυτό το διάστημα, που αγωνιζόμουν να βρω τις κατάλληλες λέξεις και τον πρέποντα αφηγηματικό βηματισμό για τη συγγραφή των δεκαοχτώ διηγημάτων αυτού του βιβλίου, ένα μεγάλο ερώτημα μονίμως ερχόταν μπροστά μου:

Έχουμε άραγε ως άνθρωποι, και μάλιστα περαστικοί από αυτόν τον κόσμο, το ηθικό δικαίωμα να καταστρέφουμε τη φύση και το περιβάλλον που μας φιλοξενεί, επικαλούμενοι διάφορες βαρύγδουπες έννοιες, όπως «κοινό καλό», «δημόσιο συμφέρον», «οικονομική ανάπτυξη» ή κάποιες λιγότερο «ενοχοποιητικές», όπως «πράσινη» ή «αειφόρος ανάπτυξη», χωρίς να ορίζουμε επακριβώς τη σημασία τους;

Εάν ως χώρα είχαμε ακολουθήσει ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης, δεν θα συγκεντρωνόταν ο μισός πληθυσμός της Ελλάδας στην Αττική και τότε σίγουρα δεν θα υπήρχε ανάγκη να καταστραφεί η ορεινή Δωρίδα με την τεχνητή λίμνη του Μόρνου.

Εάν γινόταν σωστή μελέτη, που θα ελάμβανε υπόψη την επαπειλούμενη αισθητική υποβάθμιση των περιοχών τοποθέτησης των αιολικών και ηλιακών πάρκων, δεν θα είχαμε αυτά τα εκτρώματα που αντικρίζουμε σήμερα στα πάλαι ποτέ πανέμορφα βουνά μας.

Εάν οι περιβαλλοντικές μελέτες που γίνονται για κάθε είδους μεγάλα και μικρά έργα εστίαζαν περισσότερο στις αισθητικές συνέπειες, αλλά και στην ιστορική κουλτούρα που κουβαλά κάθε τόπος που θα επηρεαστεί από τη δημιουργία αυτών των έργων, τότε θα ήμασταν μια χώρα που θα απεδείκνυε έμπρακτο σεβασμό για το ένδοξο παρελθόν της και σοβαρή μέριμνα για τις μελλοντικές γενιές από τις οποίες δανείζεται πόρους για την επιβίωσή της.

Πιστεύω πως η ανάγνωση αυτού του βιβλίου θα ενισχύει και τη δική σας πεποίθηση, ότι ο άνθρωπος δεν θα πρέπει να λειτουργεί ως κυρίαρχος του πλανήτη, αλλά ως συνδετικός κρίκος για την αρμονική συνύπαρξη έμψυχου και άψυχου κόσμου. Δεν είμαστε νοικοκύρηδες σε αυτόν τον πλανήτη, μόνο νοικάρηδες.

Κωνσταντίνος Γεωργίου Μπερτσιάς – Ιούνιος 2021


Το βιβλίο του Κώστα Μπερτσιά με τίτλο: «Θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις» που μόλις κυκλοφόρησε μπορεί να αποκτήσει κανείς στα βιβλιοπωλεία: ΑΛΦΕΙΟΣ, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ , ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ, ΕΠΙ ΛΕΞΕΙ, ΠΑΤΑΚΗΣ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ, LOFT books.


Σάββατο 15 Μαΐου 2021

Τα παλιά λεωφορεία

Αρκετοί από μας θα θυμούνται τα λεωφορεία που όργωναν τους δύσβατους επαρχιακούς δρόμους τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Παρά τις αντιξοότητες, το ταξίδι με το λεωφορείο ήταν μια κουραστική αλλά ευχάριστη εμπειρία που πολλοί νοσταλγούν μέχρι και σήμερα.

Τα ταξίδια με το λεωφορείο ήταν ο μοναδικός τρόπος μετακίνησης για χιλιάδες Έλληνες σε μια εποχή που το αυτοκίνητο ήταν είδος πολυτελείας. Κάποια αυτά ήταν ιδιοκτησίας του Ιωάννη Σιώκου, που εκτελούσαν δρομολόγια από το Λιδωρίκι, προς Κόκκινο, τότε Λούτσουβο, Πενταγιού, Τρίστενο, Κερασιά, Αρτοτίνα, αλλά και προς Διακόπι, τότε Γρανίτσα, και μετά ανηφορίζοντας τη Μακριά Ράχη, προς Δάφνο, τότε Βουστνίτσα.

Ο φίλος Κώστας Καραγιάννης μας έστειλε τις φωτογραφίες αυτές.

 


Στην πρώτη, το λεωφορείο με το όνομα ΜΙΑΟΥΛΗΣ, φαίνεται ο ίδιος ο Ιωάννης Σιώκος μαζί με τον Παπα- Δημήτρη Μετάνια από τον Κόκκινο.

 


 

Στη δεύτερη, το λεωφορείο με το όνομα ΔΙΑΚΟΣ, βρίσκεται μπροστά στο φωτογραφείο του Σωτήρη Γιαλαμά στο Λιδωρίκι. Φαίνονται πάνω στο καπό ο Βασίλης Παλασκώνης, οδηγός από την Αρτοτίνα, δεξιά του ο Θύμιος Καραγιάννης, από τον Κόκκινο, δίπλα του ο Κώστας Ράπτης, από τη Γρανίτσα και πίσω του ο Τσίτσης, βοηθός από την Αρτοτίνα. Αργότερα ο Κώστας Ράπτης ήταν βοηθός στο λεωφορείο του Κοντογιώργου που έκανε το δρομολόγιο Λιδωρίκι – Διαακόπι – Δάφνο.


Πηγή: Εφημερίδα Ο ΛΙΔΩΡΙΚΙΩΤΗΣ ΑΦ106 Μαρ2021


***



Τετάρτη 12 Μαΐου 2021

Πως σώθηκε ο Κόκκινος (Λούτσοβος)

Η φωτογραφία είναι γύρω στο 1960. Σε πρώτο φόντο φαίνεται το χωριό Κόκκινος(Λούτσοβος) και είναι εμφανής η ρεματιά στην οποία παρατηρήθηκαν  έντονες ρηγματώσεις. Μεγάλες επίσης ρηγματώσεις είχαν εμφανιστεί και σε πολλά σημεία μέσα στο χωριό. 

Οι γεωλόγοι μηχανικοί του δημοσίου  που είχαν κληθεί να επιθεωρήσουν την περιοχή  είχαν προτείνει να μεταφερθεί το χωριό γιατί κινδύνευε άμεσα από κατολίσθηση. Τελικά η δασική υπηρεσία,  σχεδίασε και υλοποίησε ένα πρωτοποριακό έργο για τα δεδομένα της εποχής, (κυρίως με την κατασκευή αποστραγγιστικών τάφρων αλλά και πλούσιες δενδροφυτεύσεις σε όλη την περιοχή),  και σύντομα ο τόπος σταθεροποιήθηκε σχεδόν με ελάχιστο κόστος!

 

Εκείνη την εποχή λειτούργησε και το δασικό φυτώριο στα Χάνια του Καραπιστόλη με επιστάτη τον αείμνηστο Σπύρο Κ Μπερτσιά.

Στο βάθος φαίνεται ο κάμπος που σήμερα έχει σκεπαστεί από τα νερά της λίμνης του Μόρνου.

 

 

Πηγή: https://loutsovos.blogspot.com/2021/03/blog-post_25.html

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2020

Το ρύζι που δεν φύτρωσε ..

απόσπασμα από το προς έκδοση βιβλίο με τίτλο: 
''ΘΑΜΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ , ΖΩΝΤΑΝΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ''
του Κ. Γ. ΜΠΕΡΤΣΙΑ με καταγωγή από τον Κόκκινο

Μεγάλο γεγονός ήταν για τον Έπαχτο και για την γύρω περιοχή η ζωοεμποροπανήγυρης  που κάθε χρόνο ξεκίναγε ανήμερα του Αγίου Δημητρίου.
Στην δεκαετία του πενήντα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του εξήντα διαρκούσε ολόκληρη βδομάδα και η κοσμοσυρροή από τα χωριά της Ναυπακτίας, της Δωρίδας αλλά και από την Αχαΐα ήταν τόσο έντονη που εκείνες τις μέρες τριπλασιαζόταν ο πληθυσμός της πόλης. Χαράς ευαγγέλια για τους εμπόρους και τα πανδοχεία της Ναυπάκτου !!
Κάθε χρόνο ο παππούς μου έπαιρνε τον Γιώργο τον πατέρα μου, που ήταν ο μικρότερος γιος του και επισκεπτόντουσαν το επαχτίτικο παζάρι όπως ήταν πιο γνωστό.
Στο παζάρι έβρισκες τα πάντα, από άλογα, γαϊδούρια, μοσχάρια και αιγοπρόβατα μέχρι υφάσματα, ρούχα, παπούτσια, τρόφιμα, σπόρους, γεωργικά εργαλεία και ό,τι ήταν αναγκαίο για την ζωή στη επαρχία εκείνη την εποχή. Δεν έλειπαν βέβαια και κάποια νεωτερίστικα εμπορεύματα που για πρώτη φορά τα έβλεπαν οι άνθρωποι της επαρχίας. Ήσαν κυρίως αγροτικά και κτηνοτροφικά εργαλεία. Δύσκολα τα αποδεχόντουσαν οι άκρως συντηρητικοί κάτοικοι εκείνης της εποχής. Η κρατούσα αντίληψη ήταν:
“όπως τα βρήκαμε από τους γονείς μας έτσι πρέπει να τα παραδώσουμε στα παιδιά μας”.

Σε εκείνο το παζάρι ο μικρός Γιώργος έβλεπε πράγματα για πρώτη φορά στη ζωή του και οι ορίζοντές του άνοιγαν, τον εντυπωσίαζαν και του καλλιεργούσαν την νοοτροπία πως πρέπει να αγκαλιάζει τα καινούργια και άρχισε σιγά σιγά  να πιστεύει  ότι οι αλλαγές είναι πρόοδος..
Ο μικρός ο Γιώργος έβλεπε με άλλο μάτι τα καινούργια εργαλεία, καταλάβαινε ποσό θα τον βοηθούσαν στην δουλειά του και ποσό πιο παραγωγικές θα ήταν οι προσπάθειες του.
Έπειθε τον πατέρα του και κάθε φορά που γύριζαν από το παζάρι κάτι καινούργιο θα κουβάλαγαν με την κυρά Μαρία, την μάνα του, να γκρινιάζει, που σπαταλούν τα χρήματα τους σε άχρηστα πράγματα.

Έφεραν από τους πρώτους στη μικρή κοιλάδα του Μόρνου το σιδερένιο άροτρο, την μηχανή όπως την  έλεγαν, την σιδερένια σβάρνα και την ραντιστήρα πλάτης.
Την χρονιά της γέννησης μου, έφεραν ένα πουλάρι που εξελίχθηκε σε ένα υπέροχο άλογο. Η μάνα μου είχε να το λέει για πολλά χρόνια, όταν αναφερόταν στην γέννηση μου ή στην ηλικία μου, αμέσως συμπλήρωνε: έχεις την ίδια ηλικία με την Κούλα, που ήταν το όνομα του αλόγου.
Η Κούλα μαζί με ένα ψηλόσωμο μουλάρι, που ήταν δώρο από την Αμερικανική βοήθεια και την UNRRA, έφτιαξαν ένα ταιριαστό δίδυμο που όργωνε για δυο περίπου δεκαετίες τα χωράφια μας, τα ποτιστικά στο κάμπο και τα άνυδρα μπαΐρια, που καλλιεργούσαμε και ήσαν έξω από τους αρδευτικούς αύλακες στις πλαγιές των μικρών λόφων στην βορειοδυτική πλευρά του κάμπου.
Ο παππούς του άρεσαν οι ήχοι των κουδουνιών και πάντα αγόραζε κάποια κουδούνια με διάφορους ήχους για να κάνουν ιδιαίτερη την βουκολική μουσική, που τις νύχτες του καλοκαιριού αντιλαλούσε στους λόφους πέριξ της κοιλάδας δημιουργώντας μια πανδαισία ηχητικών ακουσμάτων. Υπήρχε ένας άτυπος ανταγωνισμός μεταξύ των βοσκών για το ποιου τα κουδούνια των κοπαδιών θα παράσχει την πιο ιδιαίτερη και σαγηνευτική μουσική.

Πρέπει να ήταν ή το 1960 ή το 1961, που θυμάμαι τον πατέρα να εξιστορεί στην μητέρα μου ότι στο παζάρι γνώρισε κάποιον από το Αγρίνιο που καλλιεργούσε ρύζι-έχει  ορυζώνες- θυμάμαι την φράση που είπε στην μητέρα μου.
«Του χρόνου θα αγοράσω ρύζι να σπείρουμε και μεις» συνέχισε να λέει στην κυρά Ευθυμία, «ρώτησα και έμαθα τα πάντα για την καλλιέργεια του ρυζιού».
-Δεν ξέρω εγώ από αυτά.. του απαντά η μάνα μου. Αλλά για πες μου, γιατί κανείς όλα αυτά χρόνια δεν έχει σπείρει εδώ στο κάμπο ρύζι;  Μήπως δεν γίνεται; Μήπως θέλει αλλά χώματα που ο δικός μας κάμπος δεν έχει; Δεν το αφήνεις καλύτερα Γιώργο...
-Κοίταξε γυναίκα πρέπει να δοκιμάσουμε, γιατί δεν το έχουν κάνει άλλοι εμένα δεν με ενδιαφέρει, εμένα ο Αγρινιώτης μου είπε πως είμαστε βλάκες, έχετε μου λέει εύφορα χωράφια, μπόλικο νερό και ασχολείστε ακόμη με καλαμπόκια και σιτάρια που δεν έχουν λεφτά ..  βάλε ρύζι να κονομήσεις μου είπε, άστο Ευθυμία του χρόνου θα το κάνουμε.
Αυτή η λουγκιά δίπλα στο ποτάμι που είναι επτά στρέμματα θα την καλλιεργήσουμε ρύζι θα είμαστε οι πρώτοι ! και μην το πεις σε κανένα θα τρίβουν τα μάτια τους οι χωριανοί μας!

Την επόμενη άνοιξη η πρώτη δουλειά του πατέρα ήταν να προετοιμάσει τα επτά στρέμματα για την σπορά του ρυζιού. Διπλοόργωσε πολύ καλά το χωράφι, το ίσιωσε με την σβάρνα, το αλφάδιασε, έφτιαξε στα άκρα μικρά αναχώματα ώστε το νερό που θα κατέκλυζε την  έκταση να μην έχει δυνατότητα διαφυγής και το ύψος του να μην ξεπερνά τους δέκα πόντους .
Αρχές Μαΐου πήγε στην πρωτεύουσα και αγόρασε δυο σακιά ρύζι των πενήντα κιλών. Ο έμπορος παραξενεύτηκε για την ποσότητα και τον ρώτησε:
-Τι θα το κανείς τόσο ρύζι ρε Γιώργο; Κρατώντας μυστικό το σχέδιο του απάντησε:
⁃ Δεν  είναι όλο δικό μου Θόδωρε ..


Η κοιλάδα πριν σκεπαστεί από τα νερά της λίμνης του Μόρνου
Μόλις ζέστανε ο καιρός, κάπου στα μέσα Μαΐου, έσπειρε το ρύζι όπως τον είχε δασκαλέψει ο Αγρινιώτης και περίμενε με ανυπομονησία να φυτρώσει το πρώτο ρύζι στην ιστορία της κοιλάδας.
Οι μέρες περνούσαν, φθάσαμε στο μήνα και ούτε ένα φυτό δεν είχε ξεμυτίσει από το νερό.
Απογοητευμένος άρχισε να λέει το πρόβλημα του αριστερά και δεξιά, βέβαια κανείς δεν μπορούσε να του δώσει κάποια εξήγηση. Δεν έφτανε η στενοχώρια του είχε και την μάνα μου, που του γκρίνιαζε, πως κάνει του κεφαλιού του, δεν ρωτά κανένα, χάσαμε τόσα χρήματα και δουλειά ενός μήνα με τα πειράματα του μουρμούριζε ..
Στα μέσα Ιουνίου μας επισκέφθηκε ο αδελφός της μάνας μου που υπηρετούσε την θητεία του στη αεροπορία και είχε πάρει άδεια .
Γαμπρέ του λέει:
-Τι ρύζι φύτεψες;  από που αγόρασες τον σπόρο;
-Από το Γκομόζια, από το Λιδωρίκι .
-Άσπρο ρύζι , αυτό που μαγειρεύουμε, αγόρασες;
Άρχισε να γελά και του λέει, μα αυτό είναι αποφλοιωμένο, είναι επεξεργασμένο και δεν φυτρώνει ... έπρεπε να προμηθευτείς σπόρο γνήσιο ....
Έτσι άδοξα έσβησε η προσπάθεια να γίνουν ορυζώνες τα καλαμποχώραφα της κοιλάδας !!

Πέρασαν χρόνια και όσες φορές θύμιζα στον πατέρα μου το πάθημα του φαινόταν καθαρά ότι τον ενοχλούσε και η αντίδραση του ήταν:   Ότι κάτι άλλο έφταιγε και όχι ο σπόρος και ότι ήμουν μικρός τότε και δεν θυμάμαι καλά την ιστορία ... Τέλος πάντως όπως και να έχουν τα πράγματα ο πατέρας ήταν προοδευτικός και ας μην ευοδώθηκαν τα όνειρα του για τους ορυζώνες. Και  οι πρωτοπόροι πατέρα έχουν τις αποτυχίες τους χωρίς αυτό να τους στερεί τον τίτλο του νεωτεριστή !!.

Πόνημα δημιουργικής γραφής, 

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2020

Η Μεταμόρφωση του Σωτήρoς στο Λούτσοβο

Η Μεταμόρφωση του Σωτήρoς, μια παμπάλαια εκκλησία στις όχθες του Κόκκινου, παραπόταμου του Μόρνου, ήταν ένα από τα δυο εξωκλήσια του χωριού που και τα δυο γιόρταζαν τον Αύγουστο. Το άλλο ήταν της Παναγίας, γνωστό ως Αΐμονή, κτισμένο στις όχθες του Μόρνου σε ένα μικρό ύψωμα απέναντι από το αβορόρεμα και γιόρταζε στις είκοσι τρεις.


Από πολύ παλιά όλοι, μικροί μεγάλοι, περιμέναμε την μέρα αυτή με ιδιαίτερη προσμονή  και από  νωρίς το πρωί παρέες παρέες μαζευόμασταν και πιάναμε τις θέσεις μας γύρω από την εκκλησία. Η κάθε οικογένεια η μάλλον το κάθε σόι είχε "αγκαζάρει" από πάππου  προς πάππου την θέση του. Μάλιστα  κάποιοι μερακλήδες για να ενισχύσουν  τον ίσκιο των μεγάλων πλάτανων που αφθονούσαν στην περιοχή,  έκαναν και τα περίτεχνα τσαρδάκια σκεπασμένα  με δεματσούλες.

Βέβαια η φήμη του πανηγυριού ξεπερνούσε τα όρια της κοινότητας μας και είχαμε πολλούς προσκυνητές από την διπλανή κοινότητα την Γρανίτσα (Διακόπι) και μπορώ να πω πως και λόγω της στενής γειτνίασης οι γρανιτσιώτες το θεωρούσαν και σαν δικό τους πανηγύρι. Πολλοί προσκυνητές ερχόντουσαν από το Βελούχι, την Αγλαβίστα, την Πενταγιού, το Κλήμα, το Σεβεδίκο, τον Αβορο, από τα διπλανά  Χανιά και από τα Χάνια του Στενού και δεν απουσίαζαν και οι προσκυνητές από την πρωτεύουσα της επαρχίας μας το Λιδωρίκι.

Οι νοικοκυρές είχαν ετοιμάσει και είχαν φέρει μαζί  τους τα λιτά αλλά πεντανόστιμα φαγητά τους και οπωσδήποτε τις περίφημες κολοκυθόπιτες  και τηγανισμένα ψάρια από τον ποτάμι μας τον Μόρνο .

Ας γυρίσουμε στο πανηγύρι , αμέσως μετά την λειτουργία στρώναμε τραπέζι και ακολουθούσε γλέντι με ζωντανή μουσική από οργανοπαίχτες της γύρω περιοχής όπως οι Καρμαίοι από το Σεβεδίκο, Φαλιαμπάλιας, Πανάγος κτλ.

Βέβαια και οι δυο μαγαζάτορες του χωριού μας  (Καραμπέτσος και Καραγιάννης) για τις ανάγκες της ημέρας μετέφεραν τα μαγαζιά τους στο προαύλιο χώρο της εκκλησίας, και παρόλη την νηστεία, το κοκορέτσι και η ψητή προβατίνα έδιναν και έπαιρναν ....

Για τα παιδιά ήταν ακόμη μεγαλύτερη  η χαρά τους γιατί από το πάγκο που κάποιος μικροπωλητής έστηνε (Γιαλαμάς, Καλμαντής,κτλ) μπορούσαν (;) να αγοράσουν διάφορα μπιχλιμπίδια από σουγιάδες μέχρι σφυρίχτρες.
Επίσης και οι φωτογράφοι ήσαν παρόντες για τα οικογενειακά και όχι μόνο ενσταντανέ. Ο Γιαλαμάς από το Λιδωρίκι και ο Πανουργιάς (Κολοκυθάς) ο Νίκος που είχε καταγωγή από το χωριό μας .

Το γλέντι βαστούσε μέχρι αργά το απόγευμα και ουσιαστικά μέχρι  την ώρα  του σκάρου μια και οι περισσότεροι πανηγυρτζήδες είχαν και τα πράματα τους και έδιναν ραντεβού για το άλλο πανηγύρι του χωριού στις 23 Αυγούστου της Αΐμονής..


Σάββατο 11 Απριλίου 2020

Ο Μόρνος βρυχάται και σπέρνει την καταστροφή

απόσπασμα από το προς έκδοση βιβλίο με τίτλο: 
''ΘΑΜΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ , ΖΩΝΤΑΝΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ''
του Κ. Γ. ΜΠΕΡΤΣΙΑ με καταγωγή από τον Κόκκινο


Τα καιρικά φαινόμενα του Φλεβάρη του 1962 ήταν εξαιρετικά ασυνήθιστα για την μικρή κοιλάδα του Μόρνου. Για αρκετές μέρες χιόνιζε διαρκώς και το ύψος του χιονιού μέσα στο κάμπο είχε φθάσει τους πενήντα πόντους, στα χωριά δε, που ήσαν ψηλότερα, το ύψος ξεπέρασε το μέτρο και η ζωή ανθρώπων και ζώων είχε γίνει πάρα πολύ δύσκολη. Τα πράγματα έγιναν πιο δύσκολα με τον ερχομό κάποιων ημερών με ηλιοφάνεια - Αλκυονίδες μέρες τις λέγαμε - που αντί να καλυτερεύσουν την κατάσταση την χειροτέρευσαν γιατί οι πολύ χαμηλές θερμοκρασίες της νύχτας πάγωσαν τα χιόνια σε τέτοιο βαθμό που ο ήλιος της ημέρας δεν κατάφερνε να τα ξεπαγώσει ούτε στο ελάχιστο.
 Μετά από μια βδομάδα υπερβολικής παγωνιάς ξαφνικά ο καιρός άλλαξε και το γύρισε σε βροχή. Έβρεχε καταρρακτωδώς, άνοιξαν οι ουρανοί για σχεδόν μια βδομάδα, τα παγωμένα χιόνια έλιωσαν και στο κάμπο και στα γύρω βουνά. Το νερό είχε πλημμυρίσει τα πάντα. Τα χωράφια γύρω από το σπίτι μας έγιναν μια απέραντη λίμνη που είχε σκεπάσει όλα τα δημητριακά που είχαμε σπείρει το φθινόπωρο. Όλα τα ρέματα, τα ρυάκια και τα αυλάκια έφερναν τόσο μεγάλες ποσότητες νερού που δεν τις χωρούσαν οι χαραγμένες από χρόνια κοίτες τους. Είχαν υπερπηδήσει τις όχθες και έτρεχαν επικίνδυνα αριστερά και δεξιά παρασύροντας και καταστρέφοντας ότι έβρισκαν στο διάβα τους.

Είμαστε κλεισμένοι όλη η οικογένεια στο σπίτι μας, ένα δίπατο αγροτόσπιτο, που ήταν καλά θεμελιωμένο σε θέση που προσέφερε φυσική προστασία. Ο μικρός λοφίσκος με την συστάδα των βελανιδιών, μας προστάτευε από το βοριά και το υπερυψωμένο πλάτωμα όπου ήταν χτισμένο το σπίτι,  μας παρείχε ασφάλεια από τα νερά του διπλανού ρέματος.
Οι άσχημες καιρικές συνθήκες μας είχαν σχεδόν απομονώσει αλλά δεν υπήρχε ανησυχία γιατί υπήρχαν τα απαραίτητα βασικά εφόδια που μας επέτρεπαν να ζήσουμε χωρίς σοβαρά προβλήματα για αρκετό καιρό.
 Η απόκοσμη βουή που ερχόταν από την πλευρά των ποταμιών και του μεγάλου ποταμιού, του Μόρνου, και του παραποτάμου, του Κόκκινου, προκαλούσαν έναν ενδόμυχο φόβο που τα βράδια γινόταν ακόμη πιο αποκρουστικός, λόγω της αντήχησης στην βουνοσειρά της Στόχοβας.  Επειδή το σπίτι μας ήταν κοντά στην συμβολή των δυο ποταμιών η βουή από την σύγκρουση των νερών των υπερχειλισμένων ποταμιών αποκτούσε μια αλλόκοτη χροιά που δύσκολα περιγράφεται .
Το μεγάλο πρόβλημα ήταν τα ζώα για τα οποία δεν υπήρχε η δυνατότητα να βγουν έξω από τον στάβλο να βοσκήσουν γιατί όλα τα λιβάδια ήταν σκεπασμένα με νερό. Ο παππούς ο Κώτσιος, που είχε την φροντίδα του κοπαδιού ήταν πολύ ανήσυχος γιατί οι μπάλες με το τριφύλλι που είχαμε στις αχυροκαλύβες τελείωναν, το ίδιο συνέβαινε και με βαμβακόπιτα και το κριθάρι που είχαμε στα αμπάρια.
Ήταν επίσης αδύνατο να πάει στο μικρό δάσος με τις κουμαριές και τις αγλανιές, που ήταν περίπου πεντακόσια μέτρα δυτικά από το σπίτι, όπου θα μπορούσε να κόψει κλαδιά και με το μουλάρι να τα φέρει για τροφή στα πρόβατα.
Η συνεχής και καταρρακτώδης βροχή και κυρίως τα πλημμυρισμένα ρέματα εμπόδιζαν μια τέτοια προσπάθεια.
Ο στάβλος ήταν ευτυχώς δίπλα στο σπίτι, ήταν καλής κατασκευής, οι τοίχοι ήταν πέτρινοι και η σκεπή -ταράτσα την λέγαμε - από ξύλα και χώμα δεν έβαζε νερά και τα ζώα τουλάχιστον δεν κινδύνευαν άμεσα από τα ακραία αυτά καιρικά φαινόμενα.
Αυτή την εποχή είχαν αρχίσει οι γέννες , που απαιτούσαν ιδιαίτερες φροντίδες, που αυτός ο παλιόκαιρος τις δυσκόλευε και μεγάλωνε την ανησυχία του παππού.
Ο παππούς αγαπούσε τα ζώα του και τα φρόντιζε με ιδιαίτερη επιμέλεια , μάλιστα στην εποχή που γεννούσαν, τα βράδια κοιμόταν κοντά στο κοπάδι.Σε κάποια γωνιά του στάβλου είχε φτιάξει το δικό του κονάκι με ένα πρόχειρο παραγώνι, όπου άναβε φωτιά για να ζεσταίνετε ο ίδιος αλλά και κανένα νεογνό που είχε πρόβλημα .
Αυτός ο παλιόκαιρος δεν ήταν εμπόδιο για τον παππού να είναι κοντά στο κοπάδι του και τα βραδιά συνέχιζε να κοιμάται μαζί τους .

Το ψωμί τελείωνε και η μάνα αφού ζύμωσε τρία τεσσάρα μικρά καρβέλια αποφάσισε να τα ψήσει στο τζάκι, ούτε λόγος να ανάψει τον φούρνο παρόλο που ήταν δίπλα στο σπίτι, στο άκρο της αυλής.
Βάλαμε αρκετά ξύλα στο τζάκι και κάηκε καλά και αφού φούσκωσαν και τα καρβέλια καθάρισε το παραγώνι ακούμπησε κάτω τα καρβέλια και από πάνω έβαλε την λαμαρινένια γάστρα την οποία σκέπασε με τα κάρβουνα. Στην άκρη έβαλε μια μικρή κουλούρα, που είχε κάνει με ζύμη , γεμισμένη με τυρί.
Σε μερικά λεπτά άρχισε να έρχεται στα ρουθούνια μας η γαργαλιστική μυρουδιά του ψωμιού που ψηνόταν και η ευχάριστη οσμή του τυριού από την κουλούρα. Τέτοια ερεθίσματα ανοίγουν την όρεξη ακόμη και σε χορτασμένους, πόσο μάλλον σε ανθρώπους σαν και μας που με πολύ δυσκολία η μάνα μας, κάλυπτε τις βασικές μας διατροφικές ανάγκες.
Πρέπει να βράδιαζε, αν και ήταν δύσκολο να το καταλάβεις, γιατί η χαμηλή νέφωση μαζί με την καταρρακτώδη βροχή δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα που έμοιαζε μονίμως σαν σούρουπο, όταν η γιαγιά η Μαρία έδωσε το σινιάλο:
-ελάτε να φάμε, φωνάξτε και το παππού-
Βγαίνω στο μπαλκόνι, έβρεχε ακατάπαυστα που μαζί με το σκοτάδι που είχε αρχίσει να γίνεται πυκνό ήταν αδύνατο να δεις πέρα από την μύτη σου.
Φωνάζω δυνατά:
-Παππού, παππού έλα να φάμε, το επαναλαμβάνω δυο τρεις φορές καμία απόκριση. Κατεβαίνω τις σκάλες και στα γρήγορα διασχίζω ένα διάδρομο έξι με επτά μέτρα και μπαίνω στο στάβλο και βάζω τις φωνές. Η φωνή του παππού ακούγεται κάπου στο βάθος να μου αποκρίνεται πως έρχεται.
Καθόμαστε όλοι γύρω από το τραπέζι . Το αχνό φως του λυχναριού που ήταν κρεμασμένο δίπλα στο παραγώνι και της λάμπας πετρελαίου που ήταν πίσω από το αργαλειό, που είχε στήσει η μάνα μου στην μια άκρη του δωματίου, ρομαντικότητα πρόσθετε στο σκηνικό, παρά φως για να διακρίνουμε τι θα τρώγαμε.
Αυτό μάλλον δεν μας ενοχλούσε απεναντίας μας ένωνε σαν παρέα και οικογένεια.
 Απόψε είχαμε μια σούπα από τραχανά που είχε ρίξει μέσα η γιαγιά κάποια κομμάτια από σύγκλινο και μπόλικη φέτα δίκης μας παραγωγής. Το σύγκλινο ήταν κομμάτια χοιρινού που είχαν πάρει μια βράση και τα συντηρούσαν σε πήλινα λαγήνια γεμάτα λίπος αφού ψυγεία δεν υπήρχαν .
Το καρβέλι που μόλις βγήκε ζεστό από την γάστρα,και η αχνίζουσα μυρωδάτη σούπα του τραχανά, μας απορρόφησε όλους στο φαγητό και κανείς μας δεν είχε χρόνο και διάθεση για κουβέντα. Όλοι ρουφούσαμε λαίμαργα τις κουταλιές και έτσι δεν δόθηκε στον παππού η ευκαιρία να μας πει την αγαπημένη χιλιοειπωμένη φράση του:
- όταν τρώμε δεν μιλάμε και δεν κουτσομπολεύουμε ...

Τελειώνοντας το φαγητό, ο παππούς πήγε στο στάβλο με τα πρόβατα που θα περνούσε το βράδυ και η μάνα μου έπιασε τον αργαλειό όπου αυτό τον καιρό ύφαινε κουρελούδες. Οι υπόλοιποι καθίσαμε γύρω από το τζάκι και ο πατέρας μου έριξε ένα μεγάλο ξερό πουρναρίσιο κούτσουρο που γρήγορα άρπαξε και οι φλόγες του φώτισαν όλο το δωμάτιο. Έξω ο καιρός λυσσομανούσε, να βρέχει καρεκλοπόδαρα, οι κεραυνοί να πέφτουν απανωτά και οι αστραπές να σχίζουν το βαθύ σκοτάδι κάνοντας την νύχτα μέρα. Η γιαγιά άρχισε να μουρμουρίζει κάτι για καταστροφή του κόσμου και να εκλιπαρεί την Παναγία να μας λυπηθεί.
Μάλλον και ο πατέρας μου πρέπει να ανησύχησε και για το κρύψει άρχισε να φωνάζει στην μάνα να σταματήσει με τον αργαλειό γιατί αυτό το τάκα τούκα μας έσπασε τα νεύρα .
Άλλες ήσυχες βραδιές, η αλήθεια είναι, ότι ο ήχος από τον αργαλειό ήταν μελωδικός και μας νανούριζε αλλά απόψε με τους εκκωφαντικούς κρότους των κεραυνών έξω, η μελωδία του αργαλειού μετατράπηκε σε ενοχλητική παραφωνία.
Εγώ θα πάω να κοιμηθώ, λέει ο πατέρας μου, κοιμηθείτε και σεις. Αύριο θα έχουμε καλό καιρό, που θα πάει; θα ξεθυμάνει, πόσο θα ρίξει ακόμη;
Μας καληνύχτισε και πήγε στο κρεβάτι του που ήταν στο διπλανό δωμάτιο .


ο Μόρνος κοντά στην Αιμονή στην συμβολή του με το Αβορόρεμα όταν ήταν ήρεμος
 
Δυο δωμάτια ήταν όλο το σπίτι, το μεγάλο, όπου είχαμε το τζάκι, είχε δυο μεγάλα κρεβάτια και χρησίμευε και για καθιστικό και για κουζίνα. Το ένα κρεβάτι προς την πλευρά των δυο παραθύρων κάποιες φορές το έβγαζε η μάνα μου και τοποθετούσε στην θέση του τον αργαλειό.
Το άλλο δωμάτιο το ανατολικό, που ήταν πολύ μικρότερο το διαχώριζε ένας ξύλινος τοίχος με μια μικρή πόρτα. Αυτό το δωμάτιο ήταν η κρεβατοκάμαρα των γονιών, υπήρχε ένα τραπέζι και μια καρέκλα κοντά στο μοναδικό παράθυρο με ένα μεγάλο ραδιόφωνο με λυχνίες, μάρκας philips με μια μεγάλη ξηρή μπαταρία.
Στον τοίχο πάνω από το τραπέζι υπήρχε ένας καθρέπτης, ο κλασικός της εποχής με την επιγραφή «καλημέρα» στην βάση του.
Ένα μεγάλο μπαούλο ήταν δίπλα στο σιδερένιο κρεβάτι σε ένα μικρό κοίλωμα με τα κλινοσκεπάσματα,τα χοντρά  ρούχα και τα στρωσίδια τακτοποιημένα με πολύ φροντίδα μέχρι το ύψος του ταβανιού, σαν γιούκο τον ξέραμε όλο αυτό τον μπόγο.
Στον γιούκο έκρυβε η μάνα κανένα  γλυκό  του κουταλιού από σταφύλι ή κυδώνι με την ψευδαίσθηση ότι δεν θα το βρίσκαμε...
Σε μια γωνιά του ταβανιού υπήρχε ένα ξύλινο πορτάκι, καταρράκτη το λέγαμε. που μπορούσαμε με την βοήθεια μιας σκάλας να σκαρφαλώσουμε και να μπούμε στον κενό χώρο που άφηνε η σκεπή με το ταβάνι.
Εδώ έβαζαν πράγματα που δεν πολύχρησιμοποιούσαμε ή αντικείμενα που δεν ήθελαν να είναι προσιτά στα παιδιά, όπως τα κυνηγητικά όπλα.
Στο μεγάλο δωμάτιο υπήρχε σε μια άκρη του πατώματος κοντά στο τζάκι ένα παρόμοιο πορτάκι που το λέγαμε καταπακτή, που μπορούσες εύκολα να κατέβεις στην αποθήκη του ισογείου όπου υπήρχαν τα αμπάρια με τα γεννήματα, τα βαρέλια με το κρασί και το τυρί, τα λαγήνια με το σύγκλινο, τα καλάθια με τις τροφές και όλα τα αγροτικά εφόδια στοιβαγμένα με τάξη.

Δεν πέρασε πολύ ώρα από την στιγμή που ο πατέρα πήγε για ύπνο που η γιαγιά μας φώναξε να κοιμηθούμε και ‘μεις τα παιδιά . Το φαρδύ κρεβάτι από ξύλα πλάτανου μας χωρούσε άνετα και τους τέσσερις.
Για να ζεσταινόμαστε καλύτερα εφαρμόζαμε το σύστημα του φακέλου, δηλαδή διπλώναμε καλά την φαρδιά κουβέρτα στα δυο άκρα και στο κάτω μέρος, που ήσαν τα πόδια μας και έτσι δεν υπήρχε ο κίνδυνος να ξεσκεπαστούμε κατά την διάρκεια του ύπνου. Προνομιακές θέσεις ήσαν οι ακραίες γιατί μπορούσες εύκολα να σηκωθείς γιαυτό υπήρχε πάντα ένας μικρό καυγάς για αυτές.
Βέβαια η μια θέση, η εξωτερική ανήκε δικαιωματικά στην γιαγιά που μας προστάτευε μην πέσουμε από το κρεββάτι και έμενε μόνο αυτή που ακουμπούσε στον τοίχο για τον σχετικό καυγά .
Κοιμηθήκαμε και ‘μεις και έμενε μόνο η μάνα να συνεχίζει την ύφανση των κουρελούδων στον αργαλειό.
Δεν πρέπει να έχει περάσει πολύ ώρα όταν ξυπνήσαμε όλοι από τι φωνές του παππού, που με ένα φανάρι λαδιού αναμμένο όρμησε στο δωμάτιο φωνάζοντας
-σηκωθείτε, θα πνιγούμε το ποτάμι έχει ξεχειλίσει και τα νερά του φθάνουν μέχρι το αλώνι.

Πεταχτήκαμε όλοι επάνω και βγήκαμε στο μπαλκόνι . Η βροχή είχε κοπάσει και τα σύννεφα είχαν αραιώσει και έβλεπες που και που κάποια αστέρια αλλά η βουή του νερού ήταν τέτοια που τρόμαζες στο άκουσμα της .
Είμασταν συνηθισμένοι με την βουή του ποταμού αλλά αυτό που ακούγαμε τώρα ήταν κάτι πρωτόγνωρο.
Ένας αλλόκοτος απειλητικός θόρυβος που ένιωθες την ορμή του νερού συνοδευόμενος από τριγμούς λες και έσερνε κάποιος αλυσίδες ανάκατα με πέτρες και ξύλα. Τρομάξαμε, εμείς τα παιδιά βάλαμε τα κλάματα και η γιαγιά με την μάνα μου άρχιζαν να ουρλιάζουν αλλόφρονες και να ζητούν έλεος από την Παναγία. Ο πατέρας μου μάλλον ήταν ο πιο ψύχραιμος και άρχισε να φωνάζει να σταματήσουμε τα κλάματα και τις υστερικές κραυγές γιατί δεν κινδυνεύαμε, αρπάζει από το παππού το φανάρι κατεβαίνει τα σκαλιά και πλησιάζει το αλώνι.
-Το νερό από το ποτάμι δεν μπορεί να ανεβεί εδώ, τα νερά στο αλώνι είναι από το μικρό ρυάκι και το αυλάκι που ήταν δίπλα στο σπίτι. Το ποτάμι, μας φωνάζει, έχει πηδήξει στα χωράφια που είναι στα τριακόσια μέτρα από εδώ στη θέση Καρασόνια .
-Μην φοβόσαστε είμαστε πολύ ψηλά .
-Μα ακούγεται δίπλα μας, τον διέκοψε η μάνα μου .
-Είναι νύχτα και ξεγελιέσαι Ευθυμία της απαντά
Συμφώνησε και ο παππούς με τα λεγόμενα του πατέρα και έτσι αισθανθήκαμε και ‘μεις καλύτερα, μπήκαμε μέσα στο σπίτι και η γιαγιά έβαλε ξύλα στο τζάκι και καθίσαμε όλοι αμίλητοι δίπλα στην φωτιά.
-Πρέπει να είναι πολύ μεγάλη η ζημιά διέκοψε την σιωπή ο παππούς, πολλά χωράφια θα έχουν γίνει ξεριάς. Κοντεύω τα75  και τέτοια καταστροφή δεν θυμάμαι, να έλθει ο Κόκκινος και ο Μόρνος στα Καρασόνια ... δεν μπορούσα να το φανταστώ ...
-Άστο θα το δούμε αύριο που θα ξημερώσει .. απαντά ο πατέρας μου.

Η μέρα που ξημέρωσε ήταν μια άλλη μέρα. Ουρανός κατακάθαρος και τα νερά γύρω από το σπίτι είχαν αποτραβηχτεί . Η άγρια όμως βουή του ποταμιού ακουγόταν ακόμη και τα κατακόκκινα νερά φαινόντουσαν να καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος του κάμπου που εκτεινόταν σε μια απόσταση περίπου πεντακόσια μέτρα μπροστά από το σπίτι μας. Όσο περνούσε η ημέρα αποκαλυπτόταν η μεγάλη καταστροφή που είχε γίνει στα χωράφια που ήσαν κάτω από το αρδευτικό αυλάκι και προς την πλευρά του ποταμιού. Το πρόβλημα δεν ήταν τα νερά αλλά τα φερτά υλικά, κυρίως ποταμολίθια, που είχαν σκεπάσει το γόνιμο χώμα των χωραφιών και είχαν αχρηστεύσει παντελώς τους αγρούς.
Μετά το μεσημέρι κάποιοι ιδιοκτήτες των πλημμυρισμένων χωραφιών ήλθαν από το χωριό για να δουν τις ζημιές, δύσκολες ώρες για τους φτωχούς αγρότες, για μερικούς μάλιστα ήταν και η μοναδική αγροτική έκταση που είχαν και που με αυτή ζούσαν τις πολυμελείς οικογένειες τους. Ο θρήνος σιγά σιγά απλώθηκε σε όλους τους κατοίκους της κοιλάδας.
Τους πρώτους ανθρώπους που είδαμε μετά από σχεδόν δέκα μέρες ήταν η αδελφή του παππού μου η Ρήνα με τον γιό της τον Γιώργο και την γυναίκα του την Έλλη.
Όλοι έκλαιγαν για το κακό που τους συνέβη, δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι τα τρία στρέμματα εύφορο χωράφι που είχαν αγοράσει ακριβώς πριν τέσσερις μήνες δεν υπήρχε. Ο Κόκκινος μαζί με τον Μόρνο το είχαν μετατρέψει σε μια άγονη πλέον έκταση γεμάτη ποταμολίθια, είχε γίνει ένας ξεριάς ..
-ξέρεις τι είναι να έχεις πάρει δανεικά, να χρωστάς και να μην υπάρχει αυτό που αγόρασες; μονολογούσε με δάκρυα στα μάτια ο μπάρμπα Γιώργος ο Κρανιάς..
Αργά το απόγευμα ήλθαν στο σπίτι μας ο παππούς ο Νικολός και η γιαγιά, από την πλευρά της μάνας μου, σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Τα μοναδικά τους κτήματα που ήσαν κοντά στην συμβολή του Μόρνου με τον Κόκκινο είχαν καταστραφεί ολοκληρωτικά. Η γιαγιά έκλαιγε γοερά και η αδελφή μου, η μικρή τετράχρονη Μαρία, προσπαθούσε να την παρηγορήσει λέγοντας της:
-μην κλαις γιαγιά, μην στενοχωριέσαι, θα σου δίνουμε εμείς μπομπότα να τρως ....έχουμε εμείς χωράφια και θα σπέρνουμε καλαμπόκια και σιτάρια και θα σας δίνουμε ...

Νοέμβρης 2019
πόνημα δημιουργικής γραφής
Κωνσταντίνος Γ. Μπερτσιάς




Σχετικές Αναρτήσεις:

 

 

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2020

Ολοκληρώθηκε ένα υπέροχο κιόσκι στον Κόκκινο

Ένα υπέροχο κιόσκι που θα μπορεί να συγκεντρώνει τους επισκέπτες του Κόκκινου, ολοκληρώθηκε πριν λίγες ημέρες. Βάφτηκαν κάγκελα,  μπήκαν τραπεζάκια με παγκάκια στην βρύση και ο χώρος με την υπέροχη θέα του, είναι έτοιμος να υποδεχθεί φίλους και επισκέπτες. Το Δ. Σ. του Συλλόγου  Κοκκινιωτών ευχαριστεί τον εμπνευστή και δημιουργό αυτού του αριστουργήματος! Το έργο αυτό σε συνδυασμό με την πρόσφατα ανακαινισμένη παιδική χαρά, μεταμόρφωσαν την πλατεία του Κόκκινου που έγινε ιδιαίτερα ελκυστική!
Η Ορεινή Δωρίδα συγχαίρει όλους τους συντελεστές!



Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2020

Γενική Συνέλευση για τον Σύλλογο Κοκκινιωτών


Το Δ. Σ Του Συλλόγου Κοκκινιωτών ανακοινώνει ότι την 
Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2020 και ώρα 10πμ 
στην Δωρική Αδελφότητα ΙΕΡΩΝΟΣ 6 ΠΑΓΚΡΑΤΙ 
θα γίνει η κοπή της πίττας καθώς 
και ο απολογισμός των πεπραγμένων του Δ. Σ. 

Σας περιμένουμε!!


Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2019

Στολίστηκε το δέντρο στον Κόκκινο

























Το ΔΣ του Πολιτιστικού Συλλόγου Κοκκινιωτών ,
σας εύχεται χρόνια πολλά με υγεία, ευτυχία 
σε εσάς και στην οικογένειά σας!!!

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΎΓΕΝΝΑ!

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2019

Η γέφυρα του Μακρυγιάννη

απόσπασμα από το προς έκδοση βιβλίο με τίτλο: 
''ΘΑΜΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ , ΖΩΝΤΑΝΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ''
του Κ. Γ. ΜΠΕΡΤΣΙΑ με καταγωγή από τον Κόκκινο


Παρόλο που δεν είχα κοιμηθεί καλά ξύπνησα αρκετά πρωί και βγήκα στην αυλή, ο παππούς ήταν και αυτός ξύπνιος, φορούσε την ποιμενική του φορεσιά και με την μαγκούρα στο χέρι, κοίταζε ψηλά προς το βουνό. Ο σκύλος του, ένα γηραλέο μαυρόασπρο ποιμενικό, έκανε κύκλους γύρω του, κουνώντας την ουρά του σαν να περίμενε κάποιο πρόσταγμα.
-Καλημέρα παππού τι κανείς πρωί πρωί εδώ στην αυλή ;
-Τι να κάνω παιδάκι μου, μαύρα και άραχνα.. τέτοια ώρα έπρεπε να είμαι στις λάκες πάνω από τον λόγγο και να βοσκώ το κοπάδι. Αλλά βλέπεις αυτή η λίμνη, μας αναστάτωσε τη ζωή μας.
Ο πατέρας σου άκουσες τι είπε χθες το βράδυ; να τα μαζεύουμε και να φεύγουμε. Να φεύγουμε, από που; Εγώ έκανα είκοσι χρόνια στην Αμερική, δούλεψα σκληρά και όταν γύρισα με τις οικονομίες μου αγόρασα εδώ αυτά τα χωράφια και δεν προτίμησα να αγοράσω στην Αθήνα, όπως μου έλεγε ο ξάδελφος μου, όταν στο ταξίδι της επιστροφής με φιλοξένησε για μια βραδιά στο καφενείο του, εκεί στην πλατεία Κολωνακίου.
Εδώ έφτιαξα το σπίτι μου, δούλεψα σκληρά, περάσαμε πολέμους, κακουχίες, αντιμετωπίσαμε πείνα και φτώχεια, μεγάλωσα τα παιδιά μου, εδώ ο Θεός μου πήρε τις δυο κόρες μου, την Βασιλική και την Χρυσαφούλα, και εδώ έθαψα και τις δυο γυναίκες μου, την πρώτη μου, την Μαρία το 28 και πέρυσι την Μαριγούλα την γιαγιά σου.
Είμαι γέρος άνθρωπος, έχω μπει στα ογδόντα έξι, αφήστε με να πεθάνω στο τόπο μου, τι να κάνω εγώ στην Αθήνα;
Ο πατέρας σου, άρον άρον, πήγε και πούλησε και τα λιγοστά πρόβατα που μου είχαν απομείνει και έτσι εδώ και καιρό γυρνώ σαν την άδικη κατάρα παιδί μου ..ξυπνώ χαράματα,παίρνω το σκύλο και περπατάμε μέχρι τον λόγγο, μερικές φορές σαλαγάω και το ανύπαρκτο κοπάδι ... σήμερα δεν είχα όρεξη και έμενα εδώ.
-Παππού δίκιο έχεις αλλά δεν έχουμε άλλη επιλογή πρέπει να είμαστε όλοι μαζί και η καλύτερη λύση είναι η Αθήνα, έχουμε σπίτι εκεί,εμείς τα παιδιά μπορούμε να σπουδάσουμε και ο πατέρας μπορεί να βρει δουλειά. Εσύ θα έχεις κοντά όλα τα παιδιά σου,είναι καλό για όλους μας, μην στενοχωριέσαι ..
Ο παππούς δεν απάντησε, ήταν φανερό ότι η λογική δεν μπορούσε να συμβαδίσει με την συναισθηματική κατάσταση ενός ανθρώπου τόσο δεμένου με τον τόπο και τα υπάρχοντα του και τις συνήθειες δεκαετιών.
Η πρωινή κουβέντα με τον παππού επιβάρυνε και την δικό μου συναισθηματισμό, σκεπτόμουν την ψυχολογία, το δράμα των ξεριζωμένων ανθρώπων, ανθρώπων που εγκαταλείπουν τις πατρίδες τους για να γλυτώσουν τα δεινά του πολέμου ή τους αναγκάζουν για θρησκευτικούς και εθνοτικούς λόγους να απομακρυνθούν από τις πατρίδες τους. Ο νους μου πήγε σου δικούς μας πρόσφυγες της μικρασιατικής καταστροφής.
Όταν το καλοσκέφτηκα διαπίστωσα ότι υπήρχε μια σημαντική διαφορά: και ο πιο κατατρεγμένος πρόσφυγας έχει μέσα του μια άσβεστη ελπίδα ότι κάποτε τα πράγματα μπορεί να φτιάξουν, οι συνθήκες να αλλάξουν και η επιστροφή στον τόπο του φάνταζε πιθανή. Στην δίκη μας περίπτωση αυτή η ελπίδα δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει, γιατί δεν θα υπήρχε ο τόπος μας, θα καταστρεφόταν από τα μηχανήματα που είχαν εισβάλει στην κοιλάδα και στο τέλος θα πνιγόταν από τις χιλιάδες τόνους νερού.
Με την κουβέντα με τον παππού είχα ξεχάσει γιατί σηκώθηκα τόσο νωρίς. Από την ώρα που επέστρεψα και μάλιστα μετά την απόφαση του πατέρα για μετακόμιση στην Αθήνα μπήκε στο μυαλό μου το σχέδιο επίσκεψης των πιο αγαπημένων μου τόπων. Να ζήσω και να αποτυπώσω βαθιά στη μνήμη μου τις αγαπημένες μου τοποθεσίες και να ξανά ζωντανέψω γεγονότα που έχουν ξεχωρίσει και έχουν για κάποιο λόγο χαραχθεί, σαν σημαντικά, στην μνήμη μου στα δεκαοχτώ χρόνια που έζησα σε αυτό τον τόπο.
Τώρα μάλιστα είχα και ένα μεγάλο όπλο, σημαντικό βοηθό, την καινούργια φωτογραφική μηχανή. Χωρίς να έχω προφτάσει να εμβαθύνω πάνω στην φωτογραφική τέχνη, μάλλον ασυνείδητα εξέλαβα την φωτογραφία σαν ένα εργαλείο που αιχμαλωτίζει το χρόνο και η απαθανάτιση σώζει από τον θάνατο ό,τι το σκόπευτρο της μηχανής παγιδεύει σαν πόζα.
Πέρασαν πολλά χρόνια για να καταλάβω ό,τι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, όταν απαθανατίζουμε κάτι, βασικά σταματάμε τον χρόνο που αυτό σημαίνει θάνατος. Γιατί τι άλλο είναι ο θάνατος από το σταμάτημα του χρόνου;
Είχα καταστρώσει με λεπτομέρεια το σχέδιο μου για τις τέσσερις μέρες που είχαν απομείνει. Το μόνο πρόβλημα μου ήταν ότι είχα μόνο τρία φιλμ με ένα σύνολο 108 στάσεων και ήταν φανερό ότι έπρεπε να κάνω επιλογές, το τι θα αποτυπώσω φωτογραφικά και τι θα χαράξω ανεξίτηλα στην μνήμη μου, δύσκολο έργο σίγουρα ...
Σήμερα θα έκανα το τελευταίο μου μπάνιο στα κρύα νερά του Μόρνου ακριβώς κάτω από τις γέφυρες στο Στενό. Ο ήλιος δεν είχε ανατείλει ακόμη και ετοιμαζόμουν να φύγω όταν ακούω πίσω τον αδελφό μου,
-Που πας; θα έλθω και εγώ .
-Για μπάνιο στο Στενό, έλα πάμε γρήγορα.
Φύγαμε ανατολικά ακολουθώντας το καλοδιατηρημένο μονοπάτι που ήταν στην άκρη των κτημάτων μας και που παλιά, πριν γίνει ο δημόσιος δρόμος, ήταν η κύρια αρτηρία που ένωνε τα χωριά της δυτικής κεντρικής Δωρίδας με την πρωτεύουσα της επαρχίας, το Λιδωρίκι. Μέχρι και τώρα πεζοί και υποζύγια χρησιμοποιούσαν αυτόν τον δρόμο ως τον πιο σύντομο, εφόσον βέβαια μπορούσαν να διαβούν τον Κόκκινο,παραπόταμο του Μόρνου.
Δεν προλάβαμε να απομακρυνθούμε αρκετά και οι φωνές της μάνας μας καλούσε να γυρίσουμε νωρίς γιατί έπρεπε να την βοηθήσουμε στις προετοιμασίες για την μετακόμιση.
Φθάσαμε πριν ο ήλιος ανατείλει από την κορυφή της Γκιώνας, αν και ο ήλιος εδώ, θα φαινόταν πολύ αργότερα, μια και τα ψηλά βράχια και από τις δυο πλευρές σχημάτιζαν μια φυσική κουρτίνα που άφηναν τις πρώτες ηλιαχτίδες να αρχίσουν να ζεσταίνουν τα κρύα νερά του ποταμού μετά τις 10 και αργά μετά το μεσημέρι θα έλουζαν ολόκληρη την βραχοσχισμή και τα καθαρά κρύα νερά του Μόρνου.
Η τοποθεσία τοπόσημο για την περιοχή, ήταν εντυπωσιακή , από την μια πλευρά ο πυραμοειδής λόφος, που ήταν η νότια απόληξη των Βαρδουσίων, ενός από τα ψηλότερα βουνά της Ελλάδος και από την άλλη πλευρά, την νότια, το έντονα βραχώδες τελείωμα μιας μακρόστενης βουνοσειράς της Στόχοβας και του Πύρνου.
Φαίνεται ότι εκατομμύρια χρόνια πριν οι δυο βουνοσειρές αποτελούσαν ένα ενιαίο συμπαγές σύνολο και κάποιος μεγάλος σεισμός δημιούργησε αυτή την μεγάλη, σχεδόν κατακόρυφη σχισμή και άφησε ελεύθερη την πορεία του Μέγα ποταμιού ή Δαφνούς ή Ύλαιθου όπως ήταν οι παλιότερες ονομασίες του Μόρνου.
Σε αυτό το πανέμορφο γεωλογικό ανάγλυφο πολλά χρόνια πριν κάποιοι τεχνίτες, επιδέξιοι μαστόροι της πέτρας, ήλθαν και έβαλαν την δική τους πινελιά . Έκτισαν έναν αριστούργημα, ένα μονότοξο γεφύρι με στέρεες βάσεις και με όμορφα σκαλοπάτια στο τόξο, που ανεβοκατέβαιναν με άνεση και ασφάλεια άνθρωποι και ζώα για εκατοντάδες χρόνια.
Νεότεροι τεχνίτες, με την δική τους μαστοριά, ήλθαν και πρόσθεσαν αρμονικά δίπλα του προς την πλευρά του Βελουχιού μια τσιμεντένια γέφυρα για να διαβαίνουν και τα αυτοκίνητα του επαρχιακού δρόμου που ένωνε την Ναύπακτο με το Λιδορίκι και την Άμφισσα .
Για να δυσχεράνουν την αποχώρηση των Γερμανών το 1944, οι Εγγλέζοι ανατίναξαν, ευτυχώς, μόνο την τσιμεντένια γέφυρα. Ο ελληνικός στρατός λίγο αργότερα συναρμολόγησε στην θέση της μια σιδερένια στρατιωτική γέφυρα Μπέιλι.
Προσωπικά μου άρεσε αυτή η γέφυρα και τρελαινόμουν να ακούω τους παράξενους συριγμούς, που προκαλούσαν κυρίως οι χονδροί ξύλινοι δοκοί που κάλυπταν το πάτωμα της γέφυρας , όταν περνούσε κανένα από τα λιγοστά αυτοκίνητα που την διέσχιζαν . Μου άρεσε επίσης να προσπαθούμε να εφαρμόσουμε στη πράξη την θεωρία της ταλάντωσης και του συντονισμού που είχαμε διδαχθεί στη φυσική. Όταν είμασταν μεγάλη παρέα, στοιχιζόμασταν σε στυλ παρέλασης και με συντονισμένο βηματισμό πιστεύαμε ότι θα γκρεμίζαμε την γέφυρα .. Δεν τα καταφέραμε και έτσι έπεσε ο πρώτος σπόρος της αμφισβήτησης θεωριών και δοξασιών, που πολύ με βοήθησε γενικά στην ζωή μου ..
Στην γέφυρα αυτή της είχα δώσει και κάποιες μυθικές διαστάσεις γιατί είχα ακούσει από κάποιο παλιό αξιωματικό του Μηχανικού ότι ο Ο Στρατάρχης Μοντγκόμερυ, Διοικητής των Βρετανικών δυνάμεων στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε δηλώσει πως «Χωρίς τη γέφυρα Μπέιλι, δεν θα είχαμε κερδίσει τον πόλεμο» και εμείς είχαμε στον τόπο μας μια τέτοια γέφυρα !!
Μια μεγάλη φυσική λεκάνη είχε σχηματιστεί ακριβώς κάτω από τις γέφυρες και προς την πλευρά του δρόμου που οδηγεί στο Βελούχι ένα πανέμορφο χωριό που βρίσκεται δυο χιλιόμετρα πιο πάνω ακριβώς κάτω από τις πηγές του ποταμιού .
Σε αυτή την λεκάνη κολυμπούσαμε συχνά τα καλοκαίρια παρόλο που τα νερά ήταν πολύ κρύα, το μπάνιο σε αυτό μέρος ήταν τολμηρή και θαρραλέα πράξη για μας τους νεαρούς . Υπήρχε μάλιστα ένας άτυπος ανταγωνισμός μεταξύ μας για το ποιος θα έκανε πρώτος το πρωινό μπάνιο του.
Σήμερα είμαι εδώ με τον αδελφό μου και θα ήταν το τελευταίο μας μπάνιο, βουτάμε στο ποτάμι πηδώντας από τον ψηλό τοίχο αντιστήριξης του δρόμου, ένιωσα ένα έντονο ρίγος και ένα μούδιασμα σε όλο μου το σώμα και τα σαγόνια να τρέμουν, σήμερα ένιωσα ότι δεν άντεχα το κρύο νερό, δεν είχα το ανάλογο ψυχικό σθένος, βγήκα γρήγορα στην απέναντι όχθη με το Νίκο να με πειράζει για την λιποψυχία μου. Μπορεί να ήταν και έτσι, η ψυχική διάθεση σε ανεβάζει ψηλά ή σε κατεβάζει στα τάρταρα ...και εγώ σήμερα ήμουν στα κάτω.
Άρχισα να τρέχω και να κάνω ασκήσεις σουηδικής γυμναστικής για να συνέλθω ενώ ο Νίκος συνέχιζε να κολύμπα . Όταν αισθάνθηκα καλύτερα πήρα την φωτογραφική μηχανή και τράβηξα μερικές φωτογραφίες. Σε λίγο ακούγονται παράξενοι ήχοι που μοιάζουν με κροτάλισμα και τρίξιμο της γέφυρας, κοιτάζω ψηλά, πάνω προς την γέφυρα και αντικρίζω το λεωφορείο του ΚΤΕΛ που πήγαινε προς το Λιδωρίκι . Το θέαμα είναι υπέροχο, η σκουροπράσινη σιδερόφραχτη γέφυρα, ο μπλε όγκος του λεωφορείου και πιο ψηλά οι μυτερές γκριζοκαφετίζουσες άκρες των βράχων και από δίπλα ένα γκρίζο πέτρινο τόξο με το χαρακτηριστικό πράσινο γείσο από αναρριχώμενο κισσό, συνθέτουν μια απαράμιλλη εικόνα, απολάμβανα εκστασιασμένος.. Δεν είχα ακόμη εκπαιδευτεί να λειτουργώ φωτογραφικά και το δάχτυλο μου δεν πάτησε το κλείστρο της μηχανής . Μόλις χρεώθηκα την πρώτη μου φωτογραφική αποτυχία, το θέμα το χάσαμε, το πουλάκι πέταξε όπως θα έλεγε ένας έμπειρος φωτογράφος ...
Όμως ο νους μπορεί να μην έδωσε την εντολή για το κλικ αλλά κατέγραψε καθαρά και ανεξίτηλα, τόσο καλά αυτή την στιγμή, που πιστεύω πως καμία φωτογραφία δεν θα μπορούσε να αποτυπώσει ...
Είχε βγει και ο Νίκος από το νερό όταν ήλθε και ο φίλος μας ο Κώστας ο γιος του μπάρμπα Μήτσου που είχε το Χάνι στην γέφυρα του Κόκκινου, δυο χιλιόμετρα απ´εδώ. Βούτηξε και αυτός στα κρύα νερά, εγώ χάζευα δυο μικρές πέστροφες που κολυμπούσαν κόντρα στο ρεύμα των νερών. Οι πέστροφες είναι πανέμορφα ψάρια, έχουν μαύρα στίγματα στη ράχη και πράσινο κόκκινα στα πλευρά, τα οποία περικλείονται από ένα λευκό ή ελαφρώς χρωματιστό δαχτυλίδι. Οι πέστροφες ζούσαν κοντά τις πηγές του ποταμού, δηλαδή από το Βελούχι μέχρις εδώ, γιατί προτιμούν νερά κρύα και με πολύ οξυγόνο . Το ποτάμι από το Στενό και προς τα κάτω πλαταίνει και τα νερά του γίνονται αρκετά θερμά.
Αφού βγήκε και ο Κώστας από το νερό, τους πρότεινα να πάμε μια βόλτα μέχρι το Βελούχι, ήταν για μένα το ομορφότερο χωριό της περιοχής και ήθελα αν έχω μια τελευταία οπτική γεύση.
Πήραμε τον μικρό αμαξιτό δρόμο, που μια πλευρά του ακουμπούσε σχεδόν στην κοίτη του ποταμού για περίπου πεντακόσια μέτρα και η άλλη πλευρά ήταν τα πλαγιαστά προς τον δρόμο βράχια που σε κάποια σημεία είχαν κοπεί για να χαραχθεί το οδόστρωμα, δεν πιστεύω πως το κομμάτι αυτό του δρόμου το έβλεπε ποτέ ο ήλιος .
Μετά ο δρόμος έφευγε αριστερά απομακρυνόμενος από το ποτάμι, από το σημείο αυτό αντίκριζες μια πανύψηλη βουνοπλαγιά που στην κορφή φαινόντουσαν κάποια δένδρα και στην βάση είναι οι πηγές του ποταμιού. Ακριβώς από κάτω ήταν κτισμένο το χωριό, στα αριστερά και στα δεξιά μιας μεγάλης ρεματιάς, που αποτελούσε την κοίτη των υδάτων της πηγής που προσπαθούσαν σιγά σιγά να μετατραπούν σε ποτάμι .
Το χωριό ήταν κατάφυτο κυρίως με κερασιές, καρυδιές και δαμασκηνιές και λεύκες, από τις αυλές όλων των σπιτιών περνούσε κανάλι με την μορφή μικρού ρυακιού που έτρεχε μονίμως νερό και με το όποιο πότιζαν οι ευτυχείς κάτοικοι τα περιβόλια τους .
Μπαίνοντας στο χωριό συναντήσαμε έναν μεγάλο νερόμυλο με ένα μεγάλο πλάτανο στην αυλή και δίπλα του μια νεροτριβή ή όπως την έλεγαν οι ντόπιοι, ντριστίλα. Εδώ έφερναν τα μάλλινα, που έφτιαχναν στους αργαλειούς, για να μαλακώσουν στη δίνη του περιστρεφόμενου νερού που ερχόταν με ορμή από ψηλότερα. Καθίσαμε στην αυλή του μύλου και αμέσως ο μυλωνάς άρχισε την ανάκριση από που είμαστε, τίνος είμαστε και τι θέλουμε στο χωριό.
Περάσαμε επιτυχώς την εξέταση και μάλιστα ήθελε να μας κεράσει και λουκούμι από ένα τρισάθλιο κουτί, που είχε ακουμπισμένο σε μια αραχνιασμένη εγκοπή του τοίχου.
Αρνηθήκαμε την προσφορά και συνεχίσαμε προς την γέφυρα που ένωνε τις δυο όχθες του ρέματος. Απέναντι από τον μύλο υπήρχε ένα όμορφο καλοδιατηρημένο σπίτι που μόλις έπεσε η ματιά μας πάνω του όλοι με μια φωνή είπαμε :
-Να το σπίτι του δασκάλου, θυμόσαστε που πριν τρία καλοκαίρια ήλθαμε εδώ και κλέψαμε από την αυλή τις δυο μπάλες ... Οι μπάλες ήταν δυσεύρετες εκείνη την εποχή αλλά η επιθυμία για παιγνίδι και ειδικά για ποδόσφαιρο ήταν τόσο μεγάλη που σκαρφιζόμασταν απίθανα πράγματα για φτιάξουμε κάποια χειροποίητη μπάλα .
Ένα μεσημέρι έρχεται ο Κώστας και μου λέει:
-Στο Βελούχι, που πήγα χθες με την μάνα μου στο μύλο, είδα δυο μπάλες παραπεταμένες στην αυλή του δάσκαλου, πάμε να τις πάρουμε, κοιμούνται όλοι τα μεσημέρια δεν θα μας δει κανείς.
-Μα δεν είναι σωστό άρχισα να του λέω .
-Ο δάσκαλος μου λέει έχει δυο κόρες,τα κορίτσια δεν παίζουν με τις μπάλες άχρηστες τους είναι,ενώ σε μας ..
ομολογώ με έπεισε χωρίς δεύτερη κουβέντα και ξεκινήσαμε για την επιχείρηση «απαλλοτρίωση μπάλας από το διπλανό χωριό».
Τσιλιαδόρος εγώ και εκτελεστής ο Κώστας οι μπάλες, μια ποδοσφαίρου και μια μπάσκετ - και δυο χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά για ποδόσφαιρο - μετακόμισαν από το Βελούχι στα δικά μας γήπεδα σπαρμένα μάλιστα με τριφύλλι. Ελπίζω τα κορίτσια του δασκάλου, εξαίρετος άνθρωπος και άριστος παιδαγωγός, να μην χρησιμοποιούσαν τις μπάλες και να μας συγχωρέσουν για το θράσος μας να τις κλέψουμε μέσα από την αυλή τους ..
Συνεχίσαμε περιδιαβαίνοντας το χωριό και αποτυπώναμε τις ομορφιές του και ακούγαμε το κελάρυσμα των νερών που έτρεχαν παντού.
Φθάσαμε μέχρι το μαγαζί του Σίδερη, όπου για πολλά χρόνια ερχόμασταν στο πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου.
Ηλεκτρικό ρεύμα δεν είχε το χωριό, όπως άλλωστε δεν είχαν σχεδόν όλα τα χωριά της επαρχίας, όμως στο πανηγύρι είχε την πιο κρύα μπίρα χάρις στα κρύα νερά που έτρεχαν σε όλα τα κανάλια και τα αυλάκια του χωριού. Ο μαγαζάτορας άφηνε στο νερό το καφάσι με τις μπίρες και τα άλλα αναψυκτικά και σε πέντε λεπτά είχαν «παγώσει». Εδώ σε αυτό το μαγαζί στο πανηγύρι του 1969 είχα πρωτοδοκιμάσει κόκα κόλα, μου άρεσε τόσο πολύ που θέλοντας να συναγωνιστώ τους μεγάλους που έπιναν μπίρες,κατανάλωσα όλο το βράδυ 18 μπουκάλια. Πέρασαν μέρες για να απαλλαγώ από το τρέμουλο και το μούδιασμα των ούλων.
Διαβάζοντας χρόνια αργότερα για την είσοδο της κόκα κόλα στην Ελλάδα, που την έφερε ο Τομ Πάπας, με εντυπωσίασε το γεγονός ότι στα ράφια των αθηναϊκών καταστημάτων, πρωτοεμφανίστηκε στις 10 Αυγούστου 1969 και σε μια τόσο απομακρυσμένη και απομονωμένη περιοχή και μάλιστα χωρίς την ύπαρξη ψυγείων έφθασε σχεδόν ταυτόχρονα. Στο πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου είχαμε κόκα κόλες στο Βελούχι. Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι άλλο από το ποσό επιθετικό μάρκετινγκ εφάρμοζε η κόκα κόλα και στην Ελλάδα από τα πρώτα βήματα της!
Βγήκαμε από το χωριό από την νοτιοανατολική πλευρά και αποφασίσαμε να ακολουθήσουμε την πορεία του ποταμιού μπήκαμε μέσα στην κοίτη ,πολύ νερό δεν είχε αυτή την εποχή και ήταν σχετικά εύκολο το περπάτημα. Το ψυχρό νερό έφτανε το πολύ μέχρι τα γόνατα μας, ήταν πολύ καθαρό και βλέπαμε τα φοβισμένα ψάρια να κάνουν διάφορους ελιγμούς αριστερά και δεξιά μας.
Συνεχίσαμε να περπατάμε μέσα στο ποτάμι και σε λίγο από την δυτική όχθη μέσα από μια συστάδα καλαμιών ακούμε κάποιον να μας φωνάζει, πλησιάσαμε ήταν αρκετά επιθετικός και ζητούσε να του πούμε ποιοι είμαστε και τι γυρεύουμε εκεί και πριν προλάβουμε να του απαντήσουμε όρμησε προς το μέρος μας απειλητικά φωνάζοντας:
-αλήτες εσείς μου κλέψατε την καλαμωτή θα σας δείξω εγώ τώρα . ..
Καλαμωτή ήταν μια κατασκευή από καλάμια σε σχήμα ανοιχτού χωνιού που την χρησιμοποιούσαμε για το ψάρεμα .
Φύγαμε τρέχοντες τρομαγμένοι προς την κατεύθυνση του Στενού, ηρεμήσαμε όταν κάποια στιγμή κοιτάξαμε πίσω μας και διαπιστώσαμε ότι δεν μας ακολουθούσε.
-Καταλάβατε ποιος ήταν αυτός; Ρωτά ο Κώστας.

Όπως έβλεπα αυτό το ωραίο θέαμα θυμήθηκα την πρώτη φορά που πέρασα την στρατιωτική γέφυρα και αντίκρισα αυτή την επιβλητική βραχοσχισμή με το μονότοξο πέτρινο γεφύρι. Πρέπει να ήμουν έξι η επτά χρονών όταν η γιαγιά μου η Μαρία με είχε φορτωθεί στην πλάτη της για να με μεταφέρει στο Λιδωρίκι όπου θα με εξέταζε ο γιατρός . Βέβαια δεν ήμουν άρρωστος αλλά σκαρφίστηκα έναν φοβερό πονόκοιλο για να αναγκάσω την γιαγιά να με πάει στο Λιδωρίκι για να το γνωρίσω .
Άκουγα από τους μεγάλους ότι το Λιδωρίκι ήταν μια μεγάλη πόλη με πολλά μαγαζιά που έβρισκες πράγματα που δεν υπήρχαν στο χωριό, παγωτά, γλυκά, ψωμί λευκό, χάσκο το έλεγαν. Μια φορά μάλιστα άκουσα τον πατέρα μου να λέει ότι ένα βράδυ στην πλατεία σε ένα μεγάλο σεντόνι κρεμασμένο σε ένα τοίχο έβλεπε ανθρώπους να πολεμάμε, άκουγε τις φωνές τους, αυτοκίνητα να τρέχουν, αεροπλάνα να ρίχνουν βόμβες, αυτός είναι ο κινηματογράφος είπε στην μάνα μου .
Με τέτοια ακούσματα και την παιδική μου φαντασία να οργιάζει δεν ήθελε και πολύ το Λιδωρίκι να πάρει στο μυαλό μου μυθικές διαστάσεις. Η έμφυτη έντονη περιέργεια μου με οδήγησε να βάλω την γιαγιά να με κουβαλά στη πλάτη της πάνω από έξι χιλιόμετρα. Αν φανταζόταν η γιαγιά τι είχα σκαρφιστεί θα με είχε πετάξει από την γέφυρα στο ποτάμι.

Κάτι τέτοιο βέβαια δεν τόλμησε να κάνει η μάνα του Μακρυγιάννη όταν σχεδόν εκατό χρόνια πριν, όταν έπρεπε να περάσει πέτρινη γέφυρα με τους φυγάδες χωριανούς της, όπως γράφει με την χαρακτηριστική γραφή του ο ίδιος ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματα του:
«Οι Τούρκοι του Αλήπασσα θέλαν να μας σκλαβώσουνε. Τότε δια νυχτός όλη η φαμελιά και όλο μας το σόι σηκώθηκαν και έφυγαν και ήθα παγαίνουν εις την Λιβαδειά να ζήσουνε εκεί. Θα πέρναγαν από ᾿να γιοφύρι του Λιδορικιού ονομαζόμενον Στενό δεν πέρναγε από άλλο μέρος το ποτάμι. Εκεί φύλαγαν οι Τούρκοι να περάσουν να τους πιάσουνε, και δεκοχτώ ημέρες γκιζερούσαν εις τα δάση όλοι κ’ έτρωγαν αγριοβέλανα και εγώ βύζαινα κ’ έτρωγα αυτό το γάλα. Μην υποφέρνοντας πλέον την πείνα, αποφάσισαν να περάσουνε από το γιοφύρι, και ως βρέφος εγώ μικρό, να μην κλάψω και χαθούνε όλοι, αποφάσισαν και με πέταξαν εις το δάσος, εις τον Κόκκινον ονομαζόμενον, και προχώρεσαν δια το γιοφύρι. Τότε μετανογάει η μητέρα μου και τους λέγει “Η αμαρτία του βρέφου θα μας χάση”, τους είπε, “περνάτε εσείς και σύρτε εις το τάδε μέρος και σταθήτε... το παίρνω κι᾿ αν έχω τύχη και δεν κλάψη, διαβαίνομε”... η μητέρα μου κι᾿ ο Θεός μας έσωσε. Αυτά όλα τα ᾿λεγε η μητέρα μου και οι άλλοι συγγενείς».
Έτσι η γέφυρα του Στενού απέκτησε και ένα δεύτερο όνομα, του Μακρυγιάννη το γεφύρι. Αμφιβάλω βέβαια, αν οι περισσότεροι άνθρωποι γνώριζαν το γιατί.
Ευτυχώς για μας τους μαθητές εκείνης της περιόδου η τύχη μας ευνόησε να έχουμε δυο φιλόλογους που η διδασκαλία τους ξέφευγε από τα στενά όρια των σχολικών βιβλίων και έτσι γνωρίσαμε σε βάθος τον μεγάλο συμπατριώτη μας αγωνιστή του 21 και λόγιο Γιάννη Μακρυγιάννη .
Έριξα μια τελευταία ματιά προς το γεφύρι και πρόσεξα τον μετρητή που ήταν τοποθετημένος στη βάση της γέφυρας. Ένα εργαλείο που μετρούσε την στάθμη του νερού, είχε τοποθετηθεί εκεί από το υπουργείο δημοσίων έργων τουλάχιστον μια δεκαετία πριν . Κάθε μέρα ο Θανάσης που ήταν και αρμόδιος και για την λειτουργία του τουριστικού Ξενία, που ήταν σχεδόν δίπλα, πήγαινε και κατέγραφε την στάθμη και έστελνε τις μετρήσεις στην Αθήνα.Οι μετρήσεις αυτές βοήθησαν τους μελετητές να αποδείξουν ότι η λίμνη που θα κατασκευαζόταν θα έχει την απαιτούμενη επάρκεια νερού. Ασυναίσθητα πήρα μια πέτρα και την έριξα προς την πλευρά του μετρητή και ακούσθηκε ο ήχος της λαμαρίνας σαν ένας τελευταίος χαιρετισμός ...
Ανεβήκαμε στον αμαξιτό δρόμο περάσαμε μπροστά από το Ξενία και σε λίγα μέτρα χωρίσαμε, ο Κώστας συνέχισε στην δημοσιά προς το δικό του σπίτι , το Χάνι που ήταν στην γέφυρα του Κόκκινου και εγώ και ο αδελφός μου πήραμε το μονοπάτι που οδηγούσε στο σπίτι μας .



Οκτώβρης 2019
πόνημα δημιουργικής γραφής,

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2019

Δυνατός σαν το σίδερο και γλυκός σαν τη ζάχαρη!!

Ασυνήθιστη κίνηση εκείνο το πρωινό της εικοστής Οκτωβρίου, στα μέσα της δεκαετίας του πενήντα, στο σπιτικό του Μπάρμπα Κώστα ή Κώτσιου όπως ήταν πιο γνωστός στον μικρό εξωχώριο αγροτικό διάσπαρτο οικισμό στην κοιλάδα του Μόρνου με τα όμορφα και γόνιμα παρόχθια αγροκτήματα .
Στα παλιότερα χρόνια οι άνθρωποι είχαν μια καλύτερη, συνήθως βιωματική, αντίληψη για την φύση και τους κινδύνους και με περισσή φροντίδα επέλεγαν να κτίζουν τα χωριά τους σε μέρη με το κατάλληλο κλίμα .
Οι κάμποι και οι παραποτάμιες τοποθεσίες με τις έντονες υγρασίες και τους πάγους, τα έλη με τα κουνούπια και τις θανατηφόρες ελονοσίες δεν ήσαν ιδανικοί τόποι για μόνιμη διαμονή .
Έκτιζαν τα σπίτια τους σε κατάλληλα ημιορεινά και ορεινά μέρη και πηγαινοερχόντουσαν στους κάμπους για τις καθημερινές εργασίες .
Έτσι και εδώ, στην κοιλάδα του Μόρνου, σχεδόν όλα τα χωριά ήσαν κτισμένα στα ψηλά, πέριξ της κοιλάδας, σε μέρη που ήσαν καλά προφυλαγμένα και με πιο υγιεινό κλίμα .
Το καθημερινό πήγαινε έλα, οπωσδήποτε βασανιστικό και σίγουρα χάσιμο χρόνου, ανάγκαζε πολλούς να κτίζουν και στους αγρούς τους πρόχειρα καταλύματα και σε κάποιες περιόδους, κυρίως το καλοκαίρι έμεναν εδώ σχεδόν μόνιμα .
Μια τέτοια περίπτωση ήταν και του μπάρμπα Κώτσιου που καμία τριανταπενταριά χρόνια πριν όταν γύρισε από την Αμερική αγόρασε μια μεγάλη έκταση και άρχισε να την καλλιεργεί. Έκτισε δε στην αρχή ένα μικρό υπόστεγο που σιγά σιγά μετεξελίχθηκε σε ένα ολοκληρωμένο αγροτόσπιτο – σε ένα πλήρες μόνιμο νοικοκυριό .
Ο μπάρμπα Κώτσιος, με πατημένα τα εβδομήντα, δούλεψε σκληρά στην Αμερική σχεδόν είκοσι χρόνια ανοίγοντας δρόμους και σύριγγες στα γρανιτώδη όρη και απλώνοντας σιδηροτροχιές στην Μινεσότα. Στην μακρόχρονη παραμονή του στα ξένα μόνο δυο φορές έκανε το ταξίδι της επιστροφής, μια -μόνιμα-  λίγο πριν το κραχ του είκοσι εννιά  και αρκετά χρόνια παλιότερα για να πολεμήσει στους βαλκανικούς πολέμους.
Ήταν ένας πράος και καλοκάγαθος άνθρωπος με χαλύβδινη θέληση και υπομονή και έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από τους συγχωριανούς του για την ακεραιότητα του χαρακτήρα του και την σοφία του.
Η μακρόχρονη παραμονή του στην Αμερική, πέρα από την καλή γνώση των εγγλέζικων,  του πρόσφερε επίσης πλούσια εμπειρία και πρωτόγνωρες γνώσεις από τον Νέο Κόσμο που σαφώς έλλειπαν από την μικρή και απομονωμένη κοινωνία της ορεινής Δωρίδας .
Ο μπάρμπα  Κώτσιος ήταν πολύ καλός αφηγητής και με υπερηφάνεια διηγείτο πάμπολλες φορές την συμμετοχή του στη πολιορκία των Ιωαννίνων, τη πτώση του Μπιζανίου και την είσοδο του στα Γιάννενα με το στρατιωτικό σώμα που συνόδευε τον διάδοχο Κωνσταντίνο.
Είχε αποκτήσει έξι  παιδιά, τεσσάρα από τον πρώτο του γάμο και δυο από τον δεύτερο είχε χάσει τις δυο κόρες του και τη πρώτη γυναίκα του από αρρώστιες,  που σήμερα θα θεραπευόντουσαν  πανεύκολα.

Ο Κωνσταντίνος Δ.Μπερτσιάς σε ηλικία 80 ετών στην αυλή του σπιτιού του ετοιμάζεται να πάει στο πανηγύρι της Αϊμονής στις 23 Αυγούστου

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2019

Το χάνι του Κολοκυθά - Γκέκα

Το  χάνι  του  Κολοκύθα , του  Γκέκα, ήταν στην  αριστερή  μεριά  του  δρόμου από Λιδωρίκι προς  Ναύπακτο, λίγο μετά  τη  γέφυρα  του  Στενού, ακριβώς  μπροστά  στην  τσιμεντένια  γέφυρα του  Κόκκινου, που φαίνεται  αριστερά  στη  φωτογραφία, στο  βάθος ..
  Το  ωραίο  δε  είναι  πως  πριν  μερικά  χρόνια, τέλος  δεκαετίας  2000 ή  αρχές  της  δεκαετίας  2010, ένας  αγαπητός  φίλος απ’ τη  Ναύπακτο, ο  Γιάννης  Χαλάτσης, βιβλιοθηκονόμος της  Παπαστρατείου βιβλιοθήκης, εξαίρετος  ερευνητής  και   συγγραφέας, έγραψε ένα  υπέροχο  βιβλίο το "Διαδρομές του  παρελθόντος στη  Ναυπακτία  και  Δωρίδα", μια  εξαιρετική  δουλειά, που  προσωπικά μου είχε  κάνει  αρίστη  εντύπωση και  μάλιστα λόγω  φιλίας  με  τον  συγγραφέα, ανέλαβα την υποχρέωση να τον  βοηθήσω κυρίως  για  τα  Δωρικά  χάνια, για τα  οποία  είχα  αναρτήσει  δικές  μου  εργασίες μετά  από  στοιχεία  που  είχα  συγκεντρώσει .
   Θυμάμαι  τότε , ενώ  είχα  συγκεντρωμένα  πολλά  στοιχεία για όλα  σχεδόν  τα  Δωρικά   χάνια, φωτογραφίες  κλπ είχαμε  κολλήσει  στα  χάνια  του  μπάρμπα  Μήτσου του  Καραπιστόλη - Ντακουίνου για  το  οποίο  βρήκα  κάποιες  φωτογραφίες  τελικά, αλλά δεν  είχα  απολύτως  τίποτα  για το Χάνι του  Κολοκύθα – Γκέκα .
   Χθες  λοιπόν  που  έκανα την  τακτική   βόλτα  στο  blog  loutsovos.blogspot.gr, του  αγαπητού  φίλου Κώστα  Μπερτσιά, ένα  blog που..προσωπικά  μου.. θυμίζει  κάποια μικρά  γραφικά παλαιοπωλεία  χωμένα  σε  κάποια ..δρομάκια  στο  Μοναστηράκι, που  δεν έχουν..μόστρα, βιτρίνα δηλαδή, πιασάρικη  και  δεν  κάνουν  ιδιαίτερη  εντύπωση, μέσα  όμως κρύβουν.. θησαυρούς, κι’ αν  μπεις  μια  φορά… "κολλάς", έτσι το’χω πάθει  κι’εγώ, μπαίνω  και περνάω  ώρες  χαζεύοντας παλιές Λουτσοβιώτικες  φωτογραφίες  που  προσωπικά  με  συγκινούν ..
   Έτσι  λοιπόν  σήμερα πέτυχα  το.. κελεπούρι  μου, βρήκα  τη  φωτογραφία  απ’το  χάνι  του  Γκέκα αλλά και  δύο φωτογραφίες, διαμάντια  κι’ αυτές, που εικονίζουν εκείνα  τα  χειροποίητα  ξύλινα συνήθως  καρότσια  των  παιδικών  μας  χρόνων, κάτι  που  ΨΑΧΝΩ  ΧΡΟΝΙΑ  ΝΑ  ΒΡΩ .
  Μαζί με την φωτογραφία, αναδημοσιεύουμε  ένα  σχετικό  απόσπασμα  από  παλιότερο  δημοσίευμά  μας.


Το χάνι του Γκέκα ( Κολοκυθά)  στην άκρη της γέφυρας του Κόκκινου (Φωτό Γιάννης Σκρέκης)

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2019

Έκθεση του Κοκκινιώτη ζωγράφου Χαράλαμπου Στέφου "Κατοχή - Πείνα"

ΕΚΘΕΣΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ: Εγκαίνια 30 Αυγούστου 2019, 19:30

ΑΜΦΙΣΣΑ, Μουσείο Ελληνικής Επανάστασης – Οικία Πανουργιά

Ένα παλιό γνώριμο έργο, σε έναν νέο ελπιδοφόρο χώρο 




Η πρώτη περιοδική έκθεση στο καινούριο δημοτικό μουσείο, το Μουσείο Ελληνικής Επανάστασης ̶ Οικία Πανουργιά στην πρωτεύουσα του Δήμου, είναι γεγονός. Ένας φόρος τιμής στον καλλιτέχνη Χαράλαμπο Στέφο (1932-2009), που έζησε και δημιούργησε στη Φωκίδα, με το σημαντικό πολυετές του έργου να ξαναζωντανεύει σημεία των καιρών στον ισόγειο χώρο του ιστορικού μουσείου, αφιερωμένο στους εθνικούς αγώνες για Ελευθερία.

Η βιωμένη από τον ίδιον τον καλλιτέχνη εποχή της γερμανικής κατοχής, ιδωμένη με τα μάτια της νιότης του αποτυπώθηκε αργότερα, από το 1961 ως το 1965, με μία μεγάλη αποκαλυπτική σειρά έργων υπό τον τίτλο «Κατοχή ̶ Πείνα» να δηλώνει απερίφραστα τη ζωντανή μνήμη και την απορία για τον Άνθρωπο. 

Τα «προλεγόμενα» της περιοδικής αυτής έκθεσης παρουσιάστηκαν την ημέρα των εγκαινίων του μουσείου, δίνοντας το στίγμα του χώρου. Το σύνολο της εκθεσιακής παρέμβασης στο ιστορικό κτήριο αποκαλύπτεται την Παρασκευή 30 Αυγούστου 2019 στις 19:30. Η εικαστική παρέμβαση-έκθεση, σε σκηνογραφική επιμέλεια της αρχιτέκτονα-μουσειολόγου Τάνιας Παπαρίδη και σε γενικό συντονισμό της Μαρία-Νίκης Κουτσούκου, θα διαρκέσει ως τις 31 Δεκεμβρίου 2019.

Ώρες λειτουργίας: Παρασκευή ως Κυριακή 10.00-14.00 / Περιοδική έκθεση: Είσοδος Ελεύθερη.



Ο Πρόεδρος Δ.Σ. του Δικτύου Δελφών


ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Δήμαρχος Δελφών



Στον Χαράλαμπο Στέφο έχουμε αναφερθεί και σε αρκετές παλαιότερες αναρτήσεις 

 



Παρασκευή 23 Αυγούστου 2019

Το άγνωστο μοναστήρι της Αϊ-Μονής στο Λούτσοβο

Ένα απόσπασμα από το  βιβλίο ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΠΟΔΕΣ ΤΩΝ ΒΑΡΔΟΥΣΙΩΝ, που έγραψε ο επί πολλών ετών πρόεδρος της Ένωσης Κοκκινιωτών Δωρίδος και εκπρόσωπος του Κόκκινου στην ομοσπονδίας μας, Γιώργος Ανέστος, αποκαλύπτει την λειτουργία μία Μονής, κτισμένης τον 9ο -10 αιώνα μ.Χ. στα ερείπια αρχαίου ναού στο Λούτσοβο και ήταν αφιερωμένη στη Παναγία. Σύμφωνα με κάποιες βιβλιογραφικές πηγές το χωριό Κόκκινος (πρώην Λούτσοβο) φαίνεται να ιδρύθηκε λίγο νωρίτερα, τον 7ο ή 8ο μ.Χ. αιώνα.

 Η μοναδική φωτογραφία της Μονής που υπάρχει στη διάθεσή μας, είχε δημοσιευθεί από τον Κώστα Καψάλη στο άρθρο του Η ιστορία τριών ξωκλησιών που "πνίγηκαν" στη λίμνη Μόρνου.

Το πανέμορφο εκκλησάκι του Κόκκινου (Λούτσοβου), της λεγόμενης και Αγίας Μονής
φωτο: 1973, Γεώργιος Ριόλας, αντ/γος ΕΛ.ΑΣ. ε.α. εκ Λιδωρίκίου,


Αναλυτικότερα, ο Γιώργος Ανέστος αναφέρει για το μοναστήρι:

"Το μοναστήρι της Αϊ-Μονής του χωριού μας κτίστηκε τον 9ο-10ο αι. μ.Χ.και εόρταζε την 23η Αυγούστου, είναι αφιερωμένο στην Παναγία. Στη θέση του μοναστηριού υπήρχε αρχαίος ναός της θεάς Δήμητρας ή Αρτέμιδας. Κατά τη βυζαντινή συνήθεια οι χριστιανικοί ναοί κτίζονταν στη θέση των παλαιών ναών. Τα ιερά ποτέ δεν εγκαταλείποταν. Απλώς άλλαζαν μορφή. Τα υλικά των παλαιών ναών ενσωματώνονταν στις απαιτήσεις τις νέας θρησκείας. Δυστυχώς, σήμερα, τα ερείπια του μοναστηριού είναι στα βάθη της λίμνης του Μόρνου και δεν μπορούμε να δούμε τις ενσωματωμένες πέτρες του αρχαίου ναού. Την ίδια εποχή κτίστηκαν και τα μοναστήρια της Βαρνάκοβας, Κουτσουρού, Προφήτης Ιωάννου Προδρόμου στην Αρτοτίνα και της Αγίας Μαρίνας κοντά στο χωριό Γρανίτσα [Διακόπι]. 
Το μοναστήρι της Αι-Μονής προστατευόταν από τους κατοίκους του χωριού μας. Αυτοί τροφοδοτούσαν το μοναστήρι και οργάνωναν την εορτή της 23ης Αυγούστου. Σε αντάλαγμα το μοναστήρι τους παραχώρησε τις δωρεές του αυτοκράτορα Εμμανουή Λομνηνού. Οι δωρεές των κτημάτων ονομάσθηκαν (Μανουηλιανά=Μανώλαινα)."

Από το βιβλίο ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΠΟΔΕΣ ΤΩΝ ΒΑΡΔΟΥΣΙΩΝ
Ιστορική - Λαογραφική μελέτη του χωριού Κοκκίνου (Λουτσόβου) Δωρίδας 
του Γεωργίου Δημ. Ανέστου

Τρίτη 30 Ιουλίου 2019

Σαν σήμερα η φοβερή μάχη στην Πενταγιού



Μετά τη πτώση του Μεσολογγιού, 10-4-1826, μια ομάδα πολεμιστών απ' αυτούς που γλύτωσαν, υπό τον Νικ.Κασομούλη, κατέφυγαν στη Λομποτινά όπου ήταν ο Καραϊσκάκης άρρωστος.
  
Ο ίδιος ο Κασομούλης γράφει σχετικά :
"Στη Λομποτινά καμίαν περιποίησιν δεν είδαμε. Στις 19 Απριλίου ξεκινήσαμε από τη Λομποτινά και το εσπέρας εφτάσαμε εις Πενταγιούς Λιδωρικίου. Μ' όλον οπού και ετούτοι, (οι χωρικοί), τα πράγματά των τα είχαν σηκωμένα από τας οικίας των ήλθαν όλοι οι οικοδεσπόται με ταις φαμελιές των και μας έφεραν από ό,τι είχεν ο καθείς, ψωμί, τυρί, φαγί, κρασί και όλην την νύκτα συνελλυπούμεθα στην κατάστασίν μας και τα δεινά μας.
   Ο Δήμος Σκαλτσάς ευρισκόμενος εις το χωρίον Γρανίτσα, επάνω από του Σκορδά το χάνι είχε σφαχτά μαζεμένα από εισφοράν και ανθρώπους διορισμένους να μας χορηγούν ό,τι ζητήσωμε. Μας έστειλαν και 4 αρνιά ψημένα, τυρί και ψωμί. Το εσπέρας 20 εκοιμήθημεν εις το Λιδωρίκι. Εκείνο όμως ήτο όλως κενόν από χρόνων".

Ο Κιουταχής όμως, μετά τη νίκη του στο Μεσολόγγι θέλησε να ξεμπερδεύει μια και καλή και με τη Δωρίδα και αποφασίζει να χτυπήσει τα ορεινά από Πενταγιού και πάνω. Επικεφαλής 2.000 Τούρκων φεύγει από Λομποτινά και φτάνει στην Πενταγιού. Μαζί του πολέμαγε τους Έλληνες και ο... Σαφάκας ! που είχε προσκυνήσει. Επικεφαλής των Ελλήνων ήταν οι Ράγκος και Τζόγας. Έγινε μάχη φοβερή όπου οι Τούρκοι αποδιώχτηκαν προς το ποτάμι Κόκκινος και σταμάτησαν στου Σκορδά το χάνι, το γνωστό στις μέρες μας Χάνι Καραπιστόλη. Εκεί όμως τους χτυπάει ο Σκαλτσάς και γέμισε το ποτάμι κουφάρια και λαβωμένους.

Στην Πενταγιού οι Τούρκοι είχαν 46 σκοτωμένους και 8 αιχμαλώτους, έχασαν και πολλά άλογα φορτωμένα.
Η μάχη έγινε στις 30 Ιουλίου 1826.

Πηγή: από το παλιό blog του Κ. Καψάλη www.lidoriki.com