Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Μαΐου 2022

Κ. Μπερτσιάς: «Θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις»

Πηγή: ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ
 

  Ένα ξεχωριστό βιβλίο του Κωνσταντίνου Μπερτσιά με τίτλο «Θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις “Οροπέδιο” που περιλαμβάνει 18 διηγήματα με σημείο αναφοράς έναν τόπο ο οποίος, στη δεκαετία του ’70, θυσιάστηκε για να λυτρωθεί η Αθήνα από την λειψυδρία.

Από την τεχνητή λίμνη που δημιουργήθηκε στον ποταμό Μόρνο, ένας αγωγός διακοσίων περίπου χιλιομέτρων έφερε νερό στη διψασμένη πόλη. Οι κάτοικοι εκδιώχθηκαν άρον άρον από την γενέθλια γη τους, ο τόπος καταστράφηκε συθέμελα, οι μπουλντόζες εξαφάνισαν παμπάλαιους οικισμούς, ιστορικές γέφυρες, νεκροταφεία, βυζαντινές εκκλησίες. Δεν γλίτωσε από την καταστροφή κανένα υλικό αποτύπωμα από τη μακραίωνη παρουσία των ανθρώπων σε αυτή τη γωνιά της Στερεάς Ελλάδας.

Οι ιστορίες που αφηγείται ο συγγραφέας επικεντρώνονται στο άυλο αποτύπωμα που άφησαν στη μνήμη του ορισμένοι άνθρωποι, οι οποίοι έζησαν στα μέρη που κατέπνιξαν τα νερά του Μόρνου. Επέλεξε να ανασύρει από τη λήθη αυτές τις ιστορίες ξαναζωντανεύοντας τες ως μια ωδή σε όλο αυτόν τον κόσμο, που έχασε τη γη κυριολεκτικά κάτω από τα πόδια του χωρίς ελπίδα επιστροφής.

Το συναξάρι αυτών των ιστοριών δεν αφορά αποκλειστικά στον μικρόκοσμο της κοιλάδας του Μόρνου, αφού παρόμοιες συναντάμε σε όλη την ελληνική ύπαιθρο μέχρι την δεκαετία του ’70.

Η αναγνώριση αυτού του βιβλίου ενισχύει την άποψη ότι ο άνθρωπος πρέπει να συμπεριφέρεται οικολογικά, να λειτουργεί ως νοικάρης αυτού του πλανήτη και όχι ως κυρίαρχος ιδιοκτήτης. Ως έλλογο ον οφείλει να συντελεί στην αρμονική συνύπαρξη του έμψυχου και άψυχου κόσμου.

 

Πρόλογος

Ήδη στον τίτλο της συλλογής διηγημάτων του Κώστα Μπερτσιά ενυπάρχει το στοιχείο της αντίθεσης, όνειρα που σχηματίστηκαν κάποτε, υπήρξαν και έσβησαν στη συνέχεια, ενώ στο μυαλό σφράγισαν αναμνήσεις που παρέμειναν ζωντανές. Τελικά, η μνήμη γίνεται βάλσαμο στον πόνο και την πίκρα και οδηγεί στη νοερή αναβίωση του παρελθόντος.

Πρόκειται για ένα παρελθόν όχι αυστηρά προσωπικό, γιατί μέσα από αυτό ξετυλίγεται με τη ζωντανή παραστατική αφήγηση, τη γλαφυρή περιγραφή και την αμεσότητα των διαλόγων, η κουλτούρα και η παράδοση της ελληνικής επαρχίας, που μπροστά στην τεχνολογική εξέλιξη και τις εκάστοτε αναφυόμενες σκοπιμότητες, καθίσταται το σφάγιο στο βωμό της λεγόμενης «αειφόρου ανάπτυξης», της οικονομικής και κοινωνικής εξέλιξης.

Αυτό που περισσότερο γοήτευσε τον άνθρωπο από την αρχαιότητα, η φύση, και μάλιστα η ελληνική φύση με τη διαύγεια, την καθαρότητα και την αισθητική της καλλιγραμμία, από τον Ηράκλειτο μέχρι και τον Αριστοτέλη και τους νεότερους φιλόσοφους, χάνει την αυτοδυναμία της και γίνεται υποχείριο της όποιας εξέλιξης, που δυστυχώς λησμονεί την «αρχή» της.

Από τα πρώτα κιόλας κεφάλαια, αναδύεται μέσα από τα διηγήματα ένα σφοδρό κατηγορώ κατά της κοντόφθαλμης πολιτικής των αρχών, της έλλειψης διορατικότητας και προγραμματισμού διεπόμενων από σεβασμό προς τη φύση, την ιστορία, την παράδοση και τον πολιτισμό.

Εδώ ακριβώς, τοποθετείται το μεγάλο θέμα της ηθικής ευθύνης του ανθρώπου και κυρίως του σύγχρονου ανθρώπου, του δελεασμένου από τα επιτεύγματα της τεχνολογικής ανάπτυξης. Το κόστος είναι ιστορικό, κοινωνικό, ηθικό, αισθητικό.

Κάπου σημειώνει ο αφηγητής: «Να νοσταλγείς τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό». Τα συναισθήματα αυτά είναι οικεία και γνώριμα στον κόσμο της Κύπρου. Νοσταλγούμε την Αμμόχωστο, την Κερύνεια, τον Απόστολο Ανδρέα, ενώ ζούμε στον τόπο μας και αυτό κάνει την πίκρα μας πιο οδυνηρή.

Στο κεφάλαιο «Ο Χαμένος Παράδεισος», ο λόγος είναι λυρικός, ενέχων εντός του δύναμη ομηρική, εμποτισμένη από την αγάπη και τη λαχτάρα ενός κόσμου που άλλοτε ζούσε και δημιουργούσε αστείρευτα. Ήταν τότε τα χρόνια του πατρικού σπιτιού, της παιδικής ηλικίας, που σφραγίζει ανεξίτηλα κάθε ανθρώπινη ψυχή.

Μέσα όμως από την ανάμνηση των οικογενειακών περιστατικών, αναδεικνύονται συγχρόνως και ιστορικές στιγμές του Ελληνισμού, που κινούνται μέσα σε τραγικές αντιθέσεις. Στα δύσκολα χρόνια του πολέμου «δεν πρέπει να εκμεταλλευόμαστε την ανάγκη των ανθρώπων», σημειώνει τελικά με ανθρωπιά ο αφηγητής.

Εξάλλου, η ηθική διάσταση συμπορεύεται με την φυσική διάσταση των πραγμάτων, όπως φαίνεται στο διήγημα «Ο Μόρνος βρυχάται και σπέρνει την καταστροφή» σημειώνει η Φώφη Παντελή, φιλόλογος, διευθύντρια μέσης εκπαίδευσης στη Λευκωσία.


Προ-Κείμενο

Είχα την τύχη να γεννηθώ και να ζήσω μέχρι τα δεκαοχτώ μου σε μια όμορφη κοιλάδα, που τη διέσχιζε και την τροφοδοτούσε ένα ποτάμι με πλούσια και γάργαρα νερά, ο Μόρνος ποταμός.

Τα νερά του Μόρνου προτίμησε να «απαλλοτριώσει» η υδροκέφαλη πρωτεύουσά μας, η Αθήνα, και με τη δημιουργία μιας τεχνητής λίμνης να τα μεταφέρει στα υδραγωγεία της για να ξεδιψάσει τα εκατομμύρια των ανθρώπων, που η κοντόφθαλμη πολιτική του ελληνικού κράτους συγκέντρωσε σε αυτή τη γωνιά της αττικής γης.

Με αναγκαστικές απαλλοτριώσεις εκδιώχθηκαν από τη γη τους οι κάτοικοι, διαλύθηκαν χωριά με πολύχρονη ιστορία, διερράγησαν οικογενειακή δεσμοί, καταστράφηκε μια ολόκληρη περιοχή με αξιόλογα ιστορικά μνημεία, αλλοιώθηκε το ευρύτερο περιβάλλον και, γενικά, εξαφανίστηκε το αποτύπωμα χιλιάδων ανθρώπων που πέρασαν και έζησαν σε αυτόν τον τόπο. Κι όλα αυτά, έγιναν με πρόσχημα το κοινό καλό και το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον.

Πρέπει να ήταν καμιά σαρανταριά χρόνια πριν όταν, ένα αυγουστιάτικο απόγευμα, αγναντεύοντας τη λίμνη από ψηλά, άρχισαν να περνούν από το μυαλό μου διάφορες ιδέες, σαν τις πιο πάνω.

Μπορεί και να οφειλόταν στη νοσταλγία που κατά καιρούς με καταλάμβανε. Ο Γιώργος Σεφέρης, αυτό το συναίσθημα το είχε συμπυκνώσει εύστοχα με τις πιο κάτω λιγοστές λέξεις: «Να νοσταλγείς τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό».

Αναρωτιόμουν αν μπορούσα να ανακαλέσω στη μνήμη μου την εικόνα του τοπίου, που είναι τώρα σκεπασμένο από τα εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού, να τη βάλω δίπλα στην τρέχουσα εικόνα και να κάνω τη σύγκριση. Ποια είναι πιο όμορφη, η παλιά ή η καινούργια; Ποια όμως θα είναι τα κριτήρια επιλογής; Πώς μπορούν αυτές οι εικόνες να μπουν δίπλα-δίπλα και να συγκριθούν, όταν μάλιστα η μία υπάρχει μόνο σαν μνήμη, καταχωνιασμένη κάπου στο μυαλό απ’ όπου πρέπει να αναδυθεί; Πόσο ζωντανή θα μπορούσε να είναι για να σταθεί ισάξια δίπλα σε αυτό που τα μάτια μου βλέπουν άμεσα τώρα; Έτσι άρχισε η άσκηση. Η ανάσυρση τελικά ήταν πιο εύκολη απ’ όσο νόμιζα. Κάποιες φορές η μνήμη εξαφάνιζε τα νερά, που λειτουργούσαν σαν κουρτίνα, και αντίκριζα εκεί μπροστά μου ολοζώντανη την κοιλάδα σε όλο της το πλάτος και το μήκος. Σαν μηχανή του χρόνου λειτουργούσε ο νους μου και κατάφερνε να βλέπει ακόμη και τους ανθρώ-πους του κάμπου ολοζώντανους στις καθημερινές τους δραστηριότητες.

Αυτή η νοητική άσκηση έδωσε τα πρώτα σπέρματα για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου.

Όλο αυτό το διάστημα, που αγωνιζόμουν να βρω τις κατάλληλες λέξεις και τον πρέποντα αφηγηματικό βηματισμό για τη συγγραφή των δεκαοχτώ διηγημάτων αυτού του βιβλίου, ένα μεγάλο ερώτημα μονίμως ερχόταν μπροστά μου:

Έχουμε άραγε ως άνθρωποι, και μάλιστα περαστικοί από αυτόν τον κόσμο, το ηθικό δικαίωμα να καταστρέφουμε τη φύση και το περιβάλλον που μας φιλοξενεί, επικαλούμενοι διάφορες βαρύγδουπες έννοιες, όπως «κοινό καλό», «δημόσιο συμφέρον», «οικονομική ανάπτυξη» ή κάποιες λιγότερο «ενοχοποιητικές», όπως «πράσινη» ή «αειφόρος ανάπτυξη», χωρίς να ορίζουμε επακριβώς τη σημασία τους;

Εάν ως χώρα είχαμε ακολουθήσει ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης, δεν θα συγκεντρωνόταν ο μισός πληθυσμός της Ελλάδας στην Αττική και τότε σίγουρα δεν θα υπήρχε ανάγκη να καταστραφεί η ορεινή Δωρίδα με την τεχνητή λίμνη του Μόρνου.

Εάν γινόταν σωστή μελέτη, που θα ελάμβανε υπόψη την επαπειλούμενη αισθητική υποβάθμιση των περιοχών τοποθέτησης των αιολικών και ηλιακών πάρκων, δεν θα είχαμε αυτά τα εκτρώματα που αντικρίζουμε σήμερα στα πάλαι ποτέ πανέμορφα βουνά μας.

Εάν οι περιβαλλοντικές μελέτες που γίνονται για κάθε είδους μεγάλα και μικρά έργα εστίαζαν περισσότερο στις αισθητικές συνέπειες, αλλά και στην ιστορική κουλτούρα που κουβαλά κάθε τόπος που θα επηρεαστεί από τη δημιουργία αυτών των έργων, τότε θα ήμασταν μια χώρα που θα απεδείκνυε έμπρακτο σεβασμό για το ένδοξο παρελθόν της και σοβαρή μέριμνα για τις μελλοντικές γενιές από τις οποίες δανείζεται πόρους για την επιβίωσή της.

Πιστεύω πως η ανάγνωση αυτού του βιβλίου θα ενισχύει και τη δική σας πεποίθηση, ότι ο άνθρωπος δεν θα πρέπει να λειτουργεί ως κυρίαρχος του πλανήτη, αλλά ως συνδετικός κρίκος για την αρμονική συνύπαρξη έμψυχου και άψυχου κόσμου. Δεν είμαστε νοικοκύρηδες σε αυτόν τον πλανήτη, μόνο νοικάρηδες.

Κωνσταντίνος Γεωργίου Μπερτσιάς – Ιούνιος 2021


Το βιβλίο του Κώστα Μπερτσιά με τίτλο: «Θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις» που μόλις κυκλοφόρησε μπορεί να αποκτήσει κανείς στα βιβλιοπωλεία: ΑΛΦΕΙΟΣ, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ , ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ, ΕΠΙ ΛΕΞΕΙ, ΠΑΤΑΚΗΣ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ, LOFT books.


Τετάρτη 28 Ιουλίου 2021

ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ - ΟΙ ΕΠΑΡΧΙΕΣ ΔΩΡΙΔΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 21

Οι επαρχίες του Λιδορικίου και του Μαλανδρίνου ήταν από τις πρώτες της Στερεάς που ξεσηκώθηκαν στα τέλη Μαρτίου του 1821 ακολουθώντας το παράδειγμα του Μοριά. Ήταν επίσης οι πρώτες που έδιωξαν ή εξόντωσαν τους κυρίαρχους Οθωμανούς και έως τον Απρίλιο του ’25 έμειναν απάτητες κι ελεύθερες· η θέση τους δε τις έκανε να είναι και πάλι, τον Αύγουστο του 1828, οι πρώτες οριστικά ελεύθερες επαρχίες της Ρούμελης.
 

 
Πώς έγιναν όμως όλα αυτά; Ποιοι τα πραγματοποίησαν;

Τι συνέβαινε στις επαρχίες λίγο πριν από τον Ξεσηκωμό και σε τι περιβάλλον ξέσπασε η Επανάσταση στις επαρχίες;

Τί καλλιεργούσαν οι άνθρωποί τους και ποιος όριζε τη γη και τη φορολογία;

Τί καταμαρτυρούν οι πηγές για τους τοπικούς ηγέτες της Επανάστασης; τί διηγούνται για τον απλό αγωνιστή ο οποίος ακολουθούσε τον μπουλουξή αρχηγό όπου η περίσταση κι οι ανάγκες του Αγώνα το όριζαν;

Πώς βίωναν τον πόλεμο οι άμαχοι, οι γυναίκες και τα παιδιά και πού έβρισκαν καταφύγιο στη διάρκεια των επιδρομών;

Ποια ήταν η τοπική εκδοχή των εμφυλίων; Υπήρξαν πολιτικές αντιθέσεις; Γιατί υποτάχθηκαν οι επαρχίες τον Ιούνιο του ΄26;

Αυτά τα δύσκολα ερωτήματα προσπαθεί να απαντήσει το βιβλίο του Ανδρέα Κυτέα*: Στον δρόμο προς την Ελευθερία, Οι επαρχίες Λιδορικίου και Μαλανδρίνου (Δωρίδος) στην Επανάσταση (1821-1828).
 
 
Πρόκειται για αρχειακή έρευνα 352 σελίδων από τις εκδόσεις Φαρφουλά με εκτενή εισαγωγική αναφορά στο κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον στο οποίο ξέσπασε η Εξέγερση και κατάληξη τον Αύγουστο του 1828.

Η έκδοση του βιβλίου ενισχύθηκε από το Δήμο Δωρίδος· το προλογίζει ο ιστορικός και δημοσιογράφος Τάσος Κωστόπουλος και το χαιρετίζει στις πρώτες σελίδες ο δήμαρχος Δωρίδος Γεώργιος Καπετζώνης. 
 

***

* Ο Ανδρέας Κυτέας γεννήθηκε το 1959, μεγάλωσε στην Ποτιδάνεια της Δωρίδας και εργάστηκε ως μηχανικός τηλεπικοινωνιών Τ.Ε. Εξέδιδε την περίοδο 1999-2007 την τοπική εφημερίδα Λόγος και παρακολούθησε για δυο περιόδους το Φροντιστήριο Ιστορικών Επιστημών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

Σάββατο 27 Μαρτίου 2021

Δημοτική Βιβλιοθήκη Άμφισσας



Η Δημοτική Βιβλιοθήκη Άμφισσας ιδρύθηκε το 1957, και είναι μια από τις σημαντικότερες γενικές, επαρχιακές βιβλιοθήκες. Προσφέρει στους κατοίκους της πόλης, αλλά και εκτός των ορίων αυτής, δυνατότητες για πνευματική και καλλιτεχνική παιδεία και στους νέους συμπληρωματικές γνώσεις που θα τους βοηθήσουν στις σχολικές και πανεπιστημιακές τους εργασίες καθώς και την έρευνα κάθε μελετητή. Το δανειστικό τμήμα περιλαμβάνει περίπου 35.000 τόμους, όλων των κατηγοριών καθώς επίσης παιδικά και εφηβικά βιβλία. Το τμήμα αρχείων περιλαμβάνει αξιόλογο αριθμό φυλλαδίων, περιοδικών, εφημερίδων (τοπικό τύπο) καθώς και σπάνιο αρχείο χειρογράφων, όπως του Αλέξανδρου Δελμούζου, Κων. Κόντου, Κων. Σάθα, Βαλκανικών Πολέμων. Το τμήμα μελέτης της δωρεάς Βασίλη Λαχανά - Καλλιόπης Γιοτσαλίτου Λαχανά ταξινομημένο με το σύστημα Dewey, περιλαμβάνει 15.000 τόμους σπάνιες εκδόσεις, δερματόδετες, βιβλία με καλλιτεχνική βιβλιοδεσία και πολλά με συλλεκτική αξία. Η δωρεά του αείμνηστου, συντοπίτη μας δημοσιογράφου, Γιώργου Κ. Γάτου αποτελεί Παράρτημα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης, μη δανειστικό, που περιλαμβάνει περίπου 10.000 τόμους επιστημονικού περιεχομένου πρόσφατες χρησιμότατες εκδόσεις, επίσης ταξινομημένο με το σύστημα Dewey. Στη Βιβλιοθήκη λειτουργεί αναγνωστήριο στα πλαίσια του ωραρίου, υπάρχει δυνατότητα ασύρματης σύνδεσης στο διαδίκτυο και Η/Υ για το κοινό. Στο κείμενο που ακολουθεί ο Γιώργος Γάτος διηγείται γλαφυρά την απαρχή της.

«Η Δημοτική Βιβλιοθήκη της Άμφισσας γεννήθηκε, ύστερα από ατελείωτες συζητήσεις, θεωρήσεις, προτάσεις και αντιπαραθέσεις μέσα στις μικρές ή και μεγαλύτερες το συχνότερο ανεπίσημες, μαζώξεις φίλων και μελών της Φοιτητικής Ένωσης Φωκέων - ΦΕΦ- «Φευ και Αλίμονο» το παράφραζε σκωπτικά ο αξέχαστος εκείνος καθηγητής Θανάσης Σορόκος της μαθηματικής μας «παραπαιδείας» ο πρώτος και μοναδικός που έκανε αποκλειστικά τότε, στην Άμφισσα φροντιστήρια! Και εμείς νέοι, σε παρθενική επαφή με την πολύβουη και συχνά παράξενη Αθήνα, γεμάτοι ζωντάνια μα μαζεμένοι, με όνειρα, ιδανικά και φαντασιώσεις όλο και γυρνάγαμε πίσω, όλο και μας ακολουθούσε η πόλη, όλο και στήναμε το παραμύθι μας με την πόλη.


Έτσι ακριβώς ξεκίνησε η Βιβλιοθήκη. Το πρώτο μας βήμα στο μύθο του «εκπολιτισμού» έτσι το λέγαμε τότε: για τη «δημιουργία πνευματικών κέντρων στο νομό μας» για την «εξύψωση του μορφωτικού ηθικού επιπέδου του νομού», όπως έγραφε και το καταστατικό μας. 

Προπομπός της πρωτοβουλίας ο Κώστας Πριγγής που χτύπησε την πόρτα του Δημάρχου Δ. Λιανουλόπουλου, που μετέφερε και ανέπτυξε την κοινή ιδέα. Έτσι η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου της Άμφισσας, Αρ. 203 στις 19 Οκτωβρίου 1955, άνοιγε το δρόμο για τη δημιουργία της Δημοτικής Βιβλιοθήκης την 17 Ιανουαρίου 1957, που στη συνέχεια δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 18/ 8 Φεβρουαρίου 1957 τεύχος Α΄ και τελικά κατοχύρωνε τη σύσταση και την λειτουργία της, τη θεσμική της υπόσταση ως «νομικό πρόσωπο». 

Το Μάρτιο του 1957 ορίζεται και το πρώτο Δ.Σ της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Άμφισσας: Πρόεδρος Δ.Σ, ο Δήμαρχος Άμφισσας Δημ. Λιανουλόπουλος, μέλη από το Δημοτικό Συμβούλιο οι Ευθύμιος Καπράλος και Παναγιώτης Γούναρης και οι ιδιώτες Ζαφείρης Ζαφειρόπουλος και Κώστας Πριγγής. Ο τελευταίος ορίστηκε μάλιστα και διευθυντής της. Πρώτη στέγη προσωρινή, μια αίθουσα κάτω από το Δημαρχείο, στην πλατεία Κεχαγιά, κολλητά με το μεγάλο καφενείο εκεί όποιος θυμάται, που στεγάζονταν οι Οδηγοί. Περιουσία : «5000 δρχ.» και «ολίγοι τόμοι βιβλία»… Και σίγουροι πόροι: «ετήσια δημοτική επιχορήγησις χιλίων δρχ.»

Η βιβλιοθήκη σήμερα στεγάζεται στον υπόγειο χώρο του Πνευματικού Κέντρου Άμφισσας, στην πλατεία Ησαΐα, αν και θα της άξιζε ένα δικό της κτήριο για να στεγάσει ανέτως τις συλλογές της και τα προγράμματα της. Μια καλή ιδέα θα ήταν η Οικία Κορδώνη…
 
 

Τρίτη 23 Μαρτίου 2021

Η επανάσταση του ’21 ήταν πόλεμος της οικογένειας

 Τα πάθη των αμάχων μιας οικογένειας την περίοδο εκείνη


Στην επίσκεψή μας πριν λίγα χρόνια στο Παρίσι, μας προκάλεσε ιδιαίτερην εντύπωση, ανάμεσα στ’ άλλα, η αναγραφή στα υπέρθυρα των εξαίρετων μνημείων - κτιρίων του εμπνευσμένου απ’ τα κηρύγματα των Διαφωτιστών κεντρικού συνθήματος- τριπτύχου «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη» της Γαλλικής επανάστασης. Η επιμονή στη διατήρηση και προβολή της συμπυκνωμένης συλλογικής μνήμης, είναι μια συγκινητική, όσο κι αναγκαία ενέργεια/προσπάθεια που γεννά στενάχωρη, μελαγχολική διάθεση. Και είναι τέτοια λόγω της άγονης αναζήτησης κάποιων ανάλογων τέτοιων υπομνήσεων, σε Αθήνα, ή και Άμφισσα, για τη συντήρηση της μνήμης της Ελληνικής Επανάστασης. Αυτής που άρχισαν οι προεργασίες εορτασμού των 200 ετών απ’ την έναρξή της.

Προσπαθήσαμε να καταλάβομε τη λογική των διθυραμβικά εξαγγελθέντων σχεδιασμών. Δεν πεισθήκαμε ότι οι στοχεύσεις είναι σε αρμονία με τις από παλιά γνωστές απόψεις π.χ. του Σπ. Ασδραχά (‘‘Η Επανάσταση του ’21 είναι το μεγαλύτερο γεγονός της νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, η μεγάλη τομή’’, εφημ. ‘‘Κ’’, 24/11/2002) ή του Γ. Σεφέρη, εκθειάζοντα την ‘‘παράδοση που μπήκε θριαμβευτικά στη συνείδηση του έθνους με την ελληνική επανάσταση. Ο αγώνας εκείνος ήταν ένα κοινωνικό, πολεμικό και πολιτικό γεγονός. Ήταν συνάμα και ένα πνευματικό γεγονός (...) η άποψη αυτή, η πιο αγνοημένη...’’ (‘‘Ένας Έλληνας-Ο Μακρυγιάννης’’, Δοκιμές, 1ος τ., Ε΄ έκδ., Ίκαρος, σ. 241). Επιφύλαξη και για τα επιλεγέντα πρόσωπα των Επιτροπών. Ας μην έχομε πια γεροΑγωνιστές. Από ό,τι διαθέτομε, θα μπορούσαμε να επαναλάβομε το: ‘‘Έτσι ήτανε μωρέ’’, του Γ. Βλαχογιάννη; Εκτός κάποιων προφορικών κρούσεων, ενημερώσεων σε τοπικό επίπεδο, δεν έχομε εικόνα προθέσων - σχεδιασμών για τα καθ’ ημάς. Χωρίς καθόλου μαξιμαλιστικές προσδοκίες, θα ευχόμαστε να μην απλώσουν οι όποιες σχεδιαζόμενες εκδηλώσεις - δραστηριότητες σε περιγραφές μαχών κι αφηγήσεις αγιογραφίες αγωνιστών, ή τοπικιστικές αδικαίωτες εξάρσεις υπερκερασμού της προσφοράς άλλων πόλεων – περιφερειών, πάνω στα οποία είχε φτιαχτεί το αφήγημα του 20ού αι. Θα προτιμούσαμε/ εισηγούμαστε σε ένα περιεκτικό κεντρικό προγραμματισμό: ανάδειξη του έργου (με την αυτοσυνειδησία που περικλείει) του συμπατριώτη μας στρατηγού Μακρυγιάννη και της ουσιαστικής συνεισφοράς του τόπου σε επίπεδο λαϊκής βάσης, στο Μεγάλο Ξεσηκωμό, όπως είχε οραματισθεί και μας άφησε παρακαταθήκη ο Ευθ. Σταθόπουλος.

Σαν μια τέτοια μικρή εισαγωγή στο κλίμα της 200ετίας, που δεν μας χρειάζεται για τη συχνότατη ενασχόληση, με κάθε λόγο αναδρομής στο ’21, είναι το σημείωμα που ακολουθεί. Προσπαθήσαμε να εξαρθεί το ενδιαφέρον από την αποτύπωση αναμνήσεων των κακουχιών που υπέστησαν τα άμαχα μέλη μιας επιφανούς οικογένειας, η γυναίκα, η πενθερά και τα μικρά ανήλικα παιδιά του Αθ. Λιδωρίκη. Κάτω απ’ τον μη προϊδεάζοντα τίτλο βιβλίου ‘‘Σελίδες τινές τῆς ἱστορίας τοῦ βασιλέως Ὅθωνος’’, έχουν καταγραφεί επιμελώς και μ’ ενάργεια τα βιώματα της ιδιαίτερα καλλιεργημένης και με έντονη, για γυναίκα του ελληνικού 19ου αι., προσωπικότητα, της Πηνελόπης Αθ. Λιδωρίκη - Παπαηλιοπούλου (1) (1831 -1904). Έχουν γίνει σημαντικές αναφορές στο βίο, τις δραστηριότητες και τα έργα της. Γεννήθηκε στην Άμφισσα και σπούδασε στην Αθήνα, στο Παρθεναγωγείο Χιλ και 4 χρόνια στο Αρσάκειο. Χρημάτισε κυρία των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας και 2α σύζυγος του Ηλ. Παπαηλιόπουλου. Ενδιαφέρθηκε για το ’21, πέραν των μνημών, γι’ αυτό που απέκτησε απ’ τη μητέρα της, συγγράφοντας και βιβλίο. Εστράφη και στη λογοτεχνία. Ο Τ.Λάππας βρήκε και 3 διηγήματά της, εκ των οποίων ‘‘Ο παράφρων’’, είναι μια αισθηματική ιστορία ενός Έλληνα με μια χανούμισσα, που εξυφάνθηκε κατά την πολιορκία του κάστρου των Σαλώνων το 1821 και ολοκληρώθηκε δραματικά στις Φαιδριάδες, ιστορία πιθανόν προερχόμενη από αφηγήσεις Σαλωνιτών.

Ο Αθ. Λιδωρίκης (1788-1868) ήταν έμπιστος γραμματέας (σφραγιδοφύλακας) του Αλή πασά, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, με δράση στην Επανάσταση. Κατά τον Α. Γούδα, δεν είχε ένοπλη ανάμειξη. Παρείχε πολιτικές υπηρεσίες ενθάρρυνσης - υποστήριξης των αγωνιστών. Προήγγελλε την επιτέλους αναγκαστική ενίσχυση του Αγώνα της Ανεξαρτησίας απ’ τους Ευρωπαίους, με επιμονή και τάξη (Α. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Ζ΄, σ. 353). Κατέλιπε και ελλιπή απομνημονεύματα, που δημοσίευσε ο Τ. Λάππας (και ανάτυπο, τ. Δ΄ Ηπειρωτικής Εστίας, Ιωάννινα 1955, σσ. 17, 73).

Το παραπάνω βιβλίο, για το οποίο όταν κυκλοφορήθηκε στην Αθήνα το 1898, πολυσέλιδο, καλοτυπωμένο γραμμένο σ’ επιστολιμαίο τύπο (δηλ. σαν επιστολή που ο άγνωστος συγγραφέας έστελνε στο λόγιο Φίλιππο Οικονομίδη (2) - παροχή πληροφοριών για τη βιογραφία του Νικ. Α. Λιδωρίκη, είδος συνηθιζόμενο τότε), γράφτηκε σε αθηναϊκήν εφημερίδα της εποχής πως «εἶναι πόνημα φιλοσόφου τινός φιλαλήθους γέροντος, ὅστις ὡρμήθη ὑπό ἁγνῆς φιλοτιμίας νά χαράξῃ τάς ἀξιολογωτάτας τῶν ἀναμνήσεων τῆς νεανικῆς και ἀνδρικῆς αὐτοῦ ἡλικίας, διελθούσης διά μέσου τῆς ἱστορικῆς δίνης μιᾶς ὁλοκλήρου γενεᾶς ἀπό τῆς μεγάλης ἡμῶν ἐθνικῆς Ἐπαναστάσεως μέχρι τῆς μεταπολιτεύσεως τοῦ 1862». Βάσιμα εικάζεται ότι ο συγγραφέας προέρχεται απ’ την οικογένεια του Αθ. Λιδωρίκη, ή από στενά σχετιζόμενο μαζί της άνθρωπο, αφού τα αναφερόμενα περιστατικά είναι καθαρά οικογενειακά κι ελάχιστοι μπορούσαν να γνωρίζουν.

Είναι ένα ιστορικό ντοκουμέντο, καλογραμμένο με χάρη κι αφέλεια καμιά φορά, με παρατηρητικότητα, αντικειμενικό κι ενίοτε αυστηρό. Περιέχει άγνωστες από αλλού ιστορικές πληροφορίες. Επεισόδια - πρόσωπα γνώριμα κι άγνωστα, που έλαβαν χώραν, ή έδρασαν σε δύσκολες στιγμές, μια σειρά εικόνων,ανόθευτων με φυσικότητα, απλά κι ανεπιτήδευτα αποτυπωμένων. Όσα περιστατικά δεν τα έζησε η συγγραφέας, μα άκουσε να τα διηγούνται οικείοι της, τα παρουσιάζει με πειστικότητα και ζωντάνια, που ο αναγνώστης θαρρεί πως ήταν αυτόπτης. Ξεκινά απ’ την Επανάσταση και φθάνει στην Οθωνική εποχή, φανερώνοντας πολλά άγνωστα περιστατικά για τους πρώτους βασιλείς και τους αυλικούς. Εκεί είχαν εστιάσει οι παλαιότεροι το ενδιαφέρον κι ο Τ. Λάππας, που πρώτος είχε αναδείξει κι αξιοποιήσει, απ’ τη δική του οπτική, το βιβλίο (Πηνελόπη Λιδωρίκη - Παπαηλιοπούλου, σε περ. ‘‘Στερεά Ελλάς’’, Φεβρ., τ. 37, σσ. 8-12, Μαρτ., τ. 38, σσ. 11-15 & Απρ., τ. 39, σσ. 26-29 &38 του 1972).

Ο εκδότης Κάρλ Μπεκ (1855-1934) γερμανικής καταγωγής, γεννήθηκε στην Αθήνα, πήγε και δούλεψε για κάποιο διάστημα σε βιβλιοπωλείο στη Γερμανία και γυρνώντας πίσω, εργάστηκε αρχικά σε βιβλιοπωλείο κι ύστερα ίδρυσε δικό του εκδοτικόν οίκο, διευθύνοντάς τον ώς το 1902. Τότε συνεταιρίστηκε με τον Τ. Μπαρτ. Το 1910 αποχώρησε πωλώντας το μερίδιό του στον Κ. Ελευθερουδάκη. Ανάμεσα στα πολλά και σημαντικά έργα που εξέδωσε, ήταν κι η Ιστορία της Ελλάδος του Σπ. Λάμπρου. Στις ‘‘Σελίδες’’ εξηγεί, σε άτιτλο δισέλιδο Πρόλογο, ότι του περιήλθε το χειρόγραφο χωρίς άλλα στοιχεία για το συγγραφέα· με «τήν μορφήν ἀπομνημονευμάτων ἱστοροῦνται ἐπεισόδια τινα τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως». Έχει υπ’όψιν του ότι το αφήγημα περιστρέφεται γύρω από τον Νικ. Αθ. Λιδωρίκη (1817-18; ), γιο του Αθανασίου και πρεσβύτερο αδερφό της Πηνελόπης. Έχει εντοπίσει τις «παντοῖες κρίσεις καί γνῶμες-αὐστηρές ἐνίοτε- περί προσώπων καί γεγονότων κοινωνικῶν καί πολιτικῶν» αποφαινόμενος ότι το ἔκρινε «ἄξιον ἐκδόσεως διά τε τήν ἀφέλειαν τῆς διηγήσεως καί τήν ζωηρότητα ἐν ταῖς περιγραφαῖς τῶν περιπετειῶν, ἃς ὑφίσταντο κατά τούς χρόνους ἐκείνους αἱ φεύγουσαι τήν τουρκικήν ὠμότητα ἑλληνικαί οἰκογένειαι». Τέλος πληροφορεί για την εμπλοκή-ανεκτέλεστη (λόγω θανάτου) πρόθεση επιμελημένης έκδοσης του χειρογράφου, απ’ το λόγιο καθηγητή Φιλ. Οικονομίδη. Αφού κάτι τέτοιο δεν συνέβη, δηλώνει ότι προχώρησε στην έκδοσή του με τον «εν τη προμετωπίδι τίτλον», χωρίς καμία παρέμβαση στο κείμενο, τη μορφή, ή τη διάταξη της ύλης. Το βιβλίο υπάρχει στον διαδικτυακό τόπο ‘‘Ανέμη’’ από όπου το μελετήσαμε.
 
Η 14σέλιδη Εισαγωγή σε 2 ενότητες, ξεκινά με την αναπόληση της κρυπτόμενης συγγραφέως: α) γεγονότων φιλοπατρίας, β) μαθητικών στιγμών και αλησμόνητου δασκάλου, γ) της αφίξεως στον Πειραιά «μέ μίαν Γαλαξιδιώτικην μπρατζέρα», για μόνιμην εγκατάσταση στην Αθήνα, της οικογένειας του Αθ. Λιδωρίκη το 1836, ύστερα από 4ετή παραμονή τους στα Σάλωνα-Άμφισσα. Εκεί παρατίθενται ενδιαφέρουσες εικόνες της Αθήνας, των πρώτων χρόνων της ως πρωτεύουσας του νεοελληνικού κράτους. Οι αναπολήσεις εκδιπλώνονται στο πώς μεγάλωναν τα παιδιά (αγόρια-κορίτσια) προεπαναστατικά και το πώς γίνονταν οι γάμοι την περίοδο του Μεγάλου Ξεσηκωμού. Έντονη αντίθεση με την έξοδο-ζωή αργότερα στη δυτικήν Ευρώπη «τόν πολιτισμένον κόσμον, τόν τακτοποιημένον πρό αἰώνων, τόν βίον τόν ὡρολογοποιημένον». Και οι μνήμες των ηρωικών χρόνων παρέμεναν και δεν ξέφτιζαν, αξεθώριαστες.

Πρώτη αναφορά στον Αλή Πασά και τα Γιάννενα, πώς η πόλη έμενε στα σκοτάδια της αμάθειας, μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, στο οποίο ο Αθ. Λιδωρίκης ήταν Σύμβουλος της Επικρατείας. Και στη 2αν ενότητα της εισαγωγής αναμνήσεις, αναπολήσεις και συγκρίσεις, μαθητικά χρόνια και έγνοιες, «Δωρικοί ἀστεϊσμοί», δηλ. το ρουμελιώτικο πνεύμα- χιούμορ του Νικ. Λιδωρίκη και περιγραφή των προεπαναστατικών συνηθειών όσον αφορά σε επισκέψεις, κοινωνικές επαφές προσώπων, υποδοχή και περιποιήσεις στο σπίτι, με σκιαγράφηση των ρόλων άντρα και γυναίκας στο πατριαρχικό περιβάλλον. Η συγγραφέας προοιωνίζεται τις αλλαγές σε εργασία και μόδα απ’ την έναρξη του αγώνα των γυναικών για ισότητα στην Ελλάδα. Μνήμες των επαφών του Αθ. Λιδωρίκη με τους παλιούς φίλους του, σεβασμίους πια γέροντας «φέροντες ἐπ’ ὤμου τό οἰκοδόμημα τῆς ἀναγεννηθείσης Ἑλλάδος (…) ἡ συνομιλία περιωρίζετο εἰς τέσσερας λέξεις, τό πολύ ὀκτώ, κατόπιν ἐρρόφων ἡσύχως τόν καπνόν των τόν καφέ των καί ἀπήρχοντο (…) αὐτοί μέ τά τέσσερα λόγια τό ἔφτιαξαν τό ρωμέικο, ἡμεῖς μέ τά χίλια τέσσερα τό ξεφτύσαμε» (σσ. 9-10).

Αποδύεται κατόπιν σ’ έναν ύμνο του ήθους των παλιών αγωνιστών. Κάνοντας λόγο για το σπίτι των Λιδωρίκηδων στην οδό Αδριανού (Πλάκα), μιλάει για τα σπίτια της παλιάς Αθήνας, με τη μεγάλη αυλή και την εθιμοτυπία των ανταλλαγών-κοινωνικών επισκέψεων. Ξανά οι σχέσεις των δύο φύλων, «οἱ σύζυγοι τότε, καί μέ ὅλην τήν ἀγερωχίαν τοῦ χαρακτῆρος των και τά σατραπικά ἤθη των, πρός τάς γυναῖκας τους ὅμως ἐφέροντο μετά σεβασμοῦ». Επαινούνται οι Ηπειρώτες για τα νοητικά και επιχειρηματικά τους επιτεύγματα. Για το Νικ. Λιδωρίκη γράφεται ότι ήταν «ἐπιτυχές κρᾶμα ἀνατροφῆς Ἠπειρωτικῆς μετά ἀγερωχίας καί ὑψηλοφροσύνης Δωριέως». Το παιδί απ’ τη μητέρα του βοηθείτο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και του πατριωτικού του φρονήματος. Παρά τις υποχρεώσεις ανατροφής 4 μικρών παιδιών, με αναφορές σε Πλούταρχο και ιστορικά γεγονότα, όπως η μάχη των Θερμοπυλών-επεισόδια του Αγώνα, φρόντιζε επισταμένως να κοινωνικοποιεί τη νέα γενιά και να τα εμπλουτίζει με ακριβές μνήμες της Επανάστασης.

Και το Α΄κεφάλαιο ξεκινά με αναφορά στο Νικ. Λιδωρίκη και μια εύστοχη κρίση για τους πολιτικούς ηγέτες που δεν ανταποκρίθηκαν/ονται στα συναισθήματα του λαού. Καταγράφεται συνοπτικά η ιστορία του Αθ. Λιδωρίκη, που μικρός πήγε όμηρος στον Αλή Πασά, σπούδασε κοντά στον περίφημο δάσκαλο Αθανάσιο Ψαλίδα και ανεδείχθη έμπιστος γραμματέας-σφραγιδοφύλακας του Αλή Πασά. Νυμφεύτηκε στην Άρτα την Βασιλική, κόρη ενός πλούσιου άρχοντα, του Ντέμου. Παρασιωπάται το γεγονός της πρόσληψης του νεώτατου Μακρυγιάννη, ως επιστάτη του απουσιάζοντα στα Γιάννενα αφεντικού του. Για τις πρώτες περιπέτειες της οικογένειας, που διαδραματίζονται στην περιοχή της Άρτας, πηγή συσχέτισης – επιβεβαίωσης των γραφομένων, είναι ο Στρατηγός. Όντας μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ο Αθ.Λιδωρίκης συνελήφθη απ’ τους Τούρκους, με κίνδυνο απώλειας της ζωής του, στην έκρηξη της Επανάστασης. Ευεργετηθείς απ’ την ένοπλη επέμβαση του Χασάν μπέη (ανιψιού του Ομέρ Βρυώνη), κατέφυγε στο στρατόπεδο του Γώγου Μπακόλα. Ο Χασάν πασάς της Άρτας όμως συνέλαβε για να οδηγήσει σκλάβα τη σύζυγό του. Ο Νικόλαος, αν και 4αετής, υπερασπίζεται την απειλούμενη μητέρα του, κερδίζοντας ακόμα και τη συμπάθεια του επικεφαλής αστυνομικού οργάνου. Με τη μεσολάβηση του Ι. Κωλέττη, η γυναίκα έμεινε σε κατ’οίκον περιορισμό στο σφραγισμένο σπίτι της.

Η σε προχωρημένη εγκυμοσύνη γυναίκα απελευθερώθηκε με την είσοδο των ελληνικών στρατευμάτων στην Άρτα, απ’ το Μακρυγιάννη (υποτακτικό - επιστάτη τους προεπαναστατικά) και μερικά παλικάρια Δωριείς (δηλ. αγωνιστές απ’ την επαρχία του Λιδωρικιού), που είχε στείλει επί τούτου ο Αθ. Λιδωρίκης. Αναφέρεται αναλυτικά στο στρατηγό-συγγραφέα των Απομνημονευμάτων, το ρόλο του, τη γενναιότητα και την ανθρωπιά του στην απελευθέρωση και ασφαλή διαφυγή της οικογένειας του πρώην αφεντικού του, που είχε προ μηνός αποκτήσει κι ένα καινούργιο μέλος. Το Μακρυγιάννη χαρακτηρίζει «ἁπλοῦν ἀκόλουθον αὐτοῦ διακριθέντα κατόπιν εἰς τό πεδίο τῶν μαχῶν, καί φθάσαντα δικαίως εἰς τόν βαθμόν στρατηγοῦ» (σ. 20). Μέσα στη σύγχυση έδρασε ο Μακρυγιάννης κι η ομάδα του, αιφνιδίασαν τον Τούρκο φύλακα και πήραν φεύγοντας μαζί τους τη γυναίκα, την πενθερά και την υπηρέτρια, με το 4χρονο αγόρι και το ενός μηνός νεογέννητο κοριτσάκι. Στην αστραπιαία φυγή, δε σκέφτηκαν να πάρουν χρήματα ή τιμαλφή (3), αλλά όπως ήταν, οι γυναίκες με φέσι στο κεφάλι «μέ μαργαρίτας καί χρυσά νομίσματα γύρωθεν» και κάποια ακριβά δαχτυλίδια στα χέρια.

Με δημευθείσα και αρπαγείσα την περιουσία στην Άρτα, η οικογένεια για 5 χρόνια προσποριζόταν τη διατροφή της απ’ τα χρυσά νομίσματα στο φέσι και τα δαχτυλίδια! Η πορεία τους μέχρι να φθάσουν σε ασφαλές μέρος, γινόταν με την εικόνα της Παναγίας στο κεφάλι της προπορευόμενης πενθεράς και τις παρακλήσεις-προσευχές του μικρού αγοριού. Ο Μακρυγιάννης ξέσκισε τη φουστανέλα του κι έδεσε μ’ αυτή τα ματωμένα απ’ την πορεία πόδια των γυναικών. Ασφαλής σταθμός ήταν το στρατόπεδο του οπλαρχηγού Τζόγκα. Εκεί τους περίμενε κι ο Αθ. Λιδωρίκης. Αυτός, όταν είχε απελευθερωθεί στην Άρτα, είχε διαφύγει στο στρατόπεδο του οπλαρχηγού Γώγου Μπακόλα, στενοχωρούμενος για την αφημένη πίσω οικογένειά του. Παρηγορείτο απ’ τα όνειρα που έβλεπε. Η συγγραφέας κάνει λόγο για τις αλληλεπιδράσεις στους συγχρωτιζόμενους μουσουλμάνους-χριστιανούς, των δερβισών-μοναχών, με ιδιαίτερην αναφορά στην «ὑπόληψιν καί πίστιν τοῦ θηριώδους Ἀληπασσᾶ πρός τόν χριστιανόν μοναχόν Πάτερ Κοσμᾶν» (τον Αιτωλό, σ. 24).

Καταγράφοντας μνήμες που είχεν αφηγηθεί ο Αθ. Λιδωρίκης, αναφέρεται η διαφορά στο πώς υπέμεναν τα μαρτύρια του Αλή, Έλληνες και Τούρκοι-Τουρκαλβανοί, με ιδιαίτερη μνεία στο μαρτυρικό τέλος του γενναίου Κατσαντώνη. Παρατίθενται ακόμη η εξήγηση από ένα δερβίση ενός ονείρου του Αθ.Λιδωρίκη, αφ’ενός για την απελευθέρωση της Ελλάδας κι αφ’ετέρου για τη μακροβιότητά του. Έτσι ολοκληρώνεται μια 6σέλιδη παρέκβαση. Μετά από ολιγοήμερη παραμονή στο στρατόπεδο του Τζόγκα, ακολουθώντας το Μακρυγιάννη η οικογένεια, με τα κατάλληλα πέδιλα στα πόδια, πήγε στο Μεσολόγγι, το 2ο σταθμό της περιπλάνησής της. Εκθειάζεται η φιλοξενία των Μεσολογγιτισσών, που πρόσφεραν διακριτικά και με λεπτότητα ψάρια και θηράματα (λαγούς-ζαρκάδια), αλλά και είδη ρουχισμού στα κατατρεγμένα μέλη της οικογένειας Λιδωρίκη. Σα να μην έφθαναν αυτά, κόλλησαν και ψείρες απ’ τους στρατιώτες. Για αγορά φορεμάτων κι εσωρούχων τα πολύτιμα δαχτυλίδια τους δεν εύρισκαν αγοραστή, λόγω περιστάσεων. Έτσι οι γυναίκες αναγκάστηκαν να ξηλώσουν τα χρυσά σηράδια (4) απ’ τα φορέματα, τα έχυναν και όσο ασήμι έβγαινε απ’ αυτά, εχρησιμοποιείτο ως νόμισμα-αντίτιμο για αγορές τροφίμων. Τις προμήθειες έκανε ο 5χρονος Νικόλαος, αφού τότε δεν επιτρεπόταν η γυναίκα να βγαίνει από το σπίτι, απόντος του συζύγου…

Ο μικρός παρακολουθούσε και μαθήματα σε κοντινό σχολείο. Η υπηρέτρια τους εγκατέλειψε και γύρισε στον άντρα και τα παιδιά της. Με συγκινητικό τρόπο η συγγραφέας εκθειάζει την προσφορά των γυναικών του Αγώνα· «ἔργον εἶναι, ἡ καταπλήξασα τόν κόσμον ὅλον ἀπελευθέρωσις τοῦ Γένους ὑπό μιᾶς δρακός ἀνδρῶν τυχόντων τοῦ ἐξόχου εὐτυχήματος νά γεννηθῶσιν ἐξ αὐτῶν» (σ. 31). Η σύζυγος κι η πενθερά του Αθ. Λιδωρίκη, έχοντας ζήσει (και μέσα στη σκλαβιά!), σε περιβάλλον πλούτου, χλιδής κι ανέσεων, αν και βρέθηκαν απ’ τη μια στιγμή στην άλλη χωρίς τίποτα, στο δρόμο «δέν ἐδειλίασαν τό παράπαν, δέν ἐγόγγυσαν, ἀνεδέχθησαν μετά γενναιότητος καί ὑψηλοφροσύνης πάντα τά ἔργα τά ὑπηρετικά, ἐζύμωσαν, ἔπλυναν, ἐμαγείρεψαν, ἔρραψαν, ταῦτα ὅλα μέ εὐθυμίαν, μέ χαράν». (σ.32). Και όταν πήγαιναν στην εκκλησία, η ηρεμία κι η γαλήνη του προσώπου τους, τις έκανε να φαίνονται βασίλισσες και ας κακοπαθούσαν επί 7 χρόνια καταδιωκόμενες απ’ τους Τούρκους και περιπλανώμενες.

Έχοντας πληροφορίες για την επικείμενη α΄ πολιορκία του Μεσολογγιού (1822), ο Αθ. Λιδωρίκης έστειλε άνθρωπό του να τους παραλάβει και μεταφέρει στο νησί Κάλαμος (5) για ασφάλεια. Ένα 24ωρο κράτησε το ταξίδι με καΐκι και βάσανα απ’ τη θάλασσα και την απώλεια του πήλινου δοχείου με το πόσιμο νερό τους. Σκληρή, αφιλόξενη και περιοριστική η υποδοχή στο νησί (3ο σταθμό της περιπλάνησής τους) απ’ τους Άγγλους κυρίαρχους. Από κάποιους που αναγνώρισαν τις γυναίκες, όταν έμαθε ο διοικητής ποιες ήταν, στο ξύλινο παράπηγμα που κατέλυσαν τους έστειλε δώρα: ψωμί, κρασί και φρούτα. Μετά μια σύντομη, ενθαρρυντική επίσκεψη του Αθ. Λιδωρίκη, ενέσκηψε θανατηφόρος λοιμός στο νησί, απ’ τον οποίο προσβλήθηκε κι η σύζυγός του - μητέρα της συγγραφέως. Οι Άγγλοι γιατροί κι ένας Έλληνας, που είχε έρθει απ’ το εξωτερικό να προσφέρει τις υπηρεσίες του, φρόντισαν συγκινητικά τους αρρώστους και το μικρό Νικόλαο, που μόλις συνήλθε η μητέρα του, έπεσε αυτός απ’ την επίσης επικίνδυνη ευλογιά. Χωρίς τελειωμό τα βάσανα του πολέμου, έφεραν μετά, εντολή των Άγγλων να εγκαταλείψουν οι πρόσφυγες τον Κάλαμο σε σύντομο διάστημα, μαζί και τρομακτικές φήμες για νίκες και απειλές τουρκικές. Αδυναμία κάποιας επαφής με τον Αθ.Λιδωρίκη και μ’ ένα ψαροκάικο έφυγαν για το Γαλαξείδι. Ξανά δύσκολο ταξίδι κι έφθασαν στον 4ο σταθμό της περιπλάνησής τους. Η περίφημη ναυτική πολιτεία είχε υποστεί καταστροφήν, ως γνωστόν, το Σεπτέμβρη του ’21. Είχε ξαναχτιστεί και φέρει πίσω τους φιλοπάτριδες κατοίκους της. Γεμάτο ζωή, τροφή, ψάρια, αλλά κι αιγοπρόβατα απ’ τα γύρω βουνά, χωρίς όμως σχολείο. Η φήμη για ερχομό εκεί τουρκικής αρμάδας, το άδειασε από κόσμο, διακόπτοντας απότομα και τη διαμονή με εξασφαλισμένη τροφή, της οικογένειας Λιδωρίκη.

Η συγγραφέας στο σημείο αυτό συγχέει μερικώς τα ιστορικά στοιχεία περί του αρχαίου-λοκρικού Χαλείου, κατέχει τις οδυνηρές μνήμες των γνωστών απ’ το Χρονικό πειρατικών επιδρομών στην τουρκοκρατία και πιθανόν αστοχεί κάνοντας πρωθύστερα λόγο για τη ναυμαχία της Αγκάλης-Σκάλας των Σαλώνων (17/09/1827), όπου οι Έλληνες στη δυτική πλευρά του Κόλπου, με την ατμοκίνητη Καρτερία, 6 πλοία μιας ελληνοβρετανικής μοίρας, υπό την ηγεσία του Άγγλου ναυάρχου F.-A. Hastings κατεναυμάχησαν αγκυροβολημένη μοίρα 9 πλοίων των Οθωμανών στον Κορινθιακό.

Η περίοδος 1822-27 είναι μεγάλη για να διανυθεί σε Κάλαμο-Γαλαξείδι, κατά τα γραφόμενα στο βιβλίο. Επιδιώκοντας περισσότερην ασφάλεια και ησυχία, η σύζυγος του Αθ. Λιδωρίκη αποφάσισε να ανεβούν απ’ το Γαλαξείδι στα πατρογονικά και τους συγγενείς του συζύγου της, στο Παλαιοκάτουνο-Κροκύλειο. Η πορεία πεζή στα μονοπάτια των δύσβατων βουνών της περιοχής μας, «ὑπῆρξεν ὀδυνηροτάτη». Είχε προστεθεί και καινούριο, νεογέννητο μέλος στην οικογένεια. Οι βοσκοί που συνάντησαν καθ’ οδόν, ευσπλαχνίστηκαν τις οδοιπορούσες γυναίκες-παιδιά κι αλλάζοντας τη δική τους με τα ποίμνια πορεία, τις συνόδευσαν, φέρνοντάς τες κοντινότερα στο Λιδωρίκι. Από κει ειδοποιήθηκαν οι συγγενείς και τους έστειλαν μουλάρια να τις μεταφέρουν, γιατί πλέον δεν άντεχαν άλλο. Τα πρησμένα και καταματωμένα πόδια τους, οι βοσκοί, με τις πρακτικές γνώσεις τους, τα τύλιγαν με τα φύλλα απ’ το φυτό σαρκοτρόφι, για να γίνουν καλά.

Η φύση απ’ τη μια κι ο ήχος της φλογέρας με τους ήχους των κανονιών των ναυμαχούντων πλοίων απ’ την άλλη, επέτειναν την αγωνία των κινουμένων στα μονοπάτια των βουνών μας, για τη φίλιαν ή μη επικράτηση. Σε οικείο τους περιβάλλον οι βοσκοί, κάτω από ένα σκιερό έλατο, έφτιαξαν πρόχειρο κατάλυμα ανάπαυσης, ύπνου κι ενδυνάμωσης με άφθονο γάλα. Τρεις φύλακες τους πρόσεχαν, όσο να πάνε δυο παιδιά του τσέλιγκα στο Κροκύλειο, να φέρουν τους μεταφορείς εκεί με ζώα. Το Κροκύλειο-Παλαιοκάτουνο ήταν ο 5ος σταθμός της περιπλάνησής τους. «Ἡ διαμονή τῆς οἰκογενείας ἐν τῷ τερπνῷ ἐκείνω χωρίῳ ἦτο ὄασις ἐν τῇ ἐρήμῳ». Η συγγραφέας υμνεί τις φυσικές ομορφιές του χωριού και τον εξαίσιο ρυθμό του πατρογονικού σπιτιού. Ο Νικόλαος εκεί επανέλαβε τις σχολικές και συναφείς δραστηριότητές του. Το Α΄ Κεφάλαιο του βιβλίου τελειώνει με μια νέα παρέκβαση περί ιερέων –δασκάλων, παιδείας προεπαναστατικής και εκείνης του ελεύθερου κράτους, του είδους και της αξίας των γνώσεων, τεχνικών-ανθρωπιστικών και του κοινωνικού ρόλου του ιερέα, ιδίως στα χωριά, που θυμίζουν τις γνωστές απόψεις περί ελληνικότητας του Περικλή Γιαννόπουλου.

Το Β΄ Κεφάλαιο, όπου χωρίς να εξαντλείται, περιέχονται οι αναμνήσεις ώς την ολοκλήρωση της Επανάστασης, ξεκινά με την επίσκεψη του Αθ. Λιδωρίκη στο χωριό και το σπίτι του, όπου είχε καταφύγει η οικογένειά του. Είναι η περίοδος της ναυμαχίας στο Ναυαρίνο (20/10/1827), που αναπτέρωνε τις ελπίδες επιτυχούς έκβασης του Αγώνα, με σχέδια συγκρότησης κράτους, με την Πελοπόννησο «καί μέρους τῆς Στερεᾶς, συμπεριλαμβανομένης καί τῆς Δωρίδος». Κομίζοντας αυτές τις ενθαρρυντικές ειδήσεις στο χωριό του, οργανώθηκε εκεί γιορτή με φωτιές, κρασί, χορούς, ανάμνηση του ηρωισμού του Διάκου και των εγκλεισθέντων στο Χάνι της Γραβιάς, με παλιότερα και πρόσφατα δημοτικά τραγούδια.
 

Στη γεμάτη και ασφαλή εκεί ζωή, ο Νικόλαος ‘‘ὑπό τήν ἐποπτείαν τῶν ὠκυπόδων Δωριέων ἐξεπαιδεύετο εἰς τήν γυμναστικήν, ρίπτων τόν λίθον’’, η δε συγγραφέας μιλά για την περιοχή ‘‘Εἰς τήν Δωρίδα δέν ὑπῆρχον Τοῦρκοι. Εἰς τά ὀρεινά καί ὡραιότατα αὐτῆς χωρία ἔζων ἐν πλήρει ἀνεξαρτησίᾳ, μόνον αὐθέντην ἔχοντες τό μακρύ τουφέκι των, τό «καρυοφύλι»’’, απηχώντας τις γνωστές απόψεις για τον τόπον όπου γεννήθηκε το τελευταίο είδος του δημοτικού, το κλέφτικο τραγούδι, που εξυμνεί τα κατορθώματα εκείνων των αγωνιστών. Κι άλλη αναφορά στον Αθ. Λιδωρίκη και τη θητεία του κοντά στον Αληπασά, όπου μεταξύ άλλων (Pouqueville), εγνώρισε και τον προφανώς άστοχα μεταφερθέντα (ως Παπαρρηγόπουλο) απ’ το χειρόγραφο, Γεωργ. Παπαηλιόπουλο, ‘‘συνετόν καί νοήμονα, ἕνα ἐκ τῶν κυριωτέρων μοχλῶν τῆς ἱερᾶς ἐπαναστάσεως’’. Η συγγραφέας συνομολογεί την τάση συχνών παρεκβάσεων, παρεκκλινουσών του κυρίου συγγραφικού της σκοπού, αναφέροντας τους συμβούλους (6 γραμματείς) του Αλή, τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων τους και μια ιστορία με το δακτυλίδι του εκπτώτου (τότε) βασιλιά της Σουηδίας που επεθύμησε κι απόκτησε με παρενέργειες ο Αλής.

Την ήσυχη ζωή στο Κροκύλειο ήλθε ν’ αναστατώσει και διακόψει η εκ νέου είσοδος τουρκικών στρατευμάτων στην Ανατ. Ελλάδα. Αστοχεί και πάλι η μνήμη στη χρονολογική τάξη, αναμιμνησκόμενη και καταγράφουσα γεγονότα του 1826. Μάχη στην Αράχοβα (19-24/11/1826), διαδόσεις και γνώση τελικά του θανάτου του Καραϊσκάκη (23/4/1827), που ‘‘ἦτο φίλος λατρευόμενος ἐν τῇ οἰκογενείᾳ’’ και τον θρήνησαν με τα παραδοσιακά μοιρολόγια στο χωριό, οπότε ‘‘Ἐκ νέου ἡ οἰκογένεια ὤφειλε νά ἀπέλθῃ ἐκεῖθεν, μόλις ἡσυχάσασα’’. Η μάνα του Αθ. Λιδωρίκη αρνήθηκε να εγκαταλείψει το σπιτικό της, η πενθερά, η σύζυγος και τα παιδιά ‘‘ὤφειλον νά ὁδεύσωσι πρός Περαχώραν τῆς Κορινθίας κατά παραγγελίαν’’ του, ‘‘ὁπόθεν οὗτος ἠδύνατο νά τούς παραλάβῃ δεδομένης εὐκαιρίας’’. Με αφορμή την καινούργια αναστάτωση, η συγγραφέας πλέκει το εγκώμιο της Άμφισσας· ‘‘Οἱ Ἀμφισσεῖς, λαός ἐξέχων ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ἑλλάδι, ἐργατικός, νοήμων, ἀνδρεῖος, πολυμήχανος, κύριον μέρος λαβών ἐν τῷ ἀγῶνι, ἐκ τῶν πρώτων, πολυειδῶς καί πολυτρόπως κατέρριψε τήν ὀφρύν τῶν Τούρκων, καί διά τῶν ὅπλων και διά τῆς ἐπιτυχοῦς διπλωματικῆς ἐνεργείας τῶν προκρίτων. Οὗτοι γενναίως ἀντεστάθησαν...’’. Κι αφηγείται το και από αλλού γνωστό περιστατικό της ματαίωσης αρπαγής του ελαιώνα απ’ τον Αληπασά. Τους τελευταίους μήνες του 1819 είχε στείλει διαταγή στον βοεβόδα των Σαλώνων να παρουσιαστούν στα Γιάννενα οι πρόκριτοι Γ. Παπαηλιόπουλος και Α. Κεχαγιάς. Εκεί απρόσμενα τους ζήτησε να του υπογράψουν πωλητήριο έγγραφο μεταβίβασης του ελαιώνα. Αυτοί αρνήθηκαν λέγοντας ότι δεν έχουν τέτοιο δικαίωμα. Στις απειλές του είπαν ότι προτιμούν το θάνατο. Γλίτωσαν τελικά λόγω περισπασμών του με την Πύλη (Σπ.Αραβαντινός, Ιστορία του Αληπασά, 1895, σσ.610-611).

Στην πορεία απ’ το Κροκύλειο για Περαχώρα, πάλιν ‘‘Οἱ πόδες των ἐπηπειλοῦντο ὑπό νέων πληγῶν, καί ἡ φροντίς τῶν τέκνων ἐγίνετο μεγαλητέρα, διότι ὑπῆρχε καί ἄλλο νεογεννηθέν’’. Τα ‘‘καλά παληκάρια’’ που τους συνόδευαν, κουβαλούσαν στους ώμους τα μικρά παιδιά. Αν στην πορεία τους εύρισκαν κάποια σπηλιά, όπου άφοβα μπορούσαν να ξεκουραστούν, στάθμευαν για λίγο. Πρώτα εισερχόταν η εικόνα της Παναγίας, μετά άναμμα φωτιάς και λίγο λιβάνι, η πενθερά του Λιδωρίκη θυμιάτιζε την εικόνα και τη σπηλιά κι αμέσως μετά έψηναν καφέ, που ‘‘μεστά παραδεισίου ἡδονῆς ἐρρόφουν’’. Τα παληκάρια έπιναν ρακή κι έστηναν ξώβεργες να πιάσουν κανένα πουλί, για ψήσιμο σε ξύλινες σούβλες. Όταν έβρεχε, καθυστερούσαν ν’ αναχωρήσουν. Επανελθούσης της καλοκαιρίας και πριν την αναχώρηση, χόρευαν στην είσοδο της σπηλιάς, ή ‘‘ἠσκοῦντο εἰς τήν πάλην’’, ενώ ετοιμάζονταν τα παιδιά για την ‘‘πρόσω πορείαν’’. Ο Νικόλαος διέθετε πια τα δικά του άρματα και τον καμάρωναν, μητέρα και γιαγιά, περιμένοντας και τα δικά του ανδραγαθήματα στο άμεσο μέλλον. Η γυναίκα του Λιδωρίκη δεν είχε μόνο το επιπλέον βάρος του θηλασμού, αλλά και ‘‘νά διοικῇ καί τόν μικρόν στρατόν της, καί νά προνοῇ περί παντός’’ (σ. 56).

Έφθασαν στο Γαλαξείδι, αποχαιρετήθηκαν με τα παληκάρια ‘‘ἐπιστρέφοντα εἰς Δωρίδα, ὅπου τούς ἐκάλει ἡ ἐν κινδύνῳ πατρίς’’. Με μικρό καΐκι πέρασαν απέναντι στην Περαχώρα, 6ο σταθμό της περιπλάνησής τους. Η κωμόπολη, ‘‘ἄμορφος, μέ ἀλβανικόν πληθυσμόν 6 ... ἄξεστοι καί ἀμαθεῖς, οὔτε καί τό ἄλφα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης γνωρίζοντες’’. Ασφαλείς εκεί, σε μια μικρή παραχωρηθείσα καλύβα, με λίγα πήλινα μαγειρικά σκεύη και τον μικρό Νικόλαο μεταβληθέντα σε αγρότη, καλλιεργητήν οσπρίων και εποχιακών λαχανικών στο περιβόλι που διεμόρφωσε και περιέκλεισε γύρω απ’ την καλύβα τους. ‘‘Μακρόν ἔτι χρόνον διήνυσαν ἐκεί ὡς ἐξόριστοι’’, χωρίς καμιάν είδηση απ’ τους δικούς τους. Οι άντρες του χωριού, κάθε εβδομάδα κατέβαιναν για τις εργασίες τους στην Κόρινθο, έφερναν νέα επιστρέφοντες και, με χαρακτηριστικές κινήσεις παντομίμας, προσπαθούσαν να τα μεταδώσουν στη φιλοξενούμενη οικογένεια. Για κακή τους τύχη, έλειπε κι ο παπάς της Περαχώρας, ο μόνος που μιλούσε ελληνικά, είχε φύγει να βρη τους πολεμιστές γιους του. Συγχρωτιζόμενος με συνομήλικα παιδιά, ο Νικόλαος είχε καταφέρει να γίνεται κι αυτοσχέδιος διερμηνέας. Η γυναίκα κι η πενθερά του Λιδωρίκη, ατενίζοντας τη θάλασσα, τον Κορινθιακό, πνίγονταν στη νοσταλγία, τραγουδούσαν για την πατρίδα τους την Άρτα, συγκινούσαν τις ντόπιες που ‘‘ἡ μία κατόπιν τῆς ἄλλης ἐκύκλωναν ἀσυνειδήτως τάς δύο γυναίκας, καί ὡς ἐν θεάτρῳ ὁ χορός, συνώδευον διά τῶν ὀδυρμῶν των τάς ξενιζομένας... ἑβδομάδες καί μῆνες διωλίσθαινον ἀδυσωπήτως’’ (σ. 61). Κακή ψυχολογική κατάσταση των γυναικών, ελπίδα και προσευχή του έφηβου πια γιού. Και κάποια μέρα επέστρεψε ο παπάς, ‘‘ὁ σύνδεσμος μετά τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, ἔπαυεν ἡ ἐρημία’’.

Αν και είχε βρει τους γιους του, ο γέροντας ιερέας, δεν είχε τίποτα ευχάριστο να τους πληροφορήσει, ως προς τα λοιπά «παντοῦ ἐρήμωσις και δυστυχία…ἐκ νέου εἴσοδος καί ὑπόταξις τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος εἰς τόν Κιουταχήν…ἀναλγησία τῆς ἐπισήμου Εὐρώπης» και δραματοποιώντας την αφήγηση, η συγγραφέας αναφέρει την είσοδο στο Ναυαρίνο πολυάριθμου τουρκοαιγυπτιακού κ.λπ. στόλου. Τις βραδινές ώρες, που τα παιδιά κοιμούνταν, ο γέρων ιερέας παρηγορούσε τις γυναίκες, ενθαρρύνοντάς τες με απλές ιστορίες, γνωστές σε αυτόπτες, των μεγάλων γεγονότων που είχαν προηγηθεί, όπως εκείνη του Μεσολογγιού. Κατανυκτική παρακολούθηση κυριακάτικης Θείας Λειτουργίας με συμμετοχή στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και φθάσιμο ειδήσεων για τη ναυμαχία στο Ναυαρίνο, όπως την είχαν δει, απ’ τα βουνά της Αρκαδίας βοσκοί. Λίγο μετά, έφτασε εκεί, πάνω στο μουλάρι του, απεσταλμένος του Αθ. Λιδωρίκη, πληροφόρησε για τις πολύ καλές εξελίξεις μετά τη ναυμαχία, την απόφαση της σωτηρίας της Ελλάδος, και με γράμμα του ο Λιδωρίκης τους έλεγε ότι θα παραμείνουν εκεί ακόμα, μέχρι να οριστικοποιηθεί η κατάσταση και μετά θα τους έπαιρνε κοντά του.

Στο σημείο αυτό η συγγραφέας προβαίνει σε μια από τις πιο αξιοσημείωτες κρίσεις της, συσχετίζοντας τον από αλλού γνωστό πόλεμο της ανεξαρτησίας, με τα καθέκαστα που κατέγραψε και μεταφέρει αυτούσια «οὐδέν τῶν ἐθνῶν τῆς Εὐρώπης δύναται νά καυχηθῇ ὅτι περιεβλήθη δόξαν ὡς τήν τῆς Ἑλλάδος…ὁ πόλεμος τοῦ 21 ὑπῆρξεν ὁ μόνος δίκαιος, ὁ μόνος ἅγιος. Τετρακοσίων ἐτῶν δουλεία, καί ὁποία δουλεία! ἦτο ὁ πόλεμος τῆς οἰκογενείας, οὐχί τῶν στρατῶν πλέον, διά τοῦτο καί ἑκάστη οἰκογένεια ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ ἔχει τήν ἔνδοξον ἱστορίαν της» (σσ. 68-69). Εκλογή και άφιξη του Καποδίστρια κατόπιν και «πρῶτον μέλημα νά σπεύσῃ νά ἐλευθερώσῃ τήν Στερεάν». Ξαπέστειλε μυστικούς απεσταλμένους, μεταξύ τους και τον Αθ. Λιδωρίκη, σε όλες τις επαρχίες να αναθερμάνουν την Επανάσταση, στην Άμφισσα το Μαμούρη.

Ολοκληρώνοντας την αποστολή του ο Αθ.Λιδωρίκης, επέστρεψε στο Ναύπλιο ως Γερουσιαστής, εύρε όμως κατοικία στο Άργος, όπου και άλλοι προτιμούσαν να μένουν, και ο Μακρυγιάννης (Γενικός Αρχηγός της Εκτελεστικής δύναμης της Πελοποννήσου και της Σπάρτης, 1829-32). Τότε έστειλε ανθρώπους με άλογα στην Περαχώρα, να φέρουν την οικογένειά του, το Νίκο, την Κλεοπάτρα και τον Αριστομένη, με τη σύζυγο Βασιλική και την πενθερά του. Συγκινητικοί οι αποχαιρετισμοί με τους ντόπιους κι οι ευχές-κατευόδιά τους. Άλλο πράγμα τώρα το σπίτι τους, με ευρωπαϊκών προδιαγραφών εξοπλισμό, μέχρι και γραφείο για το Νικόλαο και γέρων διδάσκαλος ανέλαβε την εκπαίδευσή του, γιατί σχολείο δεν υπήρχε στο Άργος. Ο έφηβος πια Νικόλαος ήθελε να δει από κοντά και τον Κυβερνήτη κι απογοητεύτηκε δυσπιστώντας μέχρι τέλους, όταν του έδειξαν ‘‘τόν ἁπλοῦν καί ἀπέριττον τήν περιβολήν’’ Καποδίστριαν. Η Επανάσταση είχε τελειώσει!..

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (27/10/1831), για το φόβο των αναταραχών, ο Αθ. Λιδωρίκης έστειλε την έγκυο ξανά γυναίκα του στα Σάλωνα· ‘‘ἐν Ἀμφίσσῃ τότε εἶχον ἐγκαθιδρυθῇ αἱ ἀρχαί. Τοῦρκοι δέν ὑπῆρχον πλέον, καί ἐξ ἄλλων μερῶν εἶχον συρρεύσει πολλοίὡς μέρος ἀσφαλές. Ἀλλ’ οἱ πάντες ἦσαν ἐν πτωχείᾳ καί στερήσει διότι μόλις ἤρχισαν νά καλλιεργῶσι τούς ἀγρούς των καί νά ἀπολαμβάνωσι τῶν ἀγαθῶν τῆς τάξεως καί ἔρχονται ἀρωγοί εἰς τάς πρόσφυγας οἰκογενείας’’ (σ.81). Εγκαταστάθηκαν σε δικό τους σπίτι στην πόλη. Τέλη του 1831 η Βασιλική Λιδωρίκη γέννησε δίδυμες κόρες. Η μία τους ήταν η συγγραφέας μας, η Πηνελόπη. Ύστερα από 4χρονη παραμονή στην Άμφισσα,η οικογένεια μετακόμισε κι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπως αναφέρεται στην εισαγωγή. Ο Νικ. Α. Λιδωρίκης έγινε στη συνέχεια υπάλληλος του υπουργείου Εσωτερικών και κατόπιν εισήλθε στο διπλωματικό σώμα, φίλος και γραμματέας του πρεσβευτή στη Βιέννη, βαρώνου Σίνα. Η μητέρα του, Βασιλική, σύζ. Αθ. Λιδωρίκη, πέθανε το 1880.

Η συγγραφέας ξετυλίγει κι άλλες αναμνήσεις της, που αυτές, σύμφωνα και με τον τίτλο του βιβλίου, θεωρούνταν παλαιότερα οι πιο σημαντικές. Για μας, οι παραπάνω αναφερθείσες αποσπασματικές, με προφανώς κάπου συγκεχυμένη χρονολογική τάξη, έχουν την αξία της μαρτυρίας των άφωνων ταπεινών προσώπων της ιστορίας, για να θυμηθούμε τον κορυφαίο μας ιστορικό, Σπ.Ασδραχά. Η καθολικότητα της συμμετοχής στην Επανάσταση, οι κατατρεγμοί, οι δοκιμασίες και περιπλανήσεις των αμάχων, αλλά και η διαφοροποίηση της μοίρας, εξαιτίας του κοινωνικού στάτους της οικογένειας, προεπαναστατικά και κατόπιν, τα βάσανα, η απουσία του πατέρα - συζύγου, με φροντίδα από μακριά, η πρόνοια του, κινούμενου στα υψηλά στρώματα κατεύθυνσης της Επανάστασης, αρχηγού της οικογένειας, το πάθος για ζωή, με τις αλλεπάλληλες γέννες παιδιών μέσα στις κακουχίες, η συνέχιση της ζωής εν μέσω του Αγώνα, στην ποιμενική της διάσταση, από τους βοσκούς Παρνασσίδας και Δωρίδας, η συναίσθηση της αξίας της παιδείας κι η επιδίωξη, ει δυνατόν, σε κάθε σταθμό περιπλάνησης, εκπαίδευσης του νέου Νικολάου. Τα ήθη στην αντιμετώπιση των κυνηγημένων αμάχων φυγάδων (Μεσολόγγι - Γαλαξείδι - Περαχώρα), στις αρχές της Επανάστασης, στην Άρτα, η σχέση Ελλήνων - Τούρκων, η κάλυψη από Τούρκους των κινδυνευόντων - φευγόντων, φιλίες που ξεπερνούν την εθνική σύγκρουση, ο συγκριτισμός στην απήχηση δερβισών - οθόδοξων μοναχών, η συνύπαρξη με Αλβανούς και ηγλωσσική δυσκολία συνεννόησης, το πλήθος των στοιχείων πολιτισμού που έχουν στις σελίδες του αποθησαυριστεί, όλ’ αυτά συνθέτουν ένα σκηνικό γύρω από την Επανάσταση που διέφευγε και διαφεύγει εν πολλοίς, απαραίτητον όμως για μια πιο αυθεντική και πιο πλήρη εικόνα - σύλληψη του μεγάλου γεγονότος.
 
 
(1) Για το ποιος μπορεί να είναι ο συγγραφέας του βιβλίου, βλ. Ηλιού - Πολέμη, Ελληνική Βιβλιογραφία 1864-1900, τ. Γ΄,σ. 3351, αρ. 1898.79.
(2) Διδάκτορα της Φιλοσοφίας, ανιψιό του Φίλιππου Ιωάννου (1796-1880), καθηγητή πανεπιστημίου κι ευεργέτη του 19ου αι.
(3) Αντίθετα ο Τ. Λάππας γράφει ότι παραγγέλλοντας ο Χασάν μπέης στη σύζυγο του Λιδωρίκη να πάει στο Αγγλικό Προξενείο της Άρτας για προφύλαξη, πήρε μαζί της όλα τα πολύτιμα πράγματα του σπιτιού, ακόμη και το ρουχισμό, ό.π., σ. 10. Όλα τα εκεί μεταφερθέντα, κατά την είσοδο των ελληνικών απελευθερωτικών σωμάτων, διηρπάγησαν ολοσχερώς...
(4) Πρόκειται για χρυσά σειρήτια, με μορφή σειράς, διακοσμητικά υλικά ενδυμάτων της εποχής, από πολύτιμη πρώτη ύλη (χρυσό - ασήμι), υλικό χρυσοκεντήματος, τιρτίρια λεγόμενα, κορδονάκια, ποδόγυρου στις παρυφές, μανικιών στις άκρες, μανδυών απ’ το λαιμό ως τα πόδια, ολόκληρων κεντημένων.
(5) Το μικρό νησί στο Ιόνιο, σε πολύ κοντινή απόσταση απ’ τη δυτική ακτή της Αιτωλοακαρνανίας, βρίσκεται ακριβώς απέναντι απ’ το χωριό Μύτικας. Σήμεραανήκει διοικητικά στο Ν. Λευκάδας. Υπήρξε καταφύγιο κλεφταρματολών κι αμάχου πληθυσμού. Στα χρόνια της Επανάστασης του ’21 ήταν έρημο. Μετά τη Μάχη του Πέτα (4/7/1822), όσοι δεν μπόρεσαν να καταφύγουν στο Μεσολόγγι, αποβιβάστηκαν στον αγγλοκρατούμενο, όπως όλα τότε τα Επτάνησα, Κάλαμο. Ο αρμοστής Τ. Μαίτλαντ θεώρησε ανεπιθύμητους τους επαναστάτες και τους έδιωξε, (Δημ. Φωτιάδης, Η Επανάσταση του ’21, τ. Β΄, σ. 291). Μετά τη στροφή της αγγλικής πολιτικής (G. Canning, 1823) έγινε επίσημο καταφύγιο κι απαραβίαστο άσυλο των επαναστατημένων Ελλήνων και των οικογενειών τους.
(6) Κωμόπολη υπαγόμενη σήμερα στο Δήμο Λουτρακίου - Περαχώρας, στο τμήμα του νομού Κορινθίας που ευρίσκεται στη Στερεά Ελλάδα, στις ΒΔ υπώρειες των Γερανείων, σε υψόμ. 300 μ. κι απέχει 22 χλμ. απ’ την Κόρινθο. Η πληροφορία της συγγραφέως για την εθνικότητα του πληθυσμού της κωμόπολης, έρχεται σε αντίθεση με όσες σχετικές πηγές έτυχε να δούμε. Να πρόκειται για αστοχία τους, ή συγκάλυψη;


Δευτέρα 8 Μαρτίου 2021

Γυναίκες της Φωκίδας στην επανάσταση του 1821 της Μάντυ Δ. Δασκαλοπούλου

ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ "ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΦΩΚΙΔΑΣ"
με χρηματοδότηση από τον Ο.Π.Α.ΣΤ.Ε. (Οργανισμό Πολιτιστικής Ανάπτυξης Στερεάς Ελλάδας) 

 

Αντί προλόγου, στο βιβλίο αναφέρεται ο Αντιπεριφερειάρχης Π.Ε. Φωκίδας Γεώργιος Ζαχ. Δελμούζος και υπάρχει, επίσης, αναφορά της προέδρου του " ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΦΩΚΙΔΑΣ" Ευσταθίας Παπαγιαννακοπούλου. 

Παρακάτω, το εισαγωγικό κείμενο της συγγραφέως :
"Διαβάζοντας το βιβλίο της Κούλας Ξηραδάκη "Γυναίκες του ‘21", πριν από πολλά χρόνια, ένιωσα συγκίνηση και περηφάνια για το αγώνα που έδωσαν οι γυναίκες αυτές για την ελευθερία της πατρίδας μας.
Αυτή ήταν η αφορμή, που με ώθησε στην έρευνα με αγάπη και πάθος, για να ανακαλύψω, όσο ήταν εφικτό περισσότερες ηρωίδες του ’21 από την περιοχή μου.
Το θεώρησα χρέος μου να τις αναδείξω με σεβασμό και ευλάβεια ώστε να έρθει στο φως η προσφορά τους. Οι γυναίκες του ’21 έδωσαν τη ζωή τους για τον αγώνα, προστάτεψαν τα παιδιά τους, ανάστησαν τις οικογένειες τους, στάθηκαν δίπλα στους άντρες τους και πάλεψαν για την εθνική μας ανεξαρτησία. Προτίμησαν τον θάνατο από την ατίμωση και την δυστυχία. Αποτελούν σύμβολα δυναμισμού, πατριωτισμού και έμπνευση για τις επόμενες γενιές. Υποκλινόμαστε στο μεγαλείο τους!
Αυτό το βιβλίο είναι μια συμβολή στη γνώση μας για την επανάσταση του 1821 στη Φωκίδα. Αφιερώνεται σε όλες αυτές τις γνωστές και άγνωστες ηρωίδες, που σήκωσαν το ανάστημα τους πολύ ψηλά, για να αναπνέουμε εμείς ελεύθεροι σήμερα’’ 

 Το εξώφυλλο σχεδίασε η Βούλα Δασκαλόπουλου και είναι ζωγραφική μικτές τεχνικές, κολάζ.
Αναλυτικότερη παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει και στο πρώτο φύλλο για το 2021 της Εφημερίδας του Συλλόγου των Απανταχού Αμφισσέων "ΤΑ ΣΑΛΩΝΑ".

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2021

Γεώργιος Καψάλης (1938 - 1999): ο "βιογράφος" του Λιδωρικίου και της Φωκίδας

 

Ο  Γεώργιος Καψάλης του Ευθυμίου, δημοσιογράφος και συγγραφέας,  γεννήθηκε στις 11.11.1938 στο Λιδωρίκι. Παντρεύτηκε την  Χρύσα Γρ. Χασάπη με την οποία απέκτησε δύο γιούς. Σπούδασε στο Κέντρο Δημοσιολογικών Ερευνών και προσλήφθηκε στην ΑΤΕ (Αγροτική Τράπεζα), τοποθετήθηκε αρχικά το 1965 στο Λιδωρίκι  και μετά από λίγα χρόνια αποσπάστηκε στο κεντρικό Κατάστημα των Αθηνών. Αργότερα υπήρξε μετακλητός διευθυντής του υπουργείου Παιδείας και του υπουργείου Δημ. Έργων.
 

Υπήρξε μέλος του Συμβουλίου των Ελλήνων, του ΕΕΣ, της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Εταιρείας Ελλήνων Δημοσιολόγων, της Δωρικής Αδελφότητας, του Συνδέσμου Λιδωρικιωτών κ.α. 

 Αφιέρωσε τον ελεύθερο χρόνο του στην ιστορική έρευνα του Λιδωρικίου και ευρύτερης περιοχής καταφέρνοντας να εκδόσει σημαντικά λαογραφικά και ιστορικά βιβλία. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει στην Εφημερίδα "Λιδωρίκι" που εξέδιδε την δεκαετία του '80. 


 Έργα του:

  • Δωριείς που ξεχώρησαν
  • Προσωπικότητες της Ρούμελης
  • Φωκίδα - Λησμονημένες σελίδες
  • Οι εφημερίδες του '21
  • Θανάσης Μανίκας και οι πολιορκητές του κάστρου των Σαλώνων
  • Στην Φωκίδα του 1851
  • Η πρώτη Δωρική εφημερίδα
  • Λιδωρικιώτικα 1983
  • Το Θέμα της Αλεξανδρέττας
  • Λιδωρίκι: επιτέλους Δήμος

Για την προσφορά του τιμήθηκε με το χρυσό μετάλλιο της Ιεράς Πόλεως του Μεσολογγίου, με το παράσημο του Τάγματος Αγιάς Αικατερίνης Σινά κ.α.





Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2021

Σύνοψη του βιβλίου "Παροιμίες και εκφράσεις της Δωρίδας"

Η Δωρίδα, η Παρνασσίδα, η Φωκίδα ολόκληρη, βρίσκεται στην καρδιά της Ρούμελης. Η Ρούμελη, τόπος με πολύ βαθιά ιστορία με πρώτους κατοίκους τους Πελασγούς, υπήρξε στην ιστορική της πορεία τόπος ιερός, σεβαστός, τόπος αντρειοσύνης και αυτοθυσίας, που τόσα και τόσα πρόσφερε στο Έθνος και τη φυλή μας. Ύψιστες αρετές του Ελληνισμού όπως η ελευθερία, η άδολη περηφάνια, η λιτότητα, η σεμνότητα, η ευθύτητα, η φιλοξενία, η φιλοτιμία, βρήκαν γόνιμο έδαφος και ρίζωσαν σ' έναν κακοτράχαλο ορεινό όγκο των Βαρδουσίων, της Οίτης, της Γκιώνας του Παρνασσού, της μάνας Ρούμελης. 

Οι ορεσίβιοι της Δωρίδας, Παρνασσίδας, Φωκίδας καλλιέργησαν αυτές τις αρετές και με τα ήθη, τα έθιμα, τους μύθους τους θρύλους, τις παραδόσεις, τις δοξασίες, τις παροιμίες, τα γνωμικά τους, τις στερεότυπες εκφράσεις τους, τον πλούσιο συναισθηματικό τους πλούτο, την ντοπιολαλιά τους που εκφράζει τη λαϊκή ψυχή και σφραγίζει όλες τις εκδηλώσεις της κοινωνικής τους ζωής, σμίλεψαν το λαϊκό μας πολιτισμό της Λωρίδας, της Παρνασσίδας, της Φωκίδας, της Ρούμελης ολάκερης. [...]

  Εκδόσεις: ΠΛΗΘΩΡΑ, Έκδοση: 28/05/2020, ISBN: 9789608203600, Αρ. Σελίδων 123

 

Ο Φώτης Κατσούδας γεννήθηκε στο Παλαιοξάρι Δωρίδας-Φωκίδας το 1949. Τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο στο χωριό του και το Γυμνάσιο στο Ευπάλιο Δωρίδας. Έδωσε εξετάσεις το 1967 στο Πανεπιστήμιο και εισήχθη στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έλαβε το πτυχίο του και μετά την στρατιωτική του θητεία διορίστηκε στη μέση εκπαίδευση ως φιλόλογος καθηγητής και υπηρέτησε στο Λύκειο Αρρένων του Αγίου Δημητρίου (Μπραχάμι), στο Γυμνάσιο και Λύκειο Κατούνας Ξηρομέρου Αιτωλοακαρνανίας, στο 2ο Γυμνάσιο Αρρένων Ναυπάκτου , στο Γυμνάσιο και Λύκειο Δροσιάς Αττικής , στο 2ο Γυμνάσιο και Λύκειο Χολαργού και τέλος στο 1ο Λύκειο Νέου Ψυχικού ως καθηγητής και Διευθυντής Λυκείου, απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε.
Παράλληλα με το διδακτικό του έργο ασχολήθηκε και με τα κοινά του χωριού. Διετέλεσε μέλος και Πρόεδρος της Ένωσης Παλαιοξαριτών και αρθρογραφούσε στην εφημερίδα της Ένωσης «Το Παλαοξάρι». Με τη συνταξιοδότηση του εγκαταστάθηκε σχεδόν μόνιμα στο χωριό του και ασχολείται αποκλειστικά με την συγγραφή. Είναι παντρεμένος και έχει δύο παιδιά.

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2021

Τα "Τούμπανα στο Άβορο" παιζουν μέσα από το πρώτο βιβλίο του Λυκείου Ελληνίδων Φωκίδας

Μέσα από ένα βιβλίο του Λυκείου Ελληνίδων Φωκίδας με την αιγίδα του Δήμου Δωρίδας, παρουσιάζεται η πλούσια μουσικοχορευτική παράδοση του Αβόρου


Σας ενημερώνουμε ότι κυκλοφορεί το πρώτο βιβλίο του Λυκείου των Ελληνίδων Φωκίδας με τίτλο «ΤΟΥΜΠΑΝΑ ΣΤΟΝ ΑΒΟΡΟ». Ο τίτλος είναι εμπνευσμένος από το πολύ γνωστό ποίημα της Δωρίδας ‘Τούμπανα στον Άβορο, χορός στο Σεβεδίκο’ και το βιβλίο εστιάζεται στην ιδιαίτερη μουσικοχορευτική παράδοση του Αβόρου. Ο Άβορος είναι ένα ορεινό χωριό της Φωκίδας του Δήμου Δωρίδος, που, όμως, χορεύει διαφορετικά από όλη την υπόλοιπη Δωρίδα. Η μεγάλη πρωτοτυπία του χωριού έγκειται στο 3ημερο πανηγύρι του και ιδιαίτερα την τρίτη ημέρα του πανηγυριού όπου τελείται το δρώμενο ‘Πάνω Ζε’. Πρόκειται για ένα αποκριάτικο δρώμενο ενταγμένο στο τελετουργικό πανηγύρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, το οποίο παραμένει ζωντανό και συσσωρεύει πλήθος επισκεπτών κάθε χρόνο. Πλούσιο φωτογραφικό υλικό, ποικιλία τοπικών τραγουδιών, ιδιαίτερα κάλαντα, τοπικές συνταγές και πολλά ακόμη λαογραφικά στοιχεία συνοδεύουν το βιβλίο αυτού του πανέμορφου χωριού.


Το βιβλίο «ΤΟΥΜΠΑΝΑ ΣΤΟΝ ΑΒΟΡΟ» είναι αποτέλεσμα της ερευνητικής προσπάθειας που έχει αναπτύξει το Λύκειο των Ελληνίδων Φωκίδας με σκοπό την ανάδειξη και προβολή της πολιτιστικής ταυτότητας της Φωκίδας. Τη Φωκίδα δεν την βλέπουμε και πολύ συχνά στην τηλεόραση, δεν ακούμε συχνά για τα ήθη, έθιμα, για την παράδοση, για το χορό της. Για τον έναν ή τον άλλο λόγο ο Νομός μας δεν έχει ακόμα ερευνηθεί όπως του αρμόζει. Υπάρχει ζωντανό υλικό στα χωριά μας, αλλά δεν υπάρχει μια οργανωμένη προσπάθεια από τους φορείς του Νομού, ώστε να παραμείνει ζωντανό και να μεταδοθεί στις επόμενες γενιές. 
 

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2020

Σχόλια στη μελέτη Παπαχρήστου (1939) : «Που εγεννήθη ο Αθανάσιος Δίακος»

Μελέτη Κων. Παπαχρήστου με τίτλο

« Πού εγεννήθη ο Αθανάσιος Διάκος»

( Ακαδημία Αθηνών, Πρακτικά 1939, Τόμος ΙΔ! )

2007

Η Μουσουνίτζα και η Αρτοτίνα, τα δύο γειτνιάζοντα και ορεινά χωρία της Ανατολικής Ρούμελης, προσπαθούντα να καθορίσωσιν επακριβώς τον τόπον της γεννήσεως του ηρωικού αγωνιστού της Επαναστάσεως του 1821 Αθανασίου Διάκου, περιεπλάκησαν εις δεινήν έριν και εκήρυξαν κατ’ αλλήλων τον πόλεμον. Αυτοσχέδιοι ιστορικοί ενδιαφερόμενοι πρωτίστως δια την ικανοποίησιν του τοπικιστικού των εγωισμού, αποβλέποντες αποκλειστικώς εις την εκμετάλλευσιν των καρπών πιθανής νίκης, δεν ετήρησαν τας απαραιτήτους προϋποθέσεις της ερεύνης, παρεμόρφωσαν και ηκρωτηρίασαν την γραπτήν και προφορικήν παράδοσιν, δεν κατενόησαν την λεπτότητα και την σοβαρότητα του ζητήματος, όπερ και άλλοτε εγένετο αντικείμενον διαμάχης παρομοίας. Διότι η φιλονικεία Αρτοτινών και Μουσουνιτζιωτών υφίσταται καθ’ όλην την μεταεπαναστατικήν εκατονταετίαν, περιοδικώς αναβλαστάνουσα και κρατούσα εις διαρκή αντίθεσιν τους φιλίστορας πατριδολάτρας.

        Κ. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΥ (1915 – 1990)         
Ο Διάκος, έλκων το γένος εξ ασήμων και ταπεινών γονέων, κινηθείς κατά την περίοδον της βραχυβίου σταδιοδρομίας του εν μέσω ιδιαζουσών συνθηκών ζωής εγκατέλειψεν παρελθόν πλήρες περιπετειών, δυσκόλως παρακολουθουμένων. Παραλλήλως, η λαϊκή φαντασία, ευρούσα πρόσφορον έδαφος ευδοκιμήσεως, εδημιούρησε θρύλους και παραδόσεις και παραλλαγάς σχετικών τοπικών διηγήσεων. Τοσαύτη δε ασάφεια επί πολύν καιρόν επεκράτησεν, ώστε τινές να νομίσωσιν, ότι ο Διάκος είδε το φως της ημέρας εις την περιφέρειαν των Καλαβρύτων, συγχέοντες αυτόν επιπολαίως προς συνώνυμον, αλλ’ όχι εις ευψυχίαν και ανδρείαν ισότιμον, Πελοποννήσιον αγωνιστήν.

Ιστοριοδίφαι και ιστορικοί, αντιμετωπίζοντες κράμα λειψάνων αυθεντικών ειδήσεων και ποικίλων μύθων, πλουσιοτάτων εις πλοκήν, οσάκις επιδεξίως και εντέχνως δεν επεζήτησαν να παρακάμψωσι τον επικίνδυνον σκόπελον, ανέφερον ως τόπον γεννήσεως είτε την Μουσουνίτζαν είτε την Αρτοτίναν, άλλοι μεν άνευ επεξηγήσεως της γνώμης των, άλλοι δε δικαιολογούντες και ενισχύοντες ταύτην δια της παραθέσεως γενεαλογικών πληροφοριών, ειλημμένων συνήθως εξ εργασιών προγενεστέρων μελετητών ή εκ της παρά τω λαώ διασωζομένης προφορικής παραδόσεως. Η γνώμη των μελετητών των παρεμπιπτόντως και αβασανίστως σημειούντων γενέτειραν του Διάκου ουσιαστικώς στερείται βαθυτέρας αξίας. Ο Φιλήμων, ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, ο Κόκκινος, οι πολυπληθείς συντάκται των ποικιλωνύμων εγχειριδίων της ιστορίας των νεοτέρων χρόνων και των παντοειδών ιστορικού περιεχομένου συγγραφών, αδύνατον ήτο να καταναλώσωσι χρόνον εις επιπόνους και εν πολλοίς αγόνους ιστοριοδιφικάς ερεύνας, σκοπόν εχούσας την επίλυσιν λεπτομερειακών και επουσιωδών προβλημάτων. Ακόμη και τα γραφόμενα των δύο παλαιών μελετητών, Παναγιώτου Ροδίου και Χριστοφόρου Περραιβού, δεν μας οδηγούσιν εις εξαγωγήν τελικών συμπερασμάτων, αν και χρονικώς ευρίσκωνται εγγύτατα των γεγονότων της Επαναστάσεως. Ο συνταγματάρχης Π. Ρόδιος τυπώσας την πρώτην βιογραφίαν του Αθανασίου Διάκου το 1835 εις το περιοδικόν του Κ. Αξελού «Έφορος Στρατιωτικός» αντιπαρέρχεται επιτροχάδην το ζήτημα της γενεαλογίας « Ο Αθανάσιος, όστις Διάκος φέρεται δια στόματος, ην εξ Αρτοτίνης της κατά Λιδωρίκιον κωμοπόλεως». Ούτος φυσικόν είναι να μη γνωρίζη καταλεπτώς πρόσωπα και πράγματα της Ηπειρωτικής Ελλάδος και ιδία της Ρούμελης, ασήμαντα περιστατικά του ιδιωτικού βίου νεωτέρων στρατιωτικών και πολιτικών φυσιογνωμιών. Βεβαίως συλλέξας άφθονον υλικόν, κατώρθωσε να διασαφήση ικανοποιητικώτατα την σύμπραξιν και την ενεργόν συμμετοχήν του ήρωος της Αλαμάνας εις τον απελευθερωτικόν αγώνα και επέτυχε να δώσει πλήρη εξιστόρησιν των πράξεων εκείνου. Ατυχώς αι οπωσδήποτε σοβαραί αποκαλύψεις του Ροδίου περιορίζονται εις τον δημόσιον βίον και δεν επεκτείνονται εις τον ιδιωτικόν. Την οικογενειακήν ζωήν εδυσκολεύετο να παρακολουθήση. Εσημείωσεν γενέτειραν του Διάκου την Αρτοτίναν, χωρίς να αιτιολογήση την γνώμην του και χωρίς να επιμείνη εις την διαλεύκανσιν του γενεαλογικού δένδρου της οικογενείας. Αφού και ο σύγχρονος του Ροδίου Χ. Περραιβός, συμμετασχών εις τας περισσοτέρας ανά την Ρούμελην στρατιωτικάς επιχειρήσεις των Ελλήνων και φίλος προσωπικός των ηγουμένων των μαχών της κεντρικής Ελλάδος πολεμιστών γράφει : « Η πατρίς αυτού είναι το χωρίον Μουσινίτζα λεγόμενον της επαρχίας Λοιδορικίου, από το οποίον απέχει ώρας εξ ». ο Ρόδιος λοιπόν και ο Περραιβός καίπερ σύγχρονοι διαφωνούσι και αδυνατούσι να λύσωσι τον Γόρδιον δεσμόν. Ομοίως και οι ακολουθήσαντες τον Ρόδιον Αλέξανδρος Σούτσος και Φάνης Μιχαλόπουλος.

Εις την προσπάθειαν της εξακριβώσεως του τόπου της γεννήσεως του Διάκου, προσφέρουσι θετικήν επικουρίαν οι ερευνηταί εκείνοι, οίτινες εχρησιμοποίησαν εν πλάτει την ζώσαν εις τας ημέρας των δημώδη παράδοσιν προς αδιάσειστον θεμελίωσιν της απόψεώς των. Και εξ αυτών μερικοί ηρκέσθησαν εις την αντιγραφήν παραδόσεως περιεχομένης εις εργασίαν προγενεστέρου ερευνητού, επιφέροντες ενίοτε δευτερευούσης σημασίας συμπληρώσεις ή τροποποιήσεις .

Ο Γ. Κρέμος πρώτος κατέγραψε δημοτικήν Αρτοτινήν παράδοσιν : « Τω 1760 εκ της άνω Μουσουνίτσας κατήλθεν εις Αρτοτίναν Γεώργιός τις νεανίσκος, ορφανός μητρός τε και πατρός και πενέστατος. τούτον υιοθέτησεν ο θείος αυτού Αθανάσιος Γραμματικός, εξ ου, ως υιοθετηθείς, ωνομάσθη Γεώργιος Ψυχογυιός. Ο Γεώργιος έλαβε σύζυγον την Χρυσούλαν εξ ων εγεννήθησαν πέντε τέκνα ήτοι : 1. Σοφία, 2. Καλομοίρα, 3. Απόστολος, 4. Κωνσταντίνος, 5. Αθανάσιος. Εκ των πέντε τέκνων του Γεωργίου Ψυχογυιού, η μεν Σοφία συζευχθείσα τον Κωνσταντίνον Κούσταν εγέννησεν εννέα τέκνα, άπερ ήσαν : 1. Γκόλφω συζευχθείσα τον Τσόλην, ου οικογένεια σώζεται ποιμενική. 2. Φέγγω λαβούσα τον Αθανάσιον Ζαρονίκον συμοπλεμιστήν του Διάκου, 3. Απόστολος, 4. Χρυσούλα, 5. Γεώργιος, 6. Αικατερίνα λαβούσα τον Δημήτριον Κολοβόν, 7. Βασίλειος ιερεύς γενόμενος, 8. Ζωίτσα λαβούσα τον Δήμον Τζουβελέκαν εν χωρίω Κολοκυθιά, 9. Ιωάννης. Το δε δεύτερον τούτων η Καλομοίρα, έλαβε σύζυγον τον Κώσταν Αυγέρην ή Σταμάτην εξ Αρτοτίνης, εξ ης εγεννήθησαν τα δύο τέκνα : 1. Γεώργιος, 2. Ιωάννης, ων η οικογένεια καλούνται Σταματόπουλοι. Το δε τρίτον, ο Απόστολος, μετά της μητρός αυτού Χρυσούλας, της γυναικός και του θυγατρίου ριφθέντες εις την φυλακήν της Υπάτης, άμα εγένετο ο Διάκος κλέφτης, απέθανον. Το δε τέταρτον ο Κωνσταντίνος Μασσαβέτης επωνομασθείς εκ του θετού αυτού πατρός, εγέννησε δύο υιούς, οίτινες ωνομάσθησαν : 1. Γεώργιος, 2. Δήμος. Ο Κωνστααντίνος ούτος εφονεύθη παρά το πλευρόν του Διάκου εν τη μάχη της Αλαμάνας, το δε πτώμα αυτού μετεχειρίσθη ο Διάκος ως προμαχώνα μικρόν τι προ της πληγής και της συλλήψεώς του. Το δε πέμπτον τέκνον του Γεωργίου Ψυχογυιού, ο Αθανάσιος, είναι ο περί ου ο λόγος ημέτερος ήρως του 1821 Αθανάσιος Διάκος. Ούτος εγεννήθη το 1781».

Ο Κρέμος λοιπόν τον Μάϊον του 1883 αγνοεί το επώνυμον του πατρός του Διάκου. Το 1876 είχεν αποφύγει να αναγράψη γενέτειραν. Το 1883, ολίγον μετά τον Μάϊον, τονίζει και πάλιν : « Ο Διάκος οκογενειακόν όνομα δεν είχε, νεώτατος ων υιός Γιάννη τινός αγνώστου καταγωγής», τον Φεβρουάριον δε του 1884, επανορθοί πάντα τα υπ’ αυτού προλεχθέντα, δια της δηλώσεώς του : « Ο αείμνηστος Αθανάσιος Διάκος Δωριεύς εκ Λοιδωρικίου ».

Καθίσταται ούτω φανερόν, ότι ο Κρέμος έχων αμφιβολίας περί της γνησιότητος της παραδόσεως την οποίαν ήκουσεν ότε μετέβη το 1876 εις Αρτοτίναν, αναγκάζεται να λαμβάνη θέσιν μη σταθεράν απέναντι του γενεαλογικού ζητήματος.

Την ιδίαν δημώδη παράδοσιν αναγράφουσιν ο ιατρός Κωνσταντίνος Διάκος, ο αξιόλογος ιστοριοδίφης και λαογράφος Δ. Λουκόπουλος και ο Ιωάννης Βάρδος. Ο ιατρός Διάκος, το 1926, λέγει, ότι ο επονομασθείς Ψυχογυιός ωνομάζετο Πανουργιάς. « Ο Αθανάσιος Διάκος εγεννήθη εν Αρτοτίνη παρά του Κωνσταντίνου Ψυχογυιού, καταγομένου εξ Άνω Μουσουνίτσης εκ της οικογενείας Πανουργιά όστις είχεν υιοθετηθή παρά του εν Αρτοτίνη εκ μητρός πρώτου θείου του Γραμματικού ονομαζομένου και ως θετός υιός έλαβε το όνομα Ψυχογυιός. Αφού αποκατεστάθη εν Αρτοτίνη ενυμφεύθη και έλαβεν ως σύζυγον θυγατέρα του εξ Αρτοτίνης Μπουκουβάλα, μετά της οποίας εγέννησε τρεις υιούς τον Απόστολον Ψυχογυιόν, τον Δημήτριον τον επονομασθέντα Μασαβέταν και τον Αθανάσιον Ψυχογυιόν τον περί ου η έρις ήρωα, θυγατέρας δε δύο την Καλομοίραν και την Σοφίαν. Ο μεν Ψυχογυιός μετά του μεγαλυτέρου υιού του Αποστόλου ( αδελφού του ήρωος ) απέθανεν εις τας φυλακάς Υπάτης, η δε σύζυγός του Ψυχογίνα ( μήτηρ του ήρωος ) μετά των θυγατέρων και του Αθανασίου ορφανοί και καταδιωκόμενοι παρά των Τούρκων, αποξενωθέντες δε και της οικίας των διέμενον εν τινι καλύβη όοπυ υπάρχει και μηλέα ήδη φέρουσα την τοπωνυμίαν « ψυχογίνα τη μηλιά», έτι και νυν, και ο Δημήτριος ο επικληθείς Μασαβέτας κατέφυγεν εις Μουσουνίτσαν πατρίδα του πατρός του Πανουργιά. Αι αδελφαί του ήρωος αποκατεστάθησαν εν Αρτοτίνη, η μεν Καλομοίρα υπανδρευθείσα τον Γεώργιον Σταμάτην, η δε Σοφία τον εκ Παλουκόβης την καταγωγήν Κωνσταντίνον Κούσταν, όστις τυγχάνει και ο πάππος του υποφαινομένου».

Και ο Λουκόπουλος και ο Βάρδος ήντλησαν εκ της αυτής Αρτοτίνης πηγής. Ο Κρυστάλλης εδανείσθη την παράδοσιν του Κρέμου. Ενώ τας δημώδεις της Μουσουνίτζης παραδόσεις διέσωσαν ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, ο Σπυρίδων Φόρτης και ο Α. Γούδας. Ο Βαλαωρίτης γράφει: « Ο δε Αθανάσιος ( Γραμματικός ) τυχών αμνηστείας απεσύρθη εις την πατρίδα αυτού όπου και ετελεύτησε καταλιπών τρεις υιούς τον Μήτρον, τον Κωστούλαν, τον Νίκον και μίαν θυγατέρα την Στάμω. Ο Μήτρος και ο Κωστούλας συνεστράτευσαν και συνηγωνίσθησαν μετά του εκ Βουνιχώρας Βλαχοθανάση ύστερον δε συνετάχθησαν τω Ανδρούτσω παραλαβόντι την αρχηγίαν, και παρηκολούθησαν πιστώς εις την τρικυμιώδη πνοήν της λαίλαπος εκείνης. Και ο μεν Κωστούλας αξίως λόγου μαχόμενος έπεσε κατά την εν έτει 1796 αείμνηστον δια τη Πελοπόννησον κάθοδον του Ανδρούτσου. Ο δε Μήτρος συμμαχήσας μετά του Λουκά Καλλιακούδα εφονεύθη και ούτος εν τη κατά το 1802 μάχη της Καβρολίμνης. Ο μόνος επιζήσας εκ των τριών αδελφών Νίκος αφιερωθείς παιδιόθεν εις τον ποιμενικόν βίον έζησεν εν Μουσουνίτζη, τελευτήσας δε εν έτει 1809 κατέλιπε δύο υιούς, Μήτρον επονομαζόμενον Μασαβέταν ως υιοθετηθέντα παρά του Ιωάννου Μασαβέτα ατέκνου συζύγου της εκ πατρός θείας αυτού Στάμως, και τον Αθανάσιον». Ο Φόρτης ακολουθήσας διαφόρους αξιοπίστους πηγάς και παραδόσεις πολλών ενδόξων συναγωνιστών του, ιδίως δε τας σημειώσεις του ατρομήτου οπαδού του Β. Βούσγου, λέγει «εγένοντο δε υπό του Νίκου παίδες δύο. Πρεσβύτερος μεν ο Μήτρος, ος, θετός υιός του Ιωάννου Μασσαβέτα, συζύγου της ατέκνου προς πατρός θείας αυτού Στάμως γενόμενος, απεκλήθη Μασσαβέτας, νεώτερος δε ο Αθανάσιος, ο περιφανής ήρως Διάκος». Τον Βαλαωρίτην και τον Φόρτην ηκολούθησε και ο Γούδας.

«Ο Κρέμος, ο Βαλαωρίτης, ο Λουκόπουλος κ.α. θίγοντες το πρόβλημα της γενετείρας παρέχουσι το γενεαλογικόν δένδρον της οικογενείας του Αθανασίου Διάκου, στηριζόμενοι εις προφορικάς ανακοινώσεις ηλικιωμένων ανθρώπων του λαου». Ο λαός φιλοστόργως διεφύλαξε λαμπράς εκδηλώσεις κρισίμων στιγμών του Ελληνισμού.

Εφ’ όσον ελλείπουσι θετικώτερα βοηθήματα, π.χ. έγγραφα, ληξιαρχικά βιβλία, επιστολαί, εκθέσεις επίσημοι, η προφορική παράδοσις τα μέγιστα συμβάλλει εις την αποκάλυψιν της ιστορικής αληθείας. Απαραιτήτως όμως πρέπει να αποβληθώσι της στοματικής παραδόσεως αι σκόπιμοι παρεμβολαί κακοπίστων ερευνητών, αι τολμηραί συρράψεις και συμπληρώσεις ευφυών μελετητών. Συγκρίνοντες την δημώδη παράδοσιν των ιστορικών κειμένων με την σημερινήν ζώσαν παράδοσιν, ευκόλως θα ανεύρωμεν τας νοθευούσας την παράδοσιν προσθήκας και μεταβολάς. Αλλά επιπροσθέτως απαιτείται συνεξέτασις των αντιφασκουσών και συγκρουομένων καθαρώς λαϊκών παραδόσεων, δια να προσδιορισθώσι τα παρεισφρήσαντα μυθικά στοιχεία. Ούτω εξ όλων αυτών των παραδόσεων, θα εξαχθή μία βασική αρχική παράδοσις, η οποία περισσότερον οποιαδήποτε άλλης θα προσεγγίζη την πραγματικότητα, εξ ης και έχει απορρεύσει.

Αντιφάσκουσι και αι αφορώσαι την καταγωγήν του Διάκου δημώδεις παραδόσεις. Ο Κρέμος εις την μελέτην του 1883 υποστηρίζει, ότι ο πατήρ του Διάκου, υιοθετηθείς παρά του Αρτοτινού Αθανασίου Γραμματικού ωνομάσθη Ψυχογυιός και ότι απέκτησε πέντε τέκνα εκ της Χρυσούλας, την Σοφίαν, την Καλομοίραν, τον Απόστολον, τον Κωνσταντίνον και τον Αθανάσιον. Ο Κωνσταντίνος υιοθετήθη ωσαύτως παρά του Μουσουνιτζιώτη Μασσαβέτα και ωνομάσθη Μασσαβέτας. Ο ιατρός Διάκος λέγει ότι ο ήρως της Αλαμάνας είχεν οικογενειακόν όνομα Πανουργιάς και ότι το τέταρτον τέκνον του Ψυχογυιού ελέγετο Δημήτριος. Ο Βαλαωρίτης και Φόρτης φρονούσαν, ότι ο Μουσουνιτζιώτης Αθανάσιος Γραμματικός είναι ο προπάτωρ του Διάκου. Ο υιός του Γραμματικού, ο ποιμήν Νικόλαος Γραμματικός είχε δύο υιούς , τον Μήτρον και τον Αθανάσιον. Ο Μήτρος εγένετο θετός υιός του συζύγου της θείας του Μασσαβέτα. Το κύριον όνομα του αδελφού του Διάκου ήτο Κώστας. Τούτο μαρτυρελί αδιαψεύστως ενυπόγραφον πιστοποιητικόν του Στρατηγού Ιωάννου Γκούρα, εναποκείμενον εις το Αρχείον Αγωνιστών του τμήματος χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

Ατυχώς αγνοούμεν και την γενέθλιον γην του συντρόφου του Κωνσταντάρα, Αθανασίου Γραμματικού. Τον περίφημον αρματωλόν διεκδικούσι και η Αρτοτίνα και η Μουσουνίτζα. Ο Ν.Α. Βέης γράφει : «Αρματωλός εκ Μουσουνίτζης της Παρνασσίδος, ακμάσας κατά το β΄ ήμισυ του ΙΗ΄ αιώνος. Κατ’ αρχάς ηγωνίσθη υπό τον αρματωλόν Κωνσταντάραν τον εξ Αγίας Ευθυμίας, μετά δε τον θάνατον τούτου εσχημάτισεν ίδιον αρματωλικόν σώμα, όπερ έδρασες κυρίως εν Παρνασσίδι και Δωρίδι. Ο υιός αυτού Νίκος ( αποθανών περί το 1800 ) υπήρξε πατήρ του Αθανασίου Διάκου.

Την οικογένειαν Πανουργιά δυνάμεθα επιτυχέστερον να αναζητήσωμεν. Ο ιατρός Διάκος συμπληρωματικώς επιλέγει διαμένουσα [ η οικογένεια ] και σήμερον εν Μουσουνίτση περιλαμβάνει και τους Δήμον Πανουργιάν και Κ.Δ. Πανοπυργιάν». Κατά την πρόσφατον μετάβασίν μου εις Μουσουνίτζαν ανεύρον οικογένειαν Πανουργιοπούλων, ήτοι Κ.Δ Πανουργιόπουλον και Δημ.Κ. Πανουργιόπουλον και όχι Δήμον Πανουργιάν και Κ.Δ. Πανουργιάν. Ερευνήσας επισταμένως τα αρχεία της κοινότητος Μουσουνίτσης κατήρτισα πίνακα εμφαίνοντα πλήρως τας από του 1821 περίπου και εντεύθεν διακλαδώσεις του δένδρου της οικογενείας. Οι πρόγονοι των ζώντων και σήμερον Πανουργιοπούλων αρχήθεν είχεν το όνομα, Παπακώστας. Έζησαν δε τρεις αδελφοί Παπακώστα, ο Πανουργιάς, ο Δήμος και ο Λάμπρος. Ούτος έσχεν υιούς τους Ιωάννην, Ευθύμιον, Δημήτριον και Γεώργιον. Απόγονοι αυτών κατοικούσιν εις Μουσουνίτζαν, οι εξής : Ε. Παπακώστας, Ι. Παπακώστας, Ανδρέας Παπακώστας, Γεώργιος Παπακώστας, Ιωάν. Ευθ. Παπακώστας και Ευστ. Ευθ. Παπακώστας. Ο δεύτερος αδελφός, ο Δήμος απέκτησε υιόν τον Κώσταν. Ο Κώστας απώλεσε το όνομα Παπακώστας και έλαβε το όνομα Δημόπουλος. υιός του Δήμου. Υιοί του Κώστα Δημοπούλου ήσαν ο Λεωνίδας, ο Δημήτριος, ο Γεώργιος, ο Αθανάσιος, ο Ιωάννης, όστις και σήμερον ζη, τέκνα των αδελφών Δημοπούλου διαμένουσι εις το χωρίον των. Ο τρίτος αδελφός Παπακώστας, ο Πανουργιάς (Παναγιώτης) απέκτησεν υιούς, τον Δήμον, τον Κώσταν, τον Γεώργιον, τους επονομασθέντας Πανουργιοπούλους ( Πανουργιόπουλα, τα παιδιά του Πανουργιά). Ο Κώστας Πανουργιόπουλος είχεν υιούς τον Δημ. Κ. Πανουργιόπουλον και τον Παναγιώτην. Ο Δήμος είχεν υιούς μεν τον Παναγιώτην και τον Κώσταν, εγγόνους δε τον Π.Κ. Πανουργιόπουλον και τον Δ.Κ. Πανουργιόπουλον. Ο Κώστας Δ. Πανουργιόπουλος και ο Δημ. Κ. Πανουργιόπουλος είναι οι Πανουργαίοι του ιατρού Διάκου. Ο δε υιός του Πανουργιά Παπακώστα, ο πρώτος Πανουργιόπουλος, ο Δήμος Πανουργιά Πανουργιόπουλος εις τα ληξιαρχικά βιβλία της κοινότητος Μουσουνίτζης φέρεται γεννηθείς τοπ 1839. επομένως ο πατήρ αυτού, ο Πανουργιάς, θα εγεννήθη προ του 1821.

Πανουργαίοι ούτε υπάρχουν ούτε υπήρξαν εις την Μουσουνίτζαν. Ερευνηταί τινες έπλασαν τον μύθον της οικογενείας Πανουργιά και παρενέβαλον αυτόν αριστοτεχνικώς εις την γνησίαν δημώδη Αρτοτινήν Παράδοσιν, δια να καλύψωσι χάσματα της άλλως ελλιπούς διηγήσεώς των. Ουδαμού της Ρούμελης κατονομά ζονται Πανουργαίοι οι πρόγονοι του Διάκου. Ο Κρέμος συμβουλευθείς τον ιατρόν Διάκον και τους ζώντας το 1876 Αρτοτινούς, θα έπρεπε να εμάνθανε το επώνυμον του πατρός του Διάκου. Οι του Κρέμου πληροφοριοδόται επανέρχονται αργότερον και αναφέρουσιν ανύπαρκτον οικογένειαν.

Απευθυνθείς προς γέροντας της Μουσουνίτζης και άλλων περιφερειών, της Δωρίδος, της Λοκρίδος, της Φθιώτιδος, έλαβον την απάντησιν, ότι το οικογενειακόν όνομα του Διάκου είναι Μασσαβέτας. Ο Νίκος Μασσαβέτας είχεν υιούς τον Κώσταν, τον Αθανάσιον και πιθανώς και τον Απόστολον και κόρην την Σοφίαν. Ο Βαλαωρίτης ανάγων την καταγωγήν του Διάκου την οικογένειαν του Γραμματικού, εφεύρε πλανηθείς την υιοθεσίαν του Κώστα και την μετονομασίαν αυτού εις Μασσαβέταν. Ισχυρώς διατηρουμένη δημοτική παράδοσις μνημονεύει κατηγορηματικώς ως πατέρα του Διάκου τον Μασσαβέταν. Και μη υπάρχοντος άλλου οικογενειακού ονόματος ασφαλώς η δημώδης παράδοσις διασώζει το πραγματικόν επώνυμον. Η δε μέλλουσα εξέτασις της γενεαλογίας του αρματωλού Γραμματικού, θα αποδείξη, αν είναι ή δεν είναι το όνομα του Γραμματικού παρωνύμιον του ονόματος Μασσαβέτας.

Ο Νίκος Μασσαβέτας λαβών εις γάμον την Αρτοτινήν Χρυσούλαν, το γένος Καφούρα, εγέννησε υιούς τον Κώσταν και τον Αθανάσιον και κόρην την Σοφίαν. Η Σοφία ενυμφεύθη τον Κώσταν Κούστα και εγκατεστάθη εις το χωρίον της μητρός της, την Αρτοτίναν. Υιός του Νίκου Μασσαβέτα φαίνεται ότι εγένετο και ο Απόστολος. Κόρη, δευτέρα, ασφαλώς δεν υπήρχεν. Ο Κρέμος γράφει, ότι οι γονείς του Διάκου και ο Απόστολος απέθανον εντός των φυλακών Υπάτης. Ο Διάκος και ο Λουκόπουλος γράφουν, ότι η Χρυσούλα έζησεν εις την καλύβην του αρματωλού Σιαφάκα. Βέβαιον είναι ότι την επαύριον της Ελληνικής Επαναστάσεως δεν έζη η μήτηρ του Διάκου. Σύνταξιν δραχμών 24 έλαβεν μόνον η σύζυγος του επίσης υπέρ πατρίδος φονευθέντος αδελφού του Διάκου, Κώστα Μασσαβέτα.

Ο πατήρ του Διάκου ουδέποτε ωνομάσθη Ψυχογυιός και ουδέποτε κατώκησεν εις την Αρτοτίναν. Παρέμεινεν εις Μουσουνίτζαν και εκεί συνεκρότησε την οικογένειάν του. Αι δύο υιοθεσίαι, αι δύο μετοικεσίαι και η πολυωνυμία του πατρός του Διάκου προκαλούν κατάπληξιν. Δημώδης παράδοσις, ήτις γνωρίζει την Αρτοτίναν ως γενέτειραν του Διάκου, ανεπτύχθη ενωρίς αφ’ ενός μεν ένεκα της Αρτοτινής καταγωγής της Χρυσούλας και του ανδρός του τέκνου αυτής Κώστα Κούστα, αφ’ ετέρου δε ένεκα του εγκλεισμού του νεαρού Αθανασίου εις την παρά την Αρτοτίναν Μονήν του Ιωάννου του Προδρόμου.

Ο Διάκος, υιός του Νίκου Μασσαβέτα, εγεννήθη εις την κωμόπολιν της Παρνασσίδος την Μουσουνίτζαν, καθώς πληροφορούσιν και ο Περραιβός και ο Φιλήμων και άλλοι ιστορικοί και ιστοριοδίφαι».

 

 

 

 

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ

- Σχόλια στη μελέτη Παπαχρήστου (1939)

με τίτλο «Που εγεννήθη ο Αθανάσιος Δίακος»

- Νέα Στοιχεία

 

 

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Έχουν περάσει 65 χρόνια από την ανακοίνωση της εργασίας του φιλόλογου Κων. Παπαχρήστου στην Ακαδημία Αθηνών από τον καθηγητή Αντ. Κεραμόπουλο.

Απ’ όσα γνωρίζουμε, συστηματικός σχολιασμός του περιεχομένου της δεν έχει υπάρξει μέχρι τώρα.

Αυτός είναι ο σκοπός αυτού του σημειώματος.

Θα ακολουθήσουμε τη σειρά της επιχειρηματολογίας Παπαχρήστου χωρισμένη σε, όσο είναι δυνατόν, επί μέρους κεφάλαια, σχολιάζοντας κάθε κεφάλαιο με βάση στοιχεία από επίσημες πηγές που ήταν ήδη δημοσιευμένα κατά τη σύνταξη της μελέτης. Από αυτά όσα δεν αναφέρονται στη μελέτη θα χαρακτηρίζονται ως «Νέο στοιχείο».

Γράφει, εισαγωγικά, ο Παπαχρήστου ότι «η φιλονικία Αρτοτινών και Μουσουνιτσιωτών υφίσταται καθ’ όλην την μετεπαναστατικήν εκατονταετίαν περιοδικώς αναβλαστάνουσα και κρατούσα εις διαρκή αντίθεσην τους φιλίστορας πατριδολάτρας.

Η αλήθεια είναι ότι η «φιλονικία» κάνει δειλά την εμφάνισή της στη δεκαετία του 1920 με την πρώτη προβολή της Άνω Μουσουνίτσας ως γενέτειρας του Διάκου κατά την εγκατάσταση του ανδριάντα του Ήρωα στην πλατεία του χωριού και, βέβαια, κορυφώνεται στη δεκαετία του 1930 με την ανακοίνωση της εργασίας Παπαχρήστου στην Ακαδημία Αθηνών το 1939.

2. ΠΑΝ. ΡΟΔΙΟΣ

Μέλος του μετεπαναστατικού τακτικού στρατού, έφθασε μέχρι το βαθμό του στρατηγού ενώ επί Καποδίστρια χρημάτισε Υπουργός των Στρατιωτικών. Δημοσίευσε την πρώτη βιογραφία του Αθαν. Διάκου στην ελληνική και γαλλική με αναφορά της Αρτοτίνας ως γενέτειράς του (Περιοδικό «Έφορος Στρατιωτικός», Ναύπλιο 1835).

Ο Παπαχρήστου, εκφράζοντας αμφιβολίες για την ακρίβεια της αναφοράς από τον Ρόδιο της Αρτοτίνας ως γενέτειρας του Ήρωα γράφει ότι «ούτος φυσικόν είναι να μην γνωρίζει καταλεπτώς πρόσωπα και πράγματα της Ηπειρωτικής Ελλάδος και ιδία της Ρούμελης» και «εσημείωσε γενέτειρα του Διάκου την Αρτοτίναν χωρίς να αιτιολογήσει την γνώμην του». Άραγε πως θα μπορούσε να αιτιολογήσει την γνώμη του; Προφανώς με την παράθεση πιστοποιητικού γέννησης του ή επιτόπιο έρευνα με καταγραφή αυθεντικών μαρτυριών. Το πρώτο ήταν αδύνατο ενώ το δεύτερο το έκανε ειδικός επιστήμων, ο ιστορικός Κρέμος όπως θα δούμε στο σχετικό κεφάλαιο πιο κάτω.

3. ΧΡ. ΠΕΡΑΙΒΟΣ

Σημαντικός αγωνιστής (στρατηγός).

Στα «Απομνημονεύματα Πολεμικά» που δημοσιεύτηκαν το 1836 αναφέρει «το χωρίον Μουσουνίτζα λεγόμενον της επαρχίας Λοιδωρικίου» ως πατρίδα του Διάκου.

Όμως στην εισαγωγή του βιβλίου γράφει ότι «αφ’ όσους πολέμους θέλω διηγηθή, εξαιρουμένων τεσσάρων, δηλαδή των Θερμοπυλών, Γραβιάς, Βασιλικών και Δερβενακίων της Πελοποννήσου εις όλους τους άλλους παρευρέθην κ.λ.π» Και ενώ όλους τους άλλους πολέμους που αναφέρονται στα Απομνημονεύματα τους αναφέρει λεπτομερώς «δια τους ρηθέντας τέσσερις θέλω τους διηγηθώ με συντομίαν, γράφων όχι όσα μ’ έγραφεν ή ελεγεν έκαστος κ.λ.π».

Ασφαλώς τα ίδια εύλογα ερωτήματα που έθεσε πιο πάνω ο Παπαχρήστου για το Ρόδιο ισχύουν και για τον Περαιβό, ιδιαίτερα μάλιστα μετά την κραυγαλέα ανακρίβεια του τελευταίου όσον αφορά την ημερομηνία της μάχης των Θερμοπυλών (Αλαμάνας): Γράφει ο Περαιβός ότι «γέγονε η μάχη αυτή τη 14 Απριλίου 1821 ημέρα Πέμπτη της Διακαινησίμου εβδομάδος» ενώ έγινε στις 22 Απριλίου και βέβαια το Πάσχα, το έτος αυτό, ήταν πράγματι στις 10 Απριλίου.

Παρά ταύτα ο Περαιβός (και ο Φιλήμων) είναι οι δύο επώνυμοι συγγραφείς που ο Παπαχρήστου ονομαστικά επικαλείται για υποστήριξη του συμπεράσματος της εργασίας του.

4. «ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ», ΙΑΚΩΒΟΥ ΡΑΚΑΒΗ, ΑΘΗΝΑΙ 1853 Νέο στοιχείο

Το τρίτομο έργο του Ραγκαβή περιλαμβάνει «Περιγραφή γεωγραφική, ιστορική, αρχαιολογική και στατιστική της Αρχαίας και Νέας Ελλάδος» με τον πρώτο τόμο να περιλαμβάνει την «Στερεάν, Ανατολικήν και Δυτικήν Ελλάδα».

Το έργο περιλαμβάνει λεπτομερή στοιχεία για την ιστορία της περιοχής, τη φυσική γεωγραφία, τη διοικητική διαίρεση, τον πληθυσμό με βάση την απογραφή του 1851, τα παραγόμενα προϊόντα κ.λ.π. Αποτελεί, με σύγχρονη ορολογία, ένα οιωνοί εγχειρίδιο Πατριδογνωσίας και είναι φανερό ότι οι πληροφορίες που περιέχονται σε αυτό έχουν συλλεγεί με συστηματικό τρόπο, πιθανότατα με επιτόπια επίσκεψη του συγγραφέα και/ή συνεργατών του. Οι λεπτομέρειες που περιλαμβάνει (φυσική γεωγραφία, προϊόντα κ.λ.π) σχεδόν ουδεμία αφήνουν αμφιβολία γι αυτό.

Το βιβλίο εκδόθηκε το 1853, άρα τα στοιχεία που περιλαμβάνει έχουν συλλεγεί αρκετά νωρίτερα και, εν πάση περιπτώσει, πολύ κοντά στα γεγονότα του 1821. Έχουν περάσει μόλις 25 – 30 χρόνια και άρα οι μνήμες δεν μπορεί παρά να είναι πολύ νωπές.

Γράφει λοιπόν ο Ραγκαβής στο κεφάλαιο «ΦΩΚΙΣ»:

ΕΠΑΡΧΙΑ ΠΑΡΝΑΣΣΙΔΟΣ

ΔΗΜΟΣ ΚΥΤΙΝΙΩΝ

Άνω Μουσουνίτσα, προϊόντα τα αυτά, 1 ποταμός, 1 ρεύμα, δάση μεγάλα, οικίαι 100, κάτοικοι 588

Πιο κάτω στο κεφάλαιο «ΔΩΡΙΣ» αναφέρονται:

ΕΠΑΡΧΙΑ ΔΩΡΙΔΟΣ

ΔΗΜΟΣ ΚΡΟΚΥΛΕΙΟΥ

Αρτοτίνα (1), προϊόντα τα ανωτέρω και οίνος, 1 ποταμός, 3 ρεύματα χρήσιμα, οικίαι 199, κάτοικοι 1052 με υποσημείωση (1):

«Η Αρτοτίνα ην πατρίς του περιφήμου ήρωος Διάκου (Αθανασίου), ος υψώσας πρώτος την σημαίαν της επαναστάσεως την 28ην Μαρτίου 1821 και αριστεύσας κατά την Λεβαδιάν και αλλαχού, εμαρτύρησε, συλληφθείς και ανασκολπισθείς εις Λαμίαν υπό του Ομέρ – Βριόνου».

Ο Ραγκαβής, ενώ ουδόλως ασχολείται στο έργο του με την επανάσταση και τις μάχες του 1821, εντούτοις αισθάνεται την ανάγκη να καταγράψει την πληροφορία για την γενέτειρα του Διάκου.

Εδώ ανακύπτει το εύλογο ερώτημα γιατί το έκανε. Μια εύκολη απάντηση θα ήταν λόγω ιδιαίτερων δεσμών που είχε με την Αρτοτίνα την οποία ήθελε με αυτόν τον τρόπο να προβάλει που όμως στερείται οποιαδήποτε βάσεως.

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα ίσως είναι πολύ απλούστερη: Ο Ραγκαβής, συλλέγοντας το υλικό για το έργο του ήλθε σε επαφή με πηγές και ανθρώπους που είχαν ζήσει τα γεγονότα του 1821. Η θυσία του Διάκου, πολύ πρόσφατη, είχε συνταράξει το Πανελλήνιο, ιδιαίτερα δε την περιοχή που καλύπτει ο συγκεκριμένος τόμος και ο Ραγκαβής πρέπει να θεώρησε την υποσημείωση ως απότιση φόρου τιμής προς την γενέτειρα του Ήρωα. Είναι η μόνη λογική εξήγηση.

Και βέβαια δεν θα είχε λόγο να το κάνει εάν δεν ήταν βέβαιος για την ακρίβεια της σχετικής πληροφορίας. Αντίτυπό του έργου του Ραγκαβή βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Συλλόγου Αρτοτινών «Ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ».

5. Φ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Νέο στοιχείο

Το Υπουργείο Παιδείας ζήτησε το 1858 προς όλους τους εκπαιδευτικούς του κράτους να συγκεντρώσουν και υποβάλλουν ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία του τόπου όπου ο καθένας υπηρετούσε. Ο Ηπειρώτης δάσκαλος Φ. Παπαδόπουλος που υπηρετούσε τότε στην Αρτοτίνα υπέβαλε στο Υπουργείο Παιδείας στις 18.12.1858 μελέτη-αναφορά με τίτλο «περί καταγωγής και διαλέκτου των κατοίκων της κώμης Αρτοτίνης Δωρίδος» (δημοσιεύθηκε το 1868 στην «Εφημερίδα των Φιλομαθών») όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρει «Διο και κατά τον υπέρ ανεξαρτησίας αγώνα διέπρεψαν πολλοί εκ των ενταύθα, οίον ο αείμνηστος Διάκος, ο Καλτσάς, ο Σιαφάκας κ.λ.π».

Η πληροφορία αυτή, επίσημη και υπεύθυνη αφού παρέχεται από κρατικό λειτουργό, έχει ταυτόχρονα «ανυπολόγιστην ιστορικήν αξίαν διότι είναι γνησία και απηλλαγμένη πάσης πλάνης και τούτο διότι ο περί ου υπηρετών ως δημοδιδάσκαλος εις την Αρτοτίναν μετά 37 έτη από του θανάτου του Διάκου, αντλεί στοιχεία από το οικογενειακόν και συγγενικόν του περιβάλλον ως και τους παιδικούς φίλους του ήρωος» (Ι. Κ. Μασούρα «Ποία η γενέτειρα του Αθανασίου Διάκου», Αθήναι 1975.

 

6. ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΑΜΩΣ ΜΑΣΣΑΒΕΤΑ, 1859 Νέο στοιχείο

Η χήρα του Κωνσταντίνου Μασσαβέτα σε αναφορά της προς τον Βασιλέα στις 04.01.1859 (την υπογράφει ο υιός της Δήμος) με την οποία ζητεί την αύξηση της σύνταξης που ήδη από το 1837 παίρνει ως χήρα του Κ. Μασσαβέτα ο οποίος «μαχόμενος τότε μετά του αδερφού του έπεσε πρώτος και ο αείμνηστος Αθανάσιος Διάκος μετεχειρίσθη το πτώμα του ως προπέτασμα μέχρις ότου συλληφθείς έδωκε τον μαρτυρικόν θάνατον». Στη συνέχεια αναφέρει «έκτοτε μείνασε χήρα εγκαταλελειμμένη μετά τριών τέκνων εξ ων το ένα θήλυ άτινα δια να διαθρέψω κ.λ.π». Τα τρία τέκνα είναι ο Δήμος, η Θεοδώρα και ο Γούλας που περιλαμβάνονται στο Πιστοποιητικό του Δημάρχου Κροκυλίου που ακολουθεί.

7. ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΔΗΜΑΡΧΟΥ ΚΡΟΚΥΛΙΟΥ Νέο στοιχείο

Το 1865 εκδόθηκε το υπ’ αρ. 687/10-1-1865 Πιστοποιητικό του Δημάρχου Κροκυλίου (Ο Δήμος είχε χειμερινή πρωτεύουσα τους Πενταγυιούς και θερινή την Αρτοτίνα), ύστερα από αίτηση των ανηψιών του Διάκου (παιδιών της αδελφής του Σοφίας) Παπαβασίλη Κούστα και Αποστόλη Κούστα προκειμένου να υποβληθεί στην Εξεταστική Επιτροπή των Αγωνιστών, σύμφωνα με το από 31.12.1864 Β.Δ «περί των κατά τον υπέρ Ανεξαρτησίας αγώνα εκδουλεύσεων και θυσιών». Το Πιστοποιητικό αυτό που πρώτος ανακάλυψε ο διακεκριμένος ιστορικός, ερευνητής και συγγραφέας Τάκης Λάππας το 1946, βρίσκεται στα Αρχεία Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

Ακολουθεί αυτούσιο το Πιστοποιητικό.

« Βασίλειον της Ελλάδος

Αριθ΄ 687

Ο

Δήμαρχος Κροκυλείου

πιστοποιεί ότι:

 

Πλησιέστεροι και ζώντες συγγενείς του υπέρ πατρίδος τεθνεώτος και εν τω Ιερώ Αγώνι πεσόντος οπλαρχηγού Διάκου, είναι οι εξής:

Παπαβασίλειος Κούστας, κάτοικος Αρτοτίνης, ανεψιός επ’ αδελφή ονόματι Σοφίας, μη επιζώσης

Ιωάννης Κούστας, ομοίως.

Γκόλφω σύζυγος Δημητρίου Τσόλη, κάτοικος Κωστάρτσας

Φέγγω σύζυγος Αθανασίου Ζαρονίκου, κάτοικος Αρτοτίνης

Αικατερίνη σύζυγος Δημητρίου Κολοβού, κάτοικος Αρτοτίνης

Ζωϊτσα χήρα Δημ. Τζουβελέκου, κάτοικος Κολοκυθιάς Υπάτης, ανεψιά εκ της ιδίας αδελφής

Κωνσταντίνος, Γεώργιος, Νικόλαος, Αντώνιος και Αικατερίνη χήρα Παπαδημητρίου, κάτοικοι Αρτοτίνης, τέκνα του αποβιώσαντος Αποστόλου Κούστα, ανεψιού του ποτέ Διάκου, επ’ αδελφή.

Γκόλφω σύζυγος Ιωάννου Ράϊκου, κάτοικος Αρτοτίνης, ανεψιά εξ ανεψιάς αυτού, ήτοι εγγονή της αδελφής του Σοφίας.

1) Δήμος Μασαβέτας, κάτοικος Άνω Μουσουνίτσας της Παρνασίδος, ανεψιός επ’ αδελφώ ονόματι Κώστας Μασσαβέτας, φονευθέντος εις την ιδίαν μάχην.

2) Θεοδώρα χήρα Γεωργίου Κελεστοπούλου, ανεψιά, ήτοι θυγάτηρ του ποτέ Μασαβέτα, κάτοικος Άνω Μουσουνίτσας της Παρνασσίδος.

3) Προσέτι δύο τέκνα του αποθανόντος Γούλα Κωνσταντίνου Μασαβέτα, ήτοι του ρηθέντος αδελφού του, των οποίων τα ονόματα δεν μας είναι ακριβώς γνωστά.

4) Κρουστάλλω χήρα Μάλου, κάτοικος Μαυρολιθαρίου της Παρνασσίδος, Αικατερίνη χήρα Παναγή Βλάχου, κάτοικος Αρτοτίνης του Δήμου μας, Βλάχα χήρα Καραδήμα, κάτοικος Τριβιδίου, τέκνα επ’ αδελφή του Διάκου, ονόματι Καλομοίρας, μη επιζώσης.

5) Αικατερίνη σύζυγος Κ. Ρουφαγάλα, κάτοικος Αρτοτίνης, Κυρούλα χήρα Ιωάννου Ζάβαλη, κάτοικος επίσης, Ευφροσύνη σύζυγος Ιωαν. Δ. Τσιτσή, κάτοικος επίσης, Ιωάννης και Γεώργιος Σταμάτης και Καλομοίρα Γεωργ. Σταμάτη, κάτοικοι επίσης, έγγονοι της ανωτέρω αδελφής του Καλομοίρας.

Εν Πενταγιοίς τη 10 Ιανουαρίου 1865.

Ο Δήμαρχος (Τ.Σ.) Γ. Αναγ. Κόταρης »

 

Πρόκειται για Πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως του Αθαν. Διάκου που χορηγείται από τον Δήμαρχο του τόπου γέννησης του προσώπου στο οποίο αναφέρεται δηλ. τον Αθαν. Διάκο και περιλαμβάνει όλους τους επιζώντες τότε πλησιέστερους συγγενείς του, ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας τους.

Κατά συνέπεια από αυτό και μόνο το επίσημο στοιχείο αποδεικνύεται ότι ο Αθανάσιος Διάκος γεννήθηκε στην Αρτοτίνα.

Από την απλή ανάγνωση του Πιστοποιητικού και τη σύγκριση με άλλα κείμενα προκύπτουν πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

Πρώτα πρώτα συμφωνεί απόλυτα με τα ονόματα της πατρικής οικογένειας του Διάκου όπως την κατέγραψε περίπου δέκα χρόνια αργότερα ο ιστορικός Κρέμος.

Επιβεβαιώνει, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι ο Διάκος είχε δύο αδελφές: τη Σοφία και την Καλομοίρα διαψεύδοντας πανηγυρικά τον Παπαχρήστου που γράφει ότι «κόρη, δευτέρα, ασφαλώς δεν υπήρχε»

8. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Ο εθνικός ποιητής, στα προλεγόμενα του έπους «Αθανάσιος Διάκος» Αθήνα 1867 αναφέρεται στην υιοθεσία του Κωνσταντίου από τη θεία του Στάμω (αδελφή του πατέρα του) σύζυγο του Γιάννη Μασσαβέτα από τον οποίο, προφανώς πήρε το επώνυμο Μασσαβέτας.

Ο Παπαχρήστου ενώ γράφει ότι «τας δημόδεις παραδόσεις της Μουσουνίτζης διέσωσαν ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης κ.λ.π» εν τούτοις πιο κάτω γράφει «Ο Κρέμος, ο Βαλαωρίτης, ο Λουκόπουλος κ.α. θίγοντας το πρόβλημα της γενέτειρας παρέχουσι το γενεαλογικόν δένδρον της οικογενείας του Αθανασίου Διάκου, στηριζόμενοι εις προφορικάς ανακοινώσεις ηλικιωμένων ανθρώπων του λαού» και «Ο Βαλαωρίτης ανάγων την καταγωγήν του Διάκου εις την οικογένειαν του Γραμματικού, εφεύρε πλανηθείς την υιοθεσίαν του Κώστα και την μετονομασίαν αυτού εις Μασσαβέταν». Αν, προς στιγμή, δεχθούμε ότι ο βαλαωρίτης «επλανήθει», αυτό πρέπει να έγινε από ηλικιωμένους Μουσουνιτσιώτες που πρέπει να είχαν μία ηλικία 50 – 70 ετών για να λέγονται ηλικιωμένοι. Αυτοί όμως οι άνθρωποι ήταν ηλικιακά σχεδόν σύγχρονοι του Αθανάσιου Διάκου και του αδελφού του Κωνσταντίνου (Ο κρέμος εκτιμά ότι ο Διάκος, τελευταίο παιδί της οικογένειας, ήταν περίπου 10 χρόνια μικρότερος από την πρωτότοκη Σοφία ενώ ο Κωνσταντίνος ήταν το προτελευταίο παιδί). Κατά τεκμήριο είχαν πρωτογενή πληροφόρηση για τον συμπολίτη τους Κωνσταντίνο και δεν μπορεί να φαντασθεί κανείς κάποιο λόγο για τον οποίο Μουσουνιτσιώτες θα παραπλανούσαν τον Βαλαωρίτη δίνοντας του ψευδείς πληροφορίες.

Άλλωστε ο αναγνώστης γνωρίζει ήδη την αναφορά των απογόνων του Κωνσταντίνου Μασσαβέτα στο επίσημο Πιστοποιητικό του Δημάρχου Κροκυλίου που έχει προηγηθεί του Βαλαωρίτη.

Την άποψη Βαλαωρίτη όσον αφορά την υιοθεσία του Κωνσταντίνου ασπάζονται και οι Φόρτης, Δικηγόρος (1874) και Γούδας, διδάκτωρ Ιατρικής (1876).

9. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΡΕΜΟΣ (1839 – 1926)

Καθηγητής και Υφηγητής της Ιστορίας από το Στείρι της Λειβαδιάς, με μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία (ιστορία – γεωγραφία).

Μετά από επιτόπια έρευνα στην Αρτοτίνα το 1876, πρώτος κατέγραψε και δημοσίευσε πλήρες γενεαλογικό δένδρο της πατρικής οικογένειας του Διάκου, το οποίο και έχει περιλάβει στη μελέτη του ο Παπαχρήστου, παραλείποντας όμως δύο ουσιώδη τμήματα αυτού:

α) Τα ονόματα των δύο βασικών συγγενών του Διάκου που, εκτός άλλων Αρτοτινών, έδωσαν τις πληροφορίες στον Κρέμο δηλαδή τον Ιωάννη Κούστα, γιο της αδερφής του Σοφίας, φύλακα τότε στο «Μετσόβειο Πολυτεχνείο», με έτος γέννησης το 1813 και τον Αθανάσιο Ζαρονίκο, σύζυγο της Φέγγως, θυγατέρας της Σοφίας, συμπολεμιστή του Διάκου.

β) Την δήλωση του Κρέμου ότι «ο Αθανάσιος Διάκος εκ πατρός Γεωργίου Ψυχογυιού εκ της Άνω Μουσουνίτσας και μητρός Χρυσούλας εγεννήθη εν Αρτοτίνη τω 1781 ότι τη 26 Οκτωβρίου 1820 διορισθείς οπλιτάρχης Λεβαδείας διετέλεσε τοιούτος μέχρι της εν Αλαμάνα συλλήψεως, ήτοι μέχρι της 23 Απριλίου 1821, ότε διεδέξατο αυτόν ο Βασίλειος Μπούσγος και παρά ταύτα ουδέν. Παν δε γεγραμμένον παρά ταύτα είναι απόβλητον και αλλότριον της ιστορικής αληθείας».

Την κατηγορηματική αυτή δήλωση περιέλαβε ο Κρέμος σαν κατακλείδα στην παρουσίαση του πρωτότυπου εγγράφου διορισμού του Αθαν. Διάκου ως «παντούρη και καπετάνου του καζά της Λεβαδειάς» με ημερομηνία 26 Οκτωβρίου 1820 στο περιοδικό «Απόλλων», 1884. Το έγγραφο βρέθηκε στην Αρτοτίνα, στο σπίτι του ιερέα Βασίλειου Κούστα, υιού της αδελφής του Διάκου Σοφίας και παραδόθηκε στον Κρέμο. Ο τελευταίος το παρέδωσε στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρία (Τάκη Λάππα, «Θανάσης Διάκος», Αθήνα 1949).

Ο Παπαχρήστου χαρακτηρίζει την εργασία του Κρέμου, εκ προοιμίου, ως «καταγραφή δημοτικής Αρτοτινής παράδοσης» παραβλέποντας κατά τρόπον απαράδεκτο για φιλόλογο το γεγονός ότι πρόκειται για εργασία καταξιωμένου ιστορικού επιστήμονα μετά από επιτόπια έρευνα και επώνυμες μαρτυρίες τις οποίες κατονομάζει. Ο Παπαχρήστου ούτε καν υιοθέτησε το όνομα του πατέρα του Διάκου (Γεώργιος),όπως αυτό αναφέρθηκε στον Κρέμο από τα εγγόνια του και καταγράφηκε από τον τελευταίο. Δεν φαντάζομαι να υπάρχει στοιχειωδώς καλόπιστος συνομιλητής που να αμφισβητεί το δικαίωμα των εγγονών να γνωρίζουν το όνομα του παππού τους!

Ας σημειωθεί ότι η επίσκεψη του Κρέμου στην Αρτοτίνα (και την Άνω Μουσουνίτσα) με τις πρωτόγονες, εν γένει, συνθήκες εκείνης της εποχής είχε ένα σκοπό: την ανεύρεση απογόνων του Διάκου προκειμένου να τιμηθούν από την Πολιτεία. Ποιο ήταν το αποτέλεσμα αυτής της αναζήτησης στον παντελώς ανύποπτο χρόνο της δεκαετίας του 1870; Ας αφήσουμε τον Κρέμο να μας το διηγηθεί: «Ανευρεθείς δε και μετ’ αναντιλέκτους της γνησιότητος αυτού μαρτυρίας προσκληθείς εις Αθήνας και ελθών συν το πατρί ετέθη υπό την προστασίαν ημών ο μικρός ανεψιός του Διάκου Κώστας Κούστας υιός του Ιωάννου Κούστα υιού της αδελφής του ήρωος. Τον νέον Κώστα άγοντα το δέκατον τέταρτον έτος μετωνομάσαμεν αθρόοι προς διάσωσιν του ηρωικού ονόματος Κώσταν Διάκον».

Ο μετέπειτα γιατρός Κώστας Διάκος, που σπούδασε με δαπάνη του κράτους, παίζει σημαντικό ρόλο στη μελέτη Παπαχρήστου όπως θα δούμε στο σχετικό κεφάλαιο πιο κάτω.

Παρά ταύτα, κατά τον Παπαχρήστου, «Ο Κρέμος λοιπόν τον Μάιο του 1883 αγνοεί το επώνυμο του πατρός του Διάκου» ενώ «το 1876 είχε αποφύγει να αναγράψει γενέτειραν». Και το μεν πρώτο είναι αλήθεια. Ο Κρέμος καταγράφει την πατρική οικογένεια του Διάκου με αφετηρία την άφιξη από την Άνω Μουσουνίτσα και εγκατάσταση του πατέρα του Γεώργιου στην Αρτοτίνα, την υιοθεσία του από τον Γραμματικό και το επώνυμο που έτσι, έκτοτε, απέκτυσε (Ψυχογυιός).

Όμως σε ότι αφορά στη γενέτειρα, τι άραγε παρέλειψε ο Κρέμος να ερευνήσει; Να ρωτούσε δηλαδή τα εγγόνια των αδελφών του Σοφίας και Καλομοίρας αν ξέρουν που γεννήθηκε ο θείος τους όταν όλη η πατρική οικογένεια, πλην των απογόνων του Κωνσταντίνου, βρίσκεται στην Αρτοτίνα; Μπορούσε έστω και να διανοηθεί ο Κρέμος ότι ο Διάκος ίσως είχε γεννηθεί κάπου αλλού; Η καχυποψία του Παπαχρήστου δεν έχει όρια αλλά όχι και να τρελαθούμε στο τέλος. Η πληρότητα της καταγραφής του Κρέμου αναδεικνύεται και από το γεγονός ότι περιλαμβάνει και τον αδελφό του Διάκου Κωνσταντίνο αναφέροντας κατά λέξη «Το δε τέταρτον ο Κωνσταντίνος Μασσαβέτης επονομασθείς εκ του θετού αυτού πατρός, εγέννησε δύο υιούς οίτινες ωνομάσθησαν 1. Γεώργιος 2. Δήμος». Στον Κωνσταντίνο Μασσαβέτα αναφέρονται τόσο το Πιστοποιητικό του Δημάρχου Κροκυλίου (1865) όσο και ο Βαλαωρίτης (1867) στα κεφάλαια που ακολουθούν. Εν πάση περιπτώσει η, κατά τον Παπαχρήστου, «καταγραφή δημοτικής Αρτοτινής παράδοσης» από τον Κρέμο, συμπίπτει απόλυτα με το περιεχόμενο του Πιστοποιητικού του Δημάρχου Κροκυλίου την ύπαρξη του οποίου, προφανώς, αγνοούσε ο Κρέμος.

10. ΚΩΣΤΑΣ ΔΙΑΚΟΣ, ΙΑΤΡΟΣ/ΑΡΤΟΤΙΝΑ

Ο Παπαχρήστου ασχολείται εκτενώς με την συγκεκριμένη αναφορά του γιατρού, Κώστα Διάκου σε επιστολή του στην εφημερίδα «Ο Ρουμελιώτης», φύλλο 707, 6.5.1939 του οικογενειακού επωνύμου «Πανουργιάς» του [ατέρα του Αθανανάσιου Διάκου. Αναφέρεται συγκεκριμένα στους Δ¨ημον Πανουργιάν και Κ. Δ. Πανουργιάν που ζούσαν εκείνη την εποχή (1939) στην Άνω Μουσουνίτσα.

Ο Παπαχρήστου καταβάλλει φιλότιμη προσπάθεια στην αναζήτηση «Πανουργαίων» που όμως με το πέρασμα του χρόνου το επώνυμο έχει μεταβληθεί σε «Πανουργιόπουλος» (Πανουργιόπουλα τα παιδιά του Πανουργιά, γράφει ο Παπαχρήστου) και τελικά εντοπίζει τους Κώσταν Δ. Πανουργιόπουλο και, πολύ σωστά, συμπεραίνει ότι αυτοί «είναι οι Πανουργαίοι του ιατρού Διάκου». Αυτό βέβαια δεν τον εμποδίζει σχεδόν να πανηγυρίσει για την διάψευση του γιατρού Διάκου ο οποίος είχε πληροφορηθεί, προφανώς από το συγγενικό του περιβάλλον, ότι απώτεροι απόγονοί του ήταν οι «Πανουργαίοι» και όχι οι «Πανουργιόπουλοι»!

 Πηγή: http://www.kostartsa.gr/artotina-vilos.htm