στ' αχνάρια του Μακρυγιάννη του Αθ. Διάκου και των χωριών της γραφικής Ορεινής Δωρίδας
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μακρυγιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μακρυγιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021
Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2020
Παθήματα, γιατροί και γιατρικά στου Μακρυγιάννη τα γραφτά
του Γιάννη Πατσώνη, από το Άρδην τ. 53, Απρίλιος-Μάιος 2005
Ο Μακρυγιάννης γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1797, σ’ ένα λόγγο, στο χωριό Αβορίτι έξω από το Λιδορίκι. Κι όπως γράφει ο ίδιος: «Είχε πάει η μητέρα μου να μαζώξει καλαμποκιές για τα ζώα και με γέννησε και με τύλιξε με τις καλαμποκιές… μόνη της η καημένη κι αποσταμένη εκιντύνεψε και αυτείνη τότε κι εγώ. Ξελεχώνεψε και συγυρίστη, φορτώθη ολίγα ξύλα και έβαλε χόρτα απάνου εις τα ξύλα και από πάνου εμένα και επήγε εις το χωρίον. Σε κάμποσον καιρόν έγιναν τρία φονικά εις το σπίτι μας και χάθη ο πατέρας μου». Και ο βιογράφος του, Γιάννης Βλαχογιάννης, συμπληρώνει: «Η μήτηρ του αφού τον εγέννησε επί των τραχέων ορέων της Δωρίδος, τον εγαλούχησεν επί ολόκληρον τετραετίαν ως θρεφτάρι».
Από εφτά χρονών παιδί άρχισε να δουλεύει στη Λειβαδιά όπου είχαν καταφύγει. Μέχρι 15 ετών πολλά υπέφερε. Από ηλικίας 19 ετών μέχρι των αρχών του 1821, ασχολήθηκε με το εμπόριο και κέρδισε αρκετά ώστε, όταν άρχισε ο αγώνας, είχε ικανή περιουσία. Κατά την πορεία της επανάστασης για την λευτεριά της πατρίδος, ξόδεψε το βιός του για να βοηθήσει τον απελευθερωτικό αγώνα. Σε ηλικία 23 ετών, μυείται στην Φιλική Εταιρεία. Και από τότε ο άδολος αυτός πατριδοφύλακας έλαβε μέρος σε πολλές μάχες με αφοβία, ανδρεία, αυτοθυσία: στη μάχη του Πέτα, στην πολιορκία της Άρτας, στη μάχη για την άλωση της Υπάτης, στη μάχη της Βελίτσας, στην πολιορκία του Νεοκάστρου, στους Μύλους του Ναυπλίου, στην άλωση και την πολιορκία της Ακρόπολης και σε όλες τις μάχες που δόθηκαν στις γύρω θέσεις του στρατοπέδου του Πειραιά με τον στρατό του Κιουταχή.
Από εφτά χρονών παιδί άρχισε να δουλεύει στη Λειβαδιά όπου είχαν καταφύγει. Μέχρι 15 ετών πολλά υπέφερε. Από ηλικίας 19 ετών μέχρι των αρχών του 1821, ασχολήθηκε με το εμπόριο και κέρδισε αρκετά ώστε, όταν άρχισε ο αγώνας, είχε ικανή περιουσία. Κατά την πορεία της επανάστασης για την λευτεριά της πατρίδος, ξόδεψε το βιός του για να βοηθήσει τον απελευθερωτικό αγώνα. Σε ηλικία 23 ετών, μυείται στην Φιλική Εταιρεία. Και από τότε ο άδολος αυτός πατριδοφύλακας έλαβε μέρος σε πολλές μάχες με αφοβία, ανδρεία, αυτοθυσία: στη μάχη του Πέτα, στην πολιορκία της Άρτας, στη μάχη για την άλωση της Υπάτης, στη μάχη της Βελίτσας, στην πολιορκία του Νεοκάστρου, στους Μύλους του Ναυπλίου, στην άλωση και την πολιορκία της Ακρόπολης και σε όλες τις μάχες που δόθηκαν στις γύρω θέσεις του στρατοπέδου του Πειραιά με τον στρατό του Κιουταχή.
Στην Άρτα τον έπιασαν οι Τούρκοι και τον κλείσανε στο κάστρο, εβδομήντα πέντε μέρες τον τυράννησαν με βασανιστήρια, όμως δεν μαρτύρησε το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας. Παρά λίγο γλίτωσε το κρέμασμα. Άλλη φορά, γράφει ο ίδιος, «πήγαν να με χαλάσουνε και μ’ έβαλαν σ’ ένα μπουντρούμι κι απ’ τα χτυπήματα επρήστηκε το σώμα μου και κοντήλιασε και ήμουν εις θάνατο. Έταξα αρκετά χρήματα ενού Αρβανίτη να βγω να μη ιδή γιατρός και να πάρω και γιατρικά και τα χρήματα». «Ανήρ τοιούτος δεν έμελλε ταχέως να αποθάνη», συμπληρώνει ο Βλαχογιάννης, «τότε, και πολλάκις ύστερον», έδειξεν ότι «η ψυχή του ήτανε βαθειά».
Σε μερικές από τις μάχες αυτές ο Μακρυγιάννης παρά λίγο να χάσει τη ζωή του. Τραυματίστηκε πολλές φορές και κέρδισε πληγές που τον βασάνιζαν ως το τέλος της ζωής του. Την πρώτη πληγή στη μάχη του Πέτα, όπου «σκοτώθηκαν τρεις από μας και έξι πληγωμένοι. Επληγώθηκα κι εγώ ολίγον εις το δεξί ποδάρι», γράφει. Κατά την φυγή των προσφύγων από την Άρτα, ανέλαβε να προστατεύσει τους δυστυχείς Αρτηνούς οπού έρχονταν ξυπόλυτοι και γυμνοί και νηστικοί, τότε όπως γράφει «πούντιασα εις τον δρόμον κι από το κιντέρι μου (στεναχώρια) αρρώστησα και πήγα να πεθάνω. Είχα πέντε γιατρούς. Άνοιξε η μύτη μου και δεν στανιάριζε, το αίμα πήγαινε λεγένια και μόβαιναν φτήλια μέσα. Κι έκαμα άρρωστος εις τον κίντυνον ως το Μάρτη. Πιάστηκαν τα ποδάρια μου, δεν έβλεπα κι’ από τα μάτια. Αφού ήμουν αδύνατος πολύ και δεν μπορούσα να κινηθώ ήρθε ο αδερφός μου και με πήρε εις το Σάλωνα, σ’ ένα χωρίον ονομαζόμενον Σερνικάκι. Και εκεί αλλάζοντας τον αγέρα, ανάλαβα από αυτό και περιποίησιν συγγενική».
Τον Ιούνιο του 1825 δόθηκε η νικηφόρα μάχη στους Μύλους του Ναυπλίου, όπου αποφασιστική στάθηκε η συμμετοχή του Μακρυγιάννη ο οποίος «έδειξε απαράμιλλα θαύματα ηρωισμού». Εκεί όμως, πυροβολώντας τον οι Τούρκοι, τον λάβωσαν σοβαρά στο δεξί χέρι. Το μολύβι που τον χτύπησε ήταν μεγάλο, «από μουσκέτο», και «τούφαγε» όλα τα κόκαλα. «Μόπεσε το σπαθί από το χέρι, δεν βαστιέταν το αίμα, τύλιξα το χέρι εις το πουκάμισο να μην ιδούνε οι άνθρωποι. Αφού ο πόλεμος τελείωσε με πήραν και με πήγαν εις την φρεγάδα την Γαλλική γύρευαν να με κρατήσουν μέσα εις την φρεγάδα δια να με γιατρέψουν. Εγώ δεν θέλησα. Μόδεσαν οι γιατροί το χέρι». Όμως «η πληγή του χεριού μου πήγαινε κακά. Πρήστηκε το χέρι μου και γίνη τούμπανο. Γύρευαν να μου το κόψουνε εις τον νώμον οι γιατροί, γιατί καγγραίνιασε, τριανταοχτώ μερόνυχτα δεν έκλεισα μάτι. Μ’ ετοίμασαν εις θάνατον, έφερε όλα τα σύνεργα ο γιατρός να μου το κόψη». Γλύτωσε τον ακρωτηριασμό τότε στο Ανάπλι, γιατί, όπως μας πληροφορεί στη συνέχεια, όταν πήγε ο γιατρός για να του κόψει το «τουμπανιασμένο» χέρι του, ο Μακρυγιάννης σηκώθηκε πάνω και τον κυνήγησε με το γιαταγάνι του «και γκρεμίστη κάτου από την σκάλα –ο γιατρός– και γλύτωσε, ειδέ θα τον πάστρευα».
Και έφυγε από το Ανάπλι και ήρθε στην Αθήνα, όπου βρισκόταν τότε ο φημισμένος εμπειρικός Τούρκος γιατρός, ο Χασάν Αγά Κούρταλης, γνωστός ιδιαίτερα στα στρατεύματα της Ανατολικής Ευρώπης, όπου είχε δράσει. Ο Οθωμανός αυτός γιατρός είχε φτάσει στην Αθήνα, ακολουθώντας το σώμα του Ανδρούτσου. Ο Μακρυγιάννης τον γνώριζε από τον καιρό που πολεμούσε με τον Οδυσσέα στη Ρούμελη –τον είχε εμπιστοσύνη– και πράγματι πέρασε ο κίνδυνος και σε έξι μήνες μετά παντρεύτηκε την Αικατερίνη Σκουζέ.
Το τσακισμένο χέρι του όμως δεν έγινε ποτέ εντελώς καλά, γι’ αυτό, όταν κατετάχθη στο τακτικό σώμα, «εγυμνάζετο ως απλούς στρατιώτης δια ξυλίνου όπλου ένεκα του τραύματός του».
Στις μάχες που έγιναν γύρω από την Ακρόπολη, τον Οκτώβριο του 1826, τραυματίστηκε σοβαρότερα από κάθε άλλη φορά στο κεφάλι. Να πώς το περιγράφει ο ίδιος: «Με ντουφέκισαν οι Τούρκοι, τους ντουφέκιασα κι εγώ εις τον σωρό. Μου δίνουν ένα ντουφέκι και με πληγώνουν εις τον λαιμόν. Τότε έπεσα. Ο τόπος ήταν στενός, οι άνθρωποι τζακίστηκαν πατούσαν απάνου μου και διάβαιναν και, στενός ο τόπος, μ’ αφάνισαν. Έβλεπαν και τα αίματα, έλπιζαν ότι είμαι σκοτωμένος». Μα σε λίγο σηκώθηκε όρθιος και «μισο-ντραλισμένος» πολεμούσε με τους άλλους περισσότερο από τρεις ώρες. Οι Τούρκοι όμως όρμησαν και τον ξαναπλήγωσαν στο κεφάλι, «εις την κορφή. Γιόμωσε το σώμα μου αίμα». Οι άνθρωποί του γύρευαν να τον πάρουν μέσα στο κάστρο της Ακρόπολης, μα αυτός αρνιόταν. «Ξαναλαβώνομαι κι εγώ πίσω εις το κεφάλι πολύ κακά». Το μπάλωμα του φεσιού του έφτασε ως μέσα στα κόκαλα κι ακούμπησε «εις την πέτζα του μυαλού».
Την αυγή πιάστηκε ο πόλεμος, τελείωσε το βράδυ. Η κατάστασή του, ύστερα από τις λαβωματιές, ήταν τόσο άσχημη που ούτε ο γιατρός ο Κούρταλης δεν δέχονταν να τον «επιχειριστή» γιατί ήταν βαριά και είχε στραγγίξει το αίμα του όλο. Ο γιατρός τον ανέλαβε, αφού πρώτα ζήτησε υπογραφές όλων όσων βρίσκονταν μέσα στο κάστρο, που έγραφαν πως δεν θα έχει καμιά υποψία ο ίδιος, αν τελικά πέθαινε ο Μακρυγιάννης. «Τότε με ’πιχειρίστη, κινδύνεψα να πεθάνω από τους πόνους του κεφαλιού και το πάτημα όπου μόκαναν εις το σώμα μου, στην μέση μου, κάτι μου χάλασε μέσα αυτό το πάτημα και με πάγει αίμα ως σήμερα». Γι’ αυτό και ο Βλαχογιάννης γράφει ότι: «Σωματικώς ο Μακρυγιάννης ήτο πλέον ανάπηρος ένεκα του πλήθους των πληγών. Αφ’ ης ημέρας έλαβεν επί της κεφαλής τα βαρέα τραύματα πολέμων υπέρ της Ακροπόλεως, μέχρι τέλους του 1832 τρις και τετράκις είχεν ασθενήση σοβαρώς. Εν Πειραιεί εμάχετο έχων όλον σχεδόν το σώμα εντός επιδέσμων. Η κεφαλή, η δεξιά χειρ και η οσφύς ήταν συντετριμμέναι, υπέφερε λίαν επί της φλογώσεως των πληγών». Οι πληγές αυτές αφόρμιζαν κάθε τόσο. «Τα τραύματά του, τα αενάως φλέγοντα και στάζοντα ήσαν προς αυτόν η τραγικώς συμβολική εικών των αστείρευτων τραυμάτων της πατρίδος».
Από σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά της περιόδου 1835-1838 παρουσιάζουμε αποσπάσματα για την κατάσταση του Μακρυγιάννη: «Επί του μετωπικού και του κατ’ ινίου οστού παρατηρούνται κοιλότητες άνευ σχεδόν οστών… Τοιαύτα τραύματα παράγουσι ζάλας, συμφορήσεις, διαρκείς κεφαλαλγίας», Δρ. Λιντερμάουερ, βασιλικός ελληνικός αρχίατρος.
«Οι υποφαινόμενοι ιατροί επισκεφθέντες τον στρατηγόν Μακρυγιάννη πάσχοντα από φλεγμονών πρώτον του βραχίονος εκ των παλαιών τραυμάτων και εις εμπύωσιν αποσταθείσαν και ύστερον από σποραδική χολέραν, από την οποίαν μόλις δια της ιατρικής τέχνης εσώθη, πιστοποιούμεν ότι δεν δύναται να υποφέρη κακουχίας και κόπους και να είναι μακράν ιατρικής βοηθείας». Δημ. Μαυροκορδάτος, καθηγητής, γιατρός Ν. Κωστής.
Επειδή ο Μακρυγιάννης ήταν ο εμπνευστής και ο βασικός εμψυχωτής της Επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που ανάγκασε τον Όθωνα να παραχωρήσει Σύνταγμα, έπεσε στη δυσμένεια της μοναρχίας.
Τον Απρίλιο του 1851, με το συκοφαντικό αιτιολογικό ότι οργάνωσε συνωμοσία εναντίον του Όθωνα, ετέθη σε κατ’ οίκον περιορισμό. Τον Δεκαπενταύγουστο μεταφέρεται άρρωστος στις φυλακές του Μεντρεσέ, «και τον ραπίσανε, τον προπηλακίσανε, και τον κρίνουνε σε μια δίκη που ήτανε μια μεγάλη αδιαντροπιά», γράφει ο Σεφέρης.
Να τι έστειλε διαμαρτυρόμενος στις εφημερίδες ο ίδιος ο Μακρυγιάννης – καμιά όμως δεν τόλμησε να δημοσιεύσει τη διαμαρτυρία του αυτή. «Πότε ακούσατε ότι είμαι θηρίον εις την κοινωνίαν; Πότε έβλαψα την πατρίδα; Έχω δύο πληγάς εις την κεφαλήν, άλλην εις τον λαιμόν, άλλην εις την χείραν, ήτις ως εκ τούτου δεν έχει κόκκαλα, άλλην εις την πόδα και άλλην εις την γαστέρα, και είμαι ζωσμένος με τα σίδερα και φυλάττω τα έντερα εντός αυτής. Αυτάς τας πληγάς τας έλαβον δια την πατρίδα και όταν αλλάξη ο καιρός, οι δριμύτατοι πόνοι με καθιστώσι παράφρονα».
Μετά λίγες μέρες, τον μεταφέρουν από τις φυλακές στο απομονωτήριο του Στρατιωτικού Νοσοκομείου. «Αφού προηγουμένως ο μοίραρχος Πτολεμαίος τον ερράπισε, τον ωδήγησε πεζή χλευαζόμενον και ωθούμενον δια των υποκοπάνων υπό των στρατιωτών εις το Νοσοκομείον, όπου εφυλάκισεν εις στενόν και άθλιον δωμάτιον. Εν αυτώ μένων έπασχεν ο Μακρυγιάννης υπό της υγρασίας και δυσωδίας». Τον Μάρτιο του 1853 καταδικάστηκε από το Στρατοδικείο σε θάνατο «ένοχος εσχάτης προδοσίας». Από το δικαστήριο ωδηγήθηκε στη φυλακή, πάλι μέσα στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Μιλώντας για την παραμονή του εκεί ο γιατρός Γούδας είπε ότι «ο Μακρυγιάννης ετάφη ζων». Ο αρχίατρος Τράιμπερ, που τον επισκέφτηκε, γράφει πως το δωμάτιό του ήταν «δυσωδέστατον και ρυπαρότατον». Η ποινή του θανάτου μετεβλήθη και τον Σεπτέμβριο της άλλης χρονιάς, 1854, αποφυλακίστηκε.
Όμως η διαμονή του στη φυλακή και νέες αρρώστιες –κήλη και προστάτης– τον είχαν εξαντλήσει σωματικώς. Παρ’ όλα αυτά, «δεν έχασε, ψηλός και λεπτός ως ήτο, τον αέρα της λεβεντιάς της ουδέποτε γηρασκούσης, αλλά θαλλούσης πάντοτε». Παρά την αποφυλάκισή του δεν έλειψαν οι εναντίον του ενοχλήσεις. Να τι γράφει το 1859. «Αφού με λευτέρωσαν και πήγα εις το χαλασμένο μου σπίτι… μ’ ανάδωσαν οι πληγές την μια Λαμπρή επέρσι και την Λαμπρή οπού πέρασε … πήγα εις την σπηλιά οπούνε εις το περιβόλι μου να ξανασάνω και με στανιό και ακουμπώντα με το ξύλο έσωσα εκεί, μου ρίχνουν πέτρες και με χτυπούν και μαγαρισιές ανθρώπινες πάνω μου “Φάγε από αυτές στρατηγέ Μακρυγιάννη, να χόρτασης, οπούθελες να κάμης σύνταγμα”. Και μ’ ανοίγουν τόσες νέες πληγές από τα χτυπήματα κι από τα αγκυλώματα, και με πάγει ως την σήμερον το όμπυον, και το αίμα από μπροστά και από πίσω, εσάπισα, εσκουλίκιασα. Κι ανήμερα με χτύπησαν πολύ, έμεινα νεκρός, δεν στανόμου, ζωντανός είμαι ή πεθαμένος».
Στις 27 Απριλίου 1864, πέθανε «εξ υπερβαλλούσης σωματικής εξαντλήσεως». Στον επικήδειό του λόγο, ο ιατρός Αναστάσιος Γούδας είπε: «Αποκαλύψατε την κεφαλήν και θέλετε εύρη ανωτέρω του δεξιού μετώπου εν πολύτιμον παράσημον, μίαν ουλήν και υπ’ αυτήν κάταγμα μετ’ εισθλάσεως, αποκαλύψατε τον τράχηλον και θέλετε εύρη πολυτιμότερον παράσημον, σφαίραν εχθρικήν εγκυστωμένην και άχρι της σήμερον εις τας σάρκας του στρατηγού. Αποκαλύψατε το στήθος και θέλετε ιδή δια μιας τρία συνάμα έτι πολυτιμότερα παράσημα, τρεις μεγάλας ουλάς. Αποκαλύψατε τον αριστερόν βραχίονα και θέλετε εύρη το μέγιστον ίσως των παρασήμων, απηρχαιωμένον κάταγμα μετά τινός δυσμορφίας. Αποκαλύψατε τον δεξιόν μηρόν και επ’ αυτού θέλετε εύρη παράσημον πολυτιμότερον πάσης οιασδήποτε ταινίας, μίαν δηλαδή τεραστίαν ουλήν. Αι πληγαί συχνά ηνοίγοντο αιμορροούσαι. Ο εξ αυτών πυρετός κατεβίβρωσκεν αυτόν. Η ζωή αυτού διήρχετο σχεδόν επί της κλίνης. Βαρείαι νόσοι επήρχοντο, η δε ανάρρωσις εγίνετο βραδυτάτη. Ταύτα ήσαν τα αγαθά ων έλαχεν ο Μακρυγιάννης ως αμοιβής των υπέρ της πατρίδος εξόχων υπηρεσιών αυτού. Πληγαί και ασθένειαι πολυώδυνοι, και μετ’ αυτών πενία δυσθεράπευτος ομοίως ως εκείναι».
Στα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη διαβάζουμε επίσης και για τον θάνατο του Γκούρα κατά την πολιορκία της Ακροπόλεως όταν «εις απάνου εις την φωτιάν τον βάρεσαν εις τον αμήλιγγα και δεν μίλησε τελείως». Επίσης για τον θάνατο του Καραϊσκάκη, στο Φάληρο. Προηγουμένως ο Μακρυγιάννης περιγράφει πως φτιάχνοντας ταμπούρια μέσα στα βαλτόνερα «ήμαστε μέσα εις το νερό νύχτα και ημέρα. Μίαν βραδειά έβρεξε και γιόμωσε το καμίνι εις το νερόν κι από αυτό, όπου ήμουν αδύνατος μ’ έπιασε μια στένωση σαν χτικιόν» (πιθανόν από βρογχόσπασμο, δύσπνοια). Ο Καραϊσκάκης τραυματισμένος «ήταν βαρεμένος εις τα’ ασκέλι παραπάνου εις τα φτενά … Μας είπε με χωρατά. Εγώ πεθαίνω όμως εσείς να είστε μονιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα. Την νύχτα τελείωσε και τον πήγαν εις την Κούλουρη και τον τάφιασαν».
Ακόμη έχουμε στα απομνημονεύματα την περιγραφή ενός πολύ γενναίου περιστατικού που έχει ιατρικό ενδιαφέρον: «Ένας ατρόμητος άντρας από τους Κολοβάτες (είναι του Σαλώνου χωριόν), τον λέμε Μήτρο Καθάριον (αλήθεια καθάριος κι’ ατίμητος είναι), αφού τζακιστήκαμε στην χώρα και τραβηχτήκαμε εις το ψήλωμα, οι ειδικοί μας όλοι κ’ εμείς φκειάσαμε ταμπούρι και πολεμούσαμε. Αυτός ο δυστυχής ήταν μέσα εις την χώραν σε σπίτι μπασμένος. Αφού φύγαμε εμείς, αυτός έμεινε μόνος του. Του ρίχτηκαν οι Τούρκοι απάνου του, παίρνει ένα γιαταγάνι τούρκικον και σκοτώνει τέσσερους, κι εκεί οπού τον πολεμούσαν του δίνουν μίαν μαχαιριά εις την κοιλιά και σκοτώνει τον Τούρκον και με το μαχαίρι εις την κοιλιάν ήρθε εκεί όπου είμαστε εμείς, εις το ταμπούρι. Και δεν του πειράξαμεν το μαχαίρι, με τούτο εις την κοιλιά τον πήγαμε εκεί οπούταν οι ειδικοί μας και ήταν ο γιατρός, και τόβγαλε το μαχαίρι και με των μερμήγκων τα κεφάλια τόρραψε την κοιλιά. Και τράβηξε ο καϊμένος ένα χρόνον να γιατρευθή. Γέρευε και πάλε ξηλώνεταν, κι έβγαιναν οι κοπριές από την κοιλιά οπούταν η πληγή. Και ζη τώρα και δεν έχει ψωμί να φάγη».
Ο Βλαχογιάννης, επεξηγώντας την ραφή των τραυμάτων «δια κεφαλών μυρμήγκων», γράφει: έβαζαν μεγάλα μυρμήγκια να δαγκάσουν τα χείλη του τραύματος και μόλις αυτά κλείναν τα σαγόνια τους τα αποκεφάλιζαν. Κόβοντας το σώμα τους δηλαδή, αμέσως, έμενε το κεφάλι τους που σχημάτιζε έτσι «βελονιά ικανώς ισχυράν. Η δια κεφαλών μυρμήγκων ραφή των τραυμάτων υπάρχει και παρ’ αγρίοις λαοίς».
Το 1851 ο Μακρυγιάννης άρχισε να γράφει ένα άλλο έργο που ονομάστηκε «Οράματα και θάματα». Εδώ αφηγείται θαύματα που συνέβησαν στον ίδιο, σε δικούς του και στην πατρίδα. «Τα 1837, γράφει, μου άνοιξαν οι πληγές του σώματός μου και έκανα αστενής τέσσερους μήνες. Είχα οχτώ γιατρούς, τέλος σώθηκαν οι ελπίδες και από μέναν και απ’ όλους τους γιατρούς…». Από τους γιατρούς αυτούς που έκαμαν ό,τι μπορούσαν και ό,τι επέβαλε η επιστήμη τους και η εμπειρία τους –επιστήμονες και εμπειρικούς– γνωστοί είναι: ο συγγενής του οικογενειακός γιατρός Αλέξανδρος, ο Πέτρος Ηπίτης, που είχε χρηματίσει και γιατρός του Υψηλάντη, ο ιατρο-χειρούργος Άγγελος Οικονόμου από το Δίστομο, ο Αναστάσιος Γούδας, ο αρχίατρος Δρ. Α. Λιντερμάουερ, ο Αν. Γεωργιάδης Λευκίας, ο Ι. Βούρος, ο Δ. Μαυροκορδάτος, ο Χασάν αγάς Κούρταλης.
Τη βελτίωση της υγείας του την αποδίδει στον Θεό «τον αληθόν γιατρόν», όπως γράφει. Και συνεχίζει: «Τους γιατρούς τους πλερώνομεν τον καθένα από ’να και από δύο τάλιρα την βίζιτα, και δεν μας γιατρεύουν, μας αποφασίζουν εις θάνατον. Αυτός ο γιατρός όπου μας ανασταίνει και μας διατηρεί, δεν του δίνομεν πλερωμήν, να μην τον δοξάσουμε και να τον ευχαριστήσομεν;».
Η γνώμη του για τους γιατρούς της εποχής του, που όχι δεν γιάτρευαν τον άρρωστο, αν και πληρώνονταν ακριβά, αλλά και τον είχαν ξεγραμμένο, έχει βέβαια κάποια δόση υπερβολής, γράφει ο Άγγελος Παπακώστας. Όμως ο Μακρυγιάννης είχε πάθει πολλά. Οι γιατροί του Ναυπλίου όχι μόνο του αφαίρεσαν δύο πλευρές άσκοπα, αλλά και σκόπευαν να του κόψουν το χέρι, μετά τη μάχη στους Μύλους.
Περιγράφει ακόμη τη θαυματουργική ίαση της γυναίκας του που «σάπισαν τα στήθη της, την πονούσαν, οπού δεν κοιμόταν νύχτα και ημέρα. Αδυνάτισε πολύ από τα αίματα, από πλήθος αβδέλλες και γλιστήρια (κλύσματα) και γιατρικά, πλέον φρένιασε». Όμως έγινε καλά η «χιλιδόνα του» (η γυναίκα του) και «δεν έμειναν ορφανά τόσα αδύνατα χιλιδονάκια». Σημειώνουμε πως είχε συνολικά δώδεκα παιδιά από τα οποία, σε μικρή ηλικία, πέθαναν τα έξι.
Αναφέρεται και σε θαυματουργική θεραπεία από την Μεγαλόχαρη ενός παιδιού του «που έβγαλε το τρικούκουλο (δοθιήνες) και του άνοιξαν σε όλο του το σώμα είκοσι πέντε τρύπες και δεν μπόρεσαν να το γιατρέψουν όλ’ οι ιατροί της Αθήνας και απ’ όξω άλλοι πραχτικοί».
Αναφέρεται ακόμη σ’ ενός αγωνιστού παιδί «που όταν σκοτώθη ο πατέρας του ετρελάθη και ξέκλαγε (ξέσχιζε) τα σκουτιά του και μνήσκει έτσι καθώς γεννήθη, κατήντησε να μην ζυγώνει ο άνθρωπος πλησίον του, τον είχαν δεμένο ως οχτώ μήνες, όπου ήταν και ποδάρια και χέρια πιασμένα». Αυτό το παιδί το έστειλε με την μητέρα του και την αδερφή του στην Βαγγελίστρα της Τήνου και «ξημερώνοντας της χάρης της πάγει μια κοκκινοφόρα και το έλυσε και τότε αισθάνθη ο άνθρωπος σε τι κατάσταση ήτον, και ήβρε τα σκουτιά του μόνος του, και πήγε εις την Εκκλησίαν και θιάμαξε ο κόσμος όλος».
Σ’ αυτό το βιβλίο περιγράφει και πάλι τη μάχη στην Ακρόπολη «Όταν επληγώθηκα εις το Κάστρος των Αθηνών, μιαν ημέρα πήρα τρεις πληγές. Τότε οι άνθρωποι έλπιζαν ότ’ είμαι τελειωμένος και πατούσαν απάνω μου. Οι πληγές κι αυτό το πάτημα, ήρθα εις τον θάνατο… αυτό το μέρος εις την κοιλιά μου έκανε ένα σύνασμα αίμα, σαν λάσπη του βαενιού. Όταν βγήκα έξω, μετά καιρό, εις τ’ Ανάπλι, μου είχε γένει εν’ απόστημα και μια πέτρα. Μαζώχτηκαν γιατροί από τα καράβια τα ξένα και οι ντόπιοι και μου διόρισαν μια κούρα με μαλαχτικά, με αβδέλες και άλλα μπάνια. Τέσσερους μήνες, διαλύθη αυτό. Από τότε εις τα 1849 (δηλαδή 23 χρόνια μετά), με ήβρε το ίδιον. Αίμα και συγχρόνως αδύνατος ο τόπος εκεί. Μιαν ημέρα έκανα τις μετάνοιες μου, αιστάνθηκα πόνο, βγαίνει και το ξίγκι μου (κήλη). Πλακώσανε οι γιατροί, μου το ’δεσαν καλά».
Ο Μακρυγιάννης δεν υπέφερε μόνο από «τις αστένειές του» αλλά και από τις συνέπειες της πολεμικής του κατά της αδικίας και ιδιοτέλειας ορισμένων φορέων της εξουσίας που άφηναν τους αγωνιστές που είχαν θυσιάσει τα πάντα για την ελευθερία «να διακονεύσουν και να ταλαιπωρούνται ξιπόλητοι γυμνοί, νηστικοί στα σοκάκια εκείνης της ματοκυλισμένης πατρίδος» αντίθετα με άλλους που «βάνοντας την αρετή στα σίδερα, γύμνωσαν τον τόπο με το πλιάτσικο».
Τελειώνοντας, μια συγκινητική εικόνα που δείχνει το ψυχικό του μεγαλείο. Μετά την καταδικαστική απόφαση σε θάνατο από το δικαστήριο, οδηγήθηκε από τους χωροφύλακες στη φυλακή του Στρατιωτικού Νοσοκομείου. Τότε, όπως γράφει η εφημερίδα Αιών, στις 13/3/1853, «διερχόμενος όπισθεν της Ακροπόλεως και ιδών την θέσιν όπου άλλοτε επληγώθη πολεμών υπέρ της πατρίδος κατά των τυράννων αυτής, ήρξατο άδων αρματολικόν τραγούδιον ηρωϊκόν μετά καρδίας γενναίας, δια φωνής καθαρός και ατρόμου, συγκινήσας τους ακούοντας μέχρι δακρύων».
Μια από τις χάρες του Μακρυγιάννη, έγραφε ο Γ. Σεφέρης, είναι το συναίσθημα πως έχουμε στο πλάι μας έναν οδηγό –τόσο ανθρώπινο– που είναι στο μέτρο των πραγμάτων και των όντων.
Πηγές
• Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, εκδόσεις Γαλαξίας, Δωρικός, Ζαχαρόπουλος, Μέλισσα (εισαγωγή Σπύρου Ασδραχά), Μπάυρον.
• Γ. Σεφέρης, Δοκιμές (ένας Έλληνας: ο Μακρυγιάννης).
• Γ. Μαρρές, Μακρυγιάννης – ένας γενναίος πατριδοφύλακας, Καλέντης.
• Μακρυγιάννη, Οράματα και θάματα, (Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης).
• Τετράδια Ευθύνης: «Για τον Μακρυγιάννη».
Τετάρτη 26 Αυγούστου 2020
Οι Δωριείς στη μάχη των Βασιλικών 199 χρόνια πριν
Το 1836 ο Μακρυγιάννης σκέφτηκε να απεικονίσει σε εικόνες τις μεγάλες στιγμές του αγώνα. Για το σκοπό αυτό κάλεσε το λαϊκό ζωγράφο Παναγιώτη Ζωγράφο και τους δύο γιους του και τους ανέθεσε την εικονογράφηση. Από το 1936 ως το 1839 περιέρχονταν τα πεδία των μαχών. Ο Π. Ζωγράφος έβαλε τη τέχνη του και ο Μακρυγιάννης τη γνώση του και τις δαπάνες. Ζωγραφίστηκαν συνολικά 25 πίνακες σε ξύλο. Μετά οι 24 από αυτούς ζωγραφίστηκαν ξανά από το γιο του Π. Ζωγράφου Δημήτριο με νεροχρώματα σε στρατσόχαρτο. Έγιναν 4 σειρές που ο Μακρυγιάννης δώρησε από μια στον βασιλιά Όθωνα και στους τρεις πρέσβεις της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας. Η 25η εικόνα παραλείφθηκε γιατί έθιγε τον αρμοστή Άρμανσμπεργκ.
Για την καλύτερη κατανόηση των πινάκων σημειώνονται τα εξής: Πρώτον, ο Παναγιώτης Ζωγράφος πρέπει να είχε εργαστεί και ως αγιογράφος. Στη ζωγραφική των πινάκων ακολουθεί μικρογραφική τεχνική που δείχνει να είναι μείγμα αγιογραφικής τεχνικής και της περσικής μινιατούρας. Δεύτερον, ζωγραφίζει ακολουθώντας τη “προοπτική του πουλιού” σαν να βλέπει τα γεγονότα από ψηλά. Τρίτον, ακολουθεί μια ακόμη τεχνική της αγιογραφίας. Παρουσιάζει ταυτόχρονα διαφορετικές στιγμές στον ίδιο πίνακα.
![]() |
| Η μάχη των Βασιλικών κατά Μακρυγιάννη δια χειρός Π. Ζωγράφου |
Η μάχη των Βασιλικών έγινε στις 26 Αυγούστου 1821. Οι Τούρκοι για να λύσουν τη πολιορκία της Τριπολιτσάς μάζεψαν 4000 στρατό στον Κάτω Δομοκό με σκοπό να περάσει στη Ναύπακτο και από εκεί στη Πελοπόννησο. Μια άλλη στρατιά από 8000 στρατό συγκεντρώθηκε στη Λαμία με σκοπό να περάσει στη Μεγαρίδα και μετά στη Πελοπόννησο. Για τη στρατιά αυτή των 8000 υπήρχαν δύο διαβάσεις της Φοντάνας και των Βασιλικών. Ο γερο-Γιάννης Δυοβουνιώτης πρόβλεψε, σωστά, ότι οι Τούρκοι θα χρησιμοποιούσαν τη διάβαση των Βασιλικών. Γενικός αρχηγός στη μάχη αναδείχτηκε ο Ιωάννης Γκούρας. Η μάχη αυτή έχει μεγάλη σχέση με τη περιοχή της Δωρίδας. Σχεδόν όλοι οι Δωριείς αγωνιστές πολέμησαν στη μάχη αυτή στο κέντρο και είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο.
Η μάχη έγινε με τη τακτική της ενέδρας. Ο Γκούρας ήταν στην άμυνα του δεξιού της Ελληνικής παράταξης και υποχώρησε συντεταγμένα. Οι διάφορες φάσεις της διαδικασίας αυτής φαίνεται στο δεξιό μέρος της ζωγραφιάς. Οι Δωριείς ήταν δεξιά και αριστερά στο κέντρο. Αριστερά (μάλλον είναι έξω από το πλάνο) υπό τον Κωνσταντίνο Καλύβα. Δεξιά στο κέντρο υπό τον Κωνσταντίνο Μπίτη. Στο κάτω μέρος φαίνεται το πλευροκόπημα της Τουρκικής οπισθοφυλακής από τον γέρο-Δυοβουνιώτη. Επάνω αριστερά φαίνεται η τελειωτική φάση όπου κυκλώθηκε ο Τουρκικός στρατός στην Ανίβιτσα. Αυτή ήταν η μόνη οδός παράκαμψης των Βασιλικών. Εδώ πολέμησαν ο Γκούρας και ο Ρούκης. Στη μάχη αυτή διαλύθηκε η Τουρκική στρατιά και δεν πέρασε στη Πελοπόννησο. Η Τριπολιτσά έπεσε στις 23 Σεπτεμβρίου 1821.
κείμενο: Παρασκευάς Μπακαρέζος
Πηγή: http://krokilion.gr
Πηγή: http://krokilion.gr
Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2019
Η γέφυρα του Μακρυγιάννη
απόσπασμα από το προς έκδοση βιβλίο με τίτλο:
''ΘΑΜΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ , ΖΩΝΤΑΝΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ''
του Κ. Γ. ΜΠΕΡΤΣΙΑ με καταγωγή από τον Κόκκινο
Παρόλο που δεν είχα κοιμηθεί καλά ξύπνησα αρκετά πρωί και βγήκα στην αυλή, ο παππούς ήταν και αυτός ξύπνιος, φορούσε την ποιμενική του φορεσιά και με την μαγκούρα στο χέρι, κοίταζε ψηλά προς το βουνό. Ο σκύλος του, ένα γηραλέο μαυρόασπρο ποιμενικό, έκανε κύκλους γύρω του, κουνώντας την ουρά του σαν να περίμενε κάποιο πρόσταγμα.
-Καλημέρα παππού τι κανείς πρωί πρωί εδώ στην αυλή ;
-Τι να κάνω παιδάκι μου, μαύρα και άραχνα.. τέτοια ώρα έπρεπε να είμαι στις λάκες πάνω από τον λόγγο και να βοσκώ το κοπάδι. Αλλά βλέπεις αυτή η λίμνη, μας αναστάτωσε τη ζωή μας.
Ο πατέρας σου άκουσες τι είπε χθες το βράδυ; να τα μαζεύουμε και να φεύγουμε. Να φεύγουμε, από που; Εγώ έκανα είκοσι χρόνια στην Αμερική, δούλεψα σκληρά και όταν γύρισα με τις οικονομίες μου αγόρασα εδώ αυτά τα χωράφια και δεν προτίμησα να αγοράσω στην Αθήνα, όπως μου έλεγε ο ξάδελφος μου, όταν στο ταξίδι της επιστροφής με φιλοξένησε για μια βραδιά στο καφενείο του, εκεί στην πλατεία Κολωνακίου.
Εδώ έφτιαξα το σπίτι μου, δούλεψα σκληρά, περάσαμε πολέμους, κακουχίες, αντιμετωπίσαμε πείνα και φτώχεια, μεγάλωσα τα παιδιά μου, εδώ ο Θεός μου πήρε τις δυο κόρες μου, την Βασιλική και την Χρυσαφούλα, και εδώ έθαψα και τις δυο γυναίκες μου, την πρώτη μου, την Μαρία το 28 και πέρυσι την Μαριγούλα την γιαγιά σου.
Είμαι γέρος άνθρωπος, έχω μπει στα ογδόντα έξι, αφήστε με να πεθάνω στο τόπο μου, τι να κάνω εγώ στην Αθήνα;
Ο πατέρας σου, άρον άρον, πήγε και πούλησε και τα λιγοστά πρόβατα που μου είχαν απομείνει και έτσι εδώ και καιρό γυρνώ σαν την άδικη κατάρα παιδί μου ..ξυπνώ χαράματα,παίρνω το σκύλο και περπατάμε μέχρι τον λόγγο, μερικές φορές σαλαγάω και το ανύπαρκτο κοπάδι ... σήμερα δεν είχα όρεξη και έμενα εδώ.
-Παππού δίκιο έχεις αλλά δεν έχουμε άλλη επιλογή πρέπει να είμαστε όλοι μαζί και η καλύτερη λύση είναι η Αθήνα, έχουμε σπίτι εκεί,εμείς τα παιδιά μπορούμε να σπουδάσουμε και ο πατέρας μπορεί να βρει δουλειά. Εσύ θα έχεις κοντά όλα τα παιδιά σου,είναι καλό για όλους μας, μην στενοχωριέσαι ..
Ο παππούς δεν απάντησε, ήταν φανερό ότι η λογική δεν μπορούσε να συμβαδίσει με την συναισθηματική κατάσταση ενός ανθρώπου τόσο δεμένου με τον τόπο και τα υπάρχοντα του και τις συνήθειες δεκαετιών.
Η πρωινή κουβέντα με τον παππού επιβάρυνε και την δικό μου συναισθηματισμό, σκεπτόμουν την ψυχολογία, το δράμα των ξεριζωμένων ανθρώπων, ανθρώπων που εγκαταλείπουν τις πατρίδες τους για να γλυτώσουν τα δεινά του πολέμου ή τους αναγκάζουν για θρησκευτικούς και εθνοτικούς λόγους να απομακρυνθούν από τις πατρίδες τους. Ο νους μου πήγε σου δικούς μας πρόσφυγες της μικρασιατικής καταστροφής.
Όταν το καλοσκέφτηκα διαπίστωσα ότι υπήρχε μια σημαντική διαφορά: και ο πιο κατατρεγμένος πρόσφυγας έχει μέσα του μια άσβεστη ελπίδα ότι κάποτε τα πράγματα μπορεί να φτιάξουν, οι συνθήκες να αλλάξουν και η επιστροφή στον τόπο του φάνταζε πιθανή. Στην δίκη μας περίπτωση αυτή η ελπίδα δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει, γιατί δεν θα υπήρχε ο τόπος μας, θα καταστρεφόταν από τα μηχανήματα που είχαν εισβάλει στην κοιλάδα και στο τέλος θα πνιγόταν από τις χιλιάδες τόνους νερού.
Με την κουβέντα με τον παππού είχα ξεχάσει γιατί σηκώθηκα τόσο νωρίς. Από την ώρα που επέστρεψα και μάλιστα μετά την απόφαση του πατέρα για μετακόμιση στην Αθήνα μπήκε στο μυαλό μου το σχέδιο επίσκεψης των πιο αγαπημένων μου τόπων. Να ζήσω και να αποτυπώσω βαθιά στη μνήμη μου τις αγαπημένες μου τοποθεσίες και να ξανά ζωντανέψω γεγονότα που έχουν ξεχωρίσει και έχουν για κάποιο λόγο χαραχθεί, σαν σημαντικά, στην μνήμη μου στα δεκαοχτώ χρόνια που έζησα σε αυτό τον τόπο.
Τώρα μάλιστα είχα και ένα μεγάλο όπλο, σημαντικό βοηθό, την καινούργια φωτογραφική μηχανή. Χωρίς να έχω προφτάσει να εμβαθύνω πάνω στην φωτογραφική τέχνη, μάλλον ασυνείδητα εξέλαβα την φωτογραφία σαν ένα εργαλείο που αιχμαλωτίζει το χρόνο και η απαθανάτιση σώζει από τον θάνατο ό,τι το σκόπευτρο της μηχανής παγιδεύει σαν πόζα.
Πέρασαν πολλά χρόνια για να καταλάβω ό,τι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, όταν απαθανατίζουμε κάτι, βασικά σταματάμε τον χρόνο που αυτό σημαίνει θάνατος. Γιατί τι άλλο είναι ο θάνατος από το σταμάτημα του χρόνου;
Είχα καταστρώσει με λεπτομέρεια το σχέδιο μου για τις τέσσερις μέρες που είχαν απομείνει. Το μόνο πρόβλημα μου ήταν ότι είχα μόνο τρία φιλμ με ένα σύνολο 108 στάσεων και ήταν φανερό ότι έπρεπε να κάνω επιλογές, το τι θα αποτυπώσω φωτογραφικά και τι θα χαράξω ανεξίτηλα στην μνήμη μου, δύσκολο έργο σίγουρα ...
Σήμερα θα έκανα το τελευταίο μου μπάνιο στα κρύα νερά του Μόρνου ακριβώς κάτω από τις γέφυρες στο Στενό. Ο ήλιος δεν είχε ανατείλει ακόμη και ετοιμαζόμουν να φύγω όταν ακούω πίσω τον αδελφό μου,
-Που πας; θα έλθω και εγώ .
-Για μπάνιο στο Στενό, έλα πάμε γρήγορα.
Φύγαμε ανατολικά ακολουθώντας το καλοδιατηρημένο μονοπάτι που ήταν στην άκρη των κτημάτων μας και που παλιά, πριν γίνει ο δημόσιος δρόμος, ήταν η κύρια αρτηρία που ένωνε τα χωριά της δυτικής κεντρικής Δωρίδας με την πρωτεύουσα της επαρχίας, το Λιδωρίκι. Μέχρι και τώρα πεζοί και υποζύγια χρησιμοποιούσαν αυτόν τον δρόμο ως τον πιο σύντομο, εφόσον βέβαια μπορούσαν να διαβούν τον Κόκκινο,παραπόταμο του Μόρνου.
Δεν προλάβαμε να απομακρυνθούμε αρκετά και οι φωνές της μάνας μας καλούσε να γυρίσουμε νωρίς γιατί έπρεπε να την βοηθήσουμε στις προετοιμασίες για την μετακόμιση.
Φθάσαμε πριν ο ήλιος ανατείλει από την κορυφή της Γκιώνας, αν και ο ήλιος εδώ, θα φαινόταν πολύ αργότερα, μια και τα ψηλά βράχια και από τις δυο πλευρές σχημάτιζαν μια φυσική κουρτίνα που άφηναν τις πρώτες ηλιαχτίδες να αρχίσουν να ζεσταίνουν τα κρύα νερά του ποταμού μετά τις 10 και αργά μετά το μεσημέρι θα έλουζαν ολόκληρη την βραχοσχισμή και τα καθαρά κρύα νερά του Μόρνου.
Η τοποθεσία τοπόσημο για την περιοχή, ήταν εντυπωσιακή , από την μια πλευρά ο πυραμοειδής λόφος, που ήταν η νότια απόληξη των Βαρδουσίων, ενός από τα ψηλότερα βουνά της Ελλάδος και από την άλλη πλευρά, την νότια, το έντονα βραχώδες τελείωμα μιας μακρόστενης βουνοσειράς της Στόχοβας και του Πύρνου.
Φαίνεται ότι εκατομμύρια χρόνια πριν οι δυο βουνοσειρές αποτελούσαν ένα ενιαίο συμπαγές σύνολο και κάποιος μεγάλος σεισμός δημιούργησε αυτή την μεγάλη, σχεδόν κατακόρυφη σχισμή και άφησε ελεύθερη την πορεία του Μέγα ποταμιού ή Δαφνούς ή Ύλαιθου όπως ήταν οι παλιότερες ονομασίες του Μόρνου.
Σε αυτό το πανέμορφο γεωλογικό ανάγλυφο πολλά χρόνια πριν κάποιοι τεχνίτες, επιδέξιοι μαστόροι της πέτρας, ήλθαν και έβαλαν την δική τους πινελιά . Έκτισαν έναν αριστούργημα, ένα μονότοξο γεφύρι με στέρεες βάσεις και με όμορφα σκαλοπάτια στο τόξο, που ανεβοκατέβαιναν με άνεση και ασφάλεια άνθρωποι και ζώα για εκατοντάδες χρόνια.
Νεότεροι τεχνίτες, με την δική τους μαστοριά, ήλθαν και πρόσθεσαν αρμονικά δίπλα του προς την πλευρά του Βελουχιού μια τσιμεντένια γέφυρα για να διαβαίνουν και τα αυτοκίνητα του επαρχιακού δρόμου που ένωνε την Ναύπακτο με το Λιδορίκι και την Άμφισσα .
Για να δυσχεράνουν την αποχώρηση των Γερμανών το 1944, οι Εγγλέζοι ανατίναξαν, ευτυχώς, μόνο την τσιμεντένια γέφυρα. Ο ελληνικός στρατός λίγο αργότερα συναρμολόγησε στην θέση της μια σιδερένια στρατιωτική γέφυρα Μπέιλι.
Προσωπικά μου άρεσε αυτή η γέφυρα και τρελαινόμουν να ακούω τους παράξενους συριγμούς, που προκαλούσαν κυρίως οι χονδροί ξύλινοι δοκοί που κάλυπταν το πάτωμα της γέφυρας , όταν περνούσε κανένα από τα λιγοστά αυτοκίνητα που την διέσχιζαν . Μου άρεσε επίσης να προσπαθούμε να εφαρμόσουμε στη πράξη την θεωρία της ταλάντωσης και του συντονισμού που είχαμε διδαχθεί στη φυσική. Όταν είμασταν μεγάλη παρέα, στοιχιζόμασταν σε στυλ παρέλασης και με συντονισμένο βηματισμό πιστεύαμε ότι θα γκρεμίζαμε την γέφυρα .. Δεν τα καταφέραμε και έτσι έπεσε ο πρώτος σπόρος της αμφισβήτησης θεωριών και δοξασιών, που πολύ με βοήθησε γενικά στην ζωή μου ..
Στην γέφυρα αυτή της είχα δώσει και κάποιες μυθικές διαστάσεις γιατί είχα ακούσει από κάποιο παλιό αξιωματικό του Μηχανικού ότι ο Ο Στρατάρχης Μοντγκόμερυ, Διοικητής των Βρετανικών δυνάμεων στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε δηλώσει πως «Χωρίς τη γέφυρα Μπέιλι, δεν θα είχαμε κερδίσει τον πόλεμο» και εμείς είχαμε στον τόπο μας μια τέτοια γέφυρα !!
Μια μεγάλη φυσική λεκάνη είχε σχηματιστεί ακριβώς κάτω από τις γέφυρες και προς την πλευρά του δρόμου που οδηγεί στο Βελούχι ένα πανέμορφο χωριό που βρίσκεται δυο χιλιόμετρα πιο πάνω ακριβώς κάτω από τις πηγές του ποταμιού .
Σε αυτή την λεκάνη κολυμπούσαμε συχνά τα καλοκαίρια παρόλο που τα νερά ήταν πολύ κρύα, το μπάνιο σε αυτό μέρος ήταν τολμηρή και θαρραλέα πράξη για μας τους νεαρούς . Υπήρχε μάλιστα ένας άτυπος ανταγωνισμός μεταξύ μας για το ποιος θα έκανε πρώτος το πρωινό μπάνιο του.
Σήμερα είμαι εδώ με τον αδελφό μου και θα ήταν το τελευταίο μας μπάνιο, βουτάμε στο ποτάμι πηδώντας από τον ψηλό τοίχο αντιστήριξης του δρόμου, ένιωσα ένα έντονο ρίγος και ένα μούδιασμα σε όλο μου το σώμα και τα σαγόνια να τρέμουν, σήμερα ένιωσα ότι δεν άντεχα το κρύο νερό, δεν είχα το ανάλογο ψυχικό σθένος, βγήκα γρήγορα στην απέναντι όχθη με το Νίκο να με πειράζει για την λιποψυχία μου. Μπορεί να ήταν και έτσι, η ψυχική διάθεση σε ανεβάζει ψηλά ή σε κατεβάζει στα τάρταρα ...και εγώ σήμερα ήμουν στα κάτω.
Άρχισα να τρέχω και να κάνω ασκήσεις σουηδικής γυμναστικής για να συνέλθω ενώ ο Νίκος συνέχιζε να κολύμπα . Όταν αισθάνθηκα καλύτερα πήρα την φωτογραφική μηχανή και τράβηξα μερικές φωτογραφίες. Σε λίγο ακούγονται παράξενοι ήχοι που μοιάζουν με κροτάλισμα και τρίξιμο της γέφυρας, κοιτάζω ψηλά, πάνω προς την γέφυρα και αντικρίζω το λεωφορείο του ΚΤΕΛ που πήγαινε προς το Λιδωρίκι . Το θέαμα είναι υπέροχο, η σκουροπράσινη σιδερόφραχτη γέφυρα, ο μπλε όγκος του λεωφορείου και πιο ψηλά οι μυτερές γκριζοκαφετίζουσες άκρες των βράχων και από δίπλα ένα γκρίζο πέτρινο τόξο με το χαρακτηριστικό πράσινο γείσο από αναρριχώμενο κισσό, συνθέτουν μια απαράμιλλη εικόνα, απολάμβανα εκστασιασμένος.. Δεν είχα ακόμη εκπαιδευτεί να λειτουργώ φωτογραφικά και το δάχτυλο μου δεν πάτησε το κλείστρο της μηχανής . Μόλις χρεώθηκα την πρώτη μου φωτογραφική αποτυχία, το θέμα το χάσαμε, το πουλάκι πέταξε όπως θα έλεγε ένας έμπειρος φωτογράφος ...
Όμως ο νους μπορεί να μην έδωσε την εντολή για το κλικ αλλά κατέγραψε καθαρά και ανεξίτηλα, τόσο καλά αυτή την στιγμή, που πιστεύω πως καμία φωτογραφία δεν θα μπορούσε να αποτυπώσει ...
Είχε βγει και ο Νίκος από το νερό όταν ήλθε και ο φίλος μας ο Κώστας ο γιος του μπάρμπα Μήτσου που είχε το Χάνι στην γέφυρα του Κόκκινου, δυο χιλιόμετρα απ´εδώ. Βούτηξε και αυτός στα κρύα νερά, εγώ χάζευα δυο μικρές πέστροφες που κολυμπούσαν κόντρα στο ρεύμα των νερών. Οι πέστροφες είναι πανέμορφα ψάρια, έχουν μαύρα στίγματα στη ράχη και πράσινο κόκκινα στα πλευρά, τα οποία περικλείονται από ένα λευκό ή ελαφρώς χρωματιστό δαχτυλίδι. Οι πέστροφες ζούσαν κοντά τις πηγές του ποταμού, δηλαδή από το Βελούχι μέχρις εδώ, γιατί προτιμούν νερά κρύα και με πολύ οξυγόνο . Το ποτάμι από το Στενό και προς τα κάτω πλαταίνει και τα νερά του γίνονται αρκετά θερμά.
Αφού βγήκε και ο Κώστας από το νερό, τους πρότεινα να πάμε μια βόλτα μέχρι το Βελούχι, ήταν για μένα το ομορφότερο χωριό της περιοχής και ήθελα αν έχω μια τελευταία οπτική γεύση.
Πήραμε τον μικρό αμαξιτό δρόμο, που μια πλευρά του ακουμπούσε σχεδόν στην κοίτη του ποταμού για περίπου πεντακόσια μέτρα και η άλλη πλευρά ήταν τα πλαγιαστά προς τον δρόμο βράχια που σε κάποια σημεία είχαν κοπεί για να χαραχθεί το οδόστρωμα, δεν πιστεύω πως το κομμάτι αυτό του δρόμου το έβλεπε ποτέ ο ήλιος .
Μετά ο δρόμος έφευγε αριστερά απομακρυνόμενος από το ποτάμι, από το σημείο αυτό αντίκριζες μια πανύψηλη βουνοπλαγιά που στην κορφή φαινόντουσαν κάποια δένδρα και στην βάση είναι οι πηγές του ποταμιού. Ακριβώς από κάτω ήταν κτισμένο το χωριό, στα αριστερά και στα δεξιά μιας μεγάλης ρεματιάς, που αποτελούσε την κοίτη των υδάτων της πηγής που προσπαθούσαν σιγά σιγά να μετατραπούν σε ποτάμι .
Το χωριό ήταν κατάφυτο κυρίως με κερασιές, καρυδιές και δαμασκηνιές και λεύκες, από τις αυλές όλων των σπιτιών περνούσε κανάλι με την μορφή μικρού ρυακιού που έτρεχε μονίμως νερό και με το όποιο πότιζαν οι ευτυχείς κάτοικοι τα περιβόλια τους .
Μπαίνοντας στο χωριό συναντήσαμε έναν μεγάλο νερόμυλο με ένα μεγάλο πλάτανο στην αυλή και δίπλα του μια νεροτριβή ή όπως την έλεγαν οι ντόπιοι, ντριστίλα. Εδώ έφερναν τα μάλλινα, που έφτιαχναν στους αργαλειούς, για να μαλακώσουν στη δίνη του περιστρεφόμενου νερού που ερχόταν με ορμή από ψηλότερα. Καθίσαμε στην αυλή του μύλου και αμέσως ο μυλωνάς άρχισε την ανάκριση από που είμαστε, τίνος είμαστε και τι θέλουμε στο χωριό.
Περάσαμε επιτυχώς την εξέταση και μάλιστα ήθελε να μας κεράσει και λουκούμι από ένα τρισάθλιο κουτί, που είχε ακουμπισμένο σε μια αραχνιασμένη εγκοπή του τοίχου.
Αρνηθήκαμε την προσφορά και συνεχίσαμε προς την γέφυρα που ένωνε τις δυο όχθες του ρέματος. Απέναντι από τον μύλο υπήρχε ένα όμορφο καλοδιατηρημένο σπίτι που μόλις έπεσε η ματιά μας πάνω του όλοι με μια φωνή είπαμε :
-Να το σπίτι του δασκάλου, θυμόσαστε που πριν τρία καλοκαίρια ήλθαμε εδώ και κλέψαμε από την αυλή τις δυο μπάλες ... Οι μπάλες ήταν δυσεύρετες εκείνη την εποχή αλλά η επιθυμία για παιγνίδι και ειδικά για ποδόσφαιρο ήταν τόσο μεγάλη που σκαρφιζόμασταν απίθανα πράγματα για φτιάξουμε κάποια χειροποίητη μπάλα .
Ένα μεσημέρι έρχεται ο Κώστας και μου λέει:
-Στο Βελούχι, που πήγα χθες με την μάνα μου στο μύλο, είδα δυο μπάλες παραπεταμένες στην αυλή του δάσκαλου, πάμε να τις πάρουμε, κοιμούνται όλοι τα μεσημέρια δεν θα μας δει κανείς.
-Μα δεν είναι σωστό άρχισα να του λέω .
-Ο δάσκαλος μου λέει έχει δυο κόρες,τα κορίτσια δεν παίζουν με τις μπάλες άχρηστες τους είναι,ενώ σε μας ..
ομολογώ με έπεισε χωρίς δεύτερη κουβέντα και ξεκινήσαμε για την επιχείρηση «απαλλοτρίωση μπάλας από το διπλανό χωριό».
Τσιλιαδόρος εγώ και εκτελεστής ο Κώστας οι μπάλες, μια ποδοσφαίρου και μια μπάσκετ - και δυο χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά για ποδόσφαιρο - μετακόμισαν από το Βελούχι στα δικά μας γήπεδα σπαρμένα μάλιστα με τριφύλλι. Ελπίζω τα κορίτσια του δασκάλου, εξαίρετος άνθρωπος και άριστος παιδαγωγός, να μην χρησιμοποιούσαν τις μπάλες και να μας συγχωρέσουν για το θράσος μας να τις κλέψουμε μέσα από την αυλή τους ..
Συνεχίσαμε περιδιαβαίνοντας το χωριό και αποτυπώναμε τις ομορφιές του και ακούγαμε το κελάρυσμα των νερών που έτρεχαν παντού.
Φθάσαμε μέχρι το μαγαζί του Σίδερη, όπου για πολλά χρόνια ερχόμασταν στο πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου.
Ηλεκτρικό ρεύμα δεν είχε το χωριό, όπως άλλωστε δεν είχαν σχεδόν όλα τα χωριά της επαρχίας, όμως στο πανηγύρι είχε την πιο κρύα μπίρα χάρις στα κρύα νερά που έτρεχαν σε όλα τα κανάλια και τα αυλάκια του χωριού. Ο μαγαζάτορας άφηνε στο νερό το καφάσι με τις μπίρες και τα άλλα αναψυκτικά και σε πέντε λεπτά είχαν «παγώσει». Εδώ σε αυτό το μαγαζί στο πανηγύρι του 1969 είχα πρωτοδοκιμάσει κόκα κόλα, μου άρεσε τόσο πολύ που θέλοντας να συναγωνιστώ τους μεγάλους που έπιναν μπίρες,κατανάλωσα όλο το βράδυ 18 μπουκάλια. Πέρασαν μέρες για να απαλλαγώ από το τρέμουλο και το μούδιασμα των ούλων.
Διαβάζοντας χρόνια αργότερα για την είσοδο της κόκα κόλα στην Ελλάδα, που την έφερε ο Τομ Πάπας, με εντυπωσίασε το γεγονός ότι στα ράφια των αθηναϊκών καταστημάτων, πρωτοεμφανίστηκε στις 10 Αυγούστου 1969 και σε μια τόσο απομακρυσμένη και απομονωμένη περιοχή και μάλιστα χωρίς την ύπαρξη ψυγείων έφθασε σχεδόν ταυτόχρονα. Στο πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου είχαμε κόκα κόλες στο Βελούχι. Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι άλλο από το ποσό επιθετικό μάρκετινγκ εφάρμοζε η κόκα κόλα και στην Ελλάδα από τα πρώτα βήματα της!
Βγήκαμε από το χωριό από την νοτιοανατολική πλευρά και αποφασίσαμε να ακολουθήσουμε την πορεία του ποταμιού μπήκαμε μέσα στην κοίτη ,πολύ νερό δεν είχε αυτή την εποχή και ήταν σχετικά εύκολο το περπάτημα. Το ψυχρό νερό έφτανε το πολύ μέχρι τα γόνατα μας, ήταν πολύ καθαρό και βλέπαμε τα φοβισμένα ψάρια να κάνουν διάφορους ελιγμούς αριστερά και δεξιά μας.
Συνεχίσαμε να περπατάμε μέσα στο ποτάμι και σε λίγο από την δυτική όχθη μέσα από μια συστάδα καλαμιών ακούμε κάποιον να μας φωνάζει, πλησιάσαμε ήταν αρκετά επιθετικός και ζητούσε να του πούμε ποιοι είμαστε και τι γυρεύουμε εκεί και πριν προλάβουμε να του απαντήσουμε όρμησε προς το μέρος μας απειλητικά φωνάζοντας:
-αλήτες εσείς μου κλέψατε την καλαμωτή θα σας δείξω εγώ τώρα . ..
Καλαμωτή ήταν μια κατασκευή από καλάμια σε σχήμα ανοιχτού χωνιού που την χρησιμοποιούσαμε για το ψάρεμα .
Φύγαμε τρέχοντες τρομαγμένοι προς την κατεύθυνση του Στενού, ηρεμήσαμε όταν κάποια στιγμή κοιτάξαμε πίσω μας και διαπιστώσαμε ότι δεν μας ακολουθούσε.
-Καταλάβατε ποιος ήταν αυτός; Ρωτά ο Κώστας.
Όπως έβλεπα αυτό το ωραίο θέαμα θυμήθηκα την πρώτη φορά που πέρασα την στρατιωτική γέφυρα και αντίκρισα αυτή την επιβλητική βραχοσχισμή με το μονότοξο πέτρινο γεφύρι. Πρέπει να ήμουν έξι η επτά χρονών όταν η γιαγιά μου η Μαρία με είχε φορτωθεί στην πλάτη της για να με μεταφέρει στο Λιδωρίκι όπου θα με εξέταζε ο γιατρός . Βέβαια δεν ήμουν άρρωστος αλλά σκαρφίστηκα έναν φοβερό πονόκοιλο για να αναγκάσω την γιαγιά να με πάει στο Λιδωρίκι για να το γνωρίσω .
Άκουγα από τους μεγάλους ότι το Λιδωρίκι ήταν μια μεγάλη πόλη με πολλά μαγαζιά που έβρισκες πράγματα που δεν υπήρχαν στο χωριό, παγωτά, γλυκά, ψωμί λευκό, χάσκο το έλεγαν. Μια φορά μάλιστα άκουσα τον πατέρα μου να λέει ότι ένα βράδυ στην πλατεία σε ένα μεγάλο σεντόνι κρεμασμένο σε ένα τοίχο έβλεπε ανθρώπους να πολεμάμε, άκουγε τις φωνές τους, αυτοκίνητα να τρέχουν, αεροπλάνα να ρίχνουν βόμβες, αυτός είναι ο κινηματογράφος είπε στην μάνα μου .
Με τέτοια ακούσματα και την παιδική μου φαντασία να οργιάζει δεν ήθελε και πολύ το Λιδωρίκι να πάρει στο μυαλό μου μυθικές διαστάσεις. Η έμφυτη έντονη περιέργεια μου με οδήγησε να βάλω την γιαγιά να με κουβαλά στη πλάτη της πάνω από έξι χιλιόμετρα. Αν φανταζόταν η γιαγιά τι είχα σκαρφιστεί θα με είχε πετάξει από την γέφυρα στο ποτάμι.
Κάτι τέτοιο βέβαια δεν τόλμησε να κάνει η μάνα του Μακρυγιάννη όταν σχεδόν εκατό χρόνια πριν, όταν έπρεπε να περάσει πέτρινη γέφυρα με τους φυγάδες χωριανούς της, όπως γράφει με την χαρακτηριστική γραφή του ο ίδιος ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματα του:
«Οι Τούρκοι του Αλήπασσα θέλαν να μας σκλαβώσουνε. Τότε δια νυχτός όλη η φαμελιά και όλο μας το σόι σηκώθηκαν και έφυγαν και ήθα παγαίνουν εις την Λιβαδειά να ζήσουνε εκεί. Θα πέρναγαν από ᾿να γιοφύρι του Λιδορικιού ονομαζόμενον Στενό δεν πέρναγε από άλλο μέρος το ποτάμι. Εκεί φύλαγαν οι Τούρκοι να περάσουν να τους πιάσουνε, και δεκοχτώ ημέρες γκιζερούσαν εις τα δάση όλοι κ’ έτρωγαν αγριοβέλανα και εγώ βύζαινα κ’ έτρωγα αυτό το γάλα. Μην υποφέρνοντας πλέον την πείνα, αποφάσισαν να περάσουνε από το γιοφύρι, και ως βρέφος εγώ μικρό, να μην κλάψω και χαθούνε όλοι, αποφάσισαν και με πέταξαν εις το δάσος, εις τον Κόκκινον ονομαζόμενον, και προχώρεσαν δια το γιοφύρι. Τότε μετανογάει η μητέρα μου και τους λέγει “Η αμαρτία του βρέφου θα μας χάση”, τους είπε, “περνάτε εσείς και σύρτε εις το τάδε μέρος και σταθήτε... το παίρνω κι᾿ αν έχω τύχη και δεν κλάψη, διαβαίνομε”... η μητέρα μου κι᾿ ο Θεός μας έσωσε. Αυτά όλα τα ᾿λεγε η μητέρα μου και οι άλλοι συγγενείς».
Έτσι η γέφυρα του Στενού απέκτησε και ένα δεύτερο όνομα, του Μακρυγιάννη το γεφύρι. Αμφιβάλω βέβαια, αν οι περισσότεροι άνθρωποι γνώριζαν το γιατί.
Ευτυχώς για μας τους μαθητές εκείνης της περιόδου η τύχη μας ευνόησε να έχουμε δυο φιλόλογους που η διδασκαλία τους ξέφευγε από τα στενά όρια των σχολικών βιβλίων και έτσι γνωρίσαμε σε βάθος τον μεγάλο συμπατριώτη μας αγωνιστή του 21 και λόγιο Γιάννη Μακρυγιάννη .
Έριξα μια τελευταία ματιά προς το γεφύρι και πρόσεξα τον μετρητή που ήταν τοποθετημένος στη βάση της γέφυρας. Ένα εργαλείο που μετρούσε την στάθμη του νερού, είχε τοποθετηθεί εκεί από το υπουργείο δημοσίων έργων τουλάχιστον μια δεκαετία πριν . Κάθε μέρα ο Θανάσης που ήταν και αρμόδιος και για την λειτουργία του τουριστικού Ξενία, που ήταν σχεδόν δίπλα, πήγαινε και κατέγραφε την στάθμη και έστελνε τις μετρήσεις στην Αθήνα.Οι μετρήσεις αυτές βοήθησαν τους μελετητές να αποδείξουν ότι η λίμνη που θα κατασκευαζόταν θα έχει την απαιτούμενη επάρκεια νερού. Ασυναίσθητα πήρα μια πέτρα και την έριξα προς την πλευρά του μετρητή και ακούσθηκε ο ήχος της λαμαρίνας σαν ένας τελευταίος χαιρετισμός ...
Ανεβήκαμε στον αμαξιτό δρόμο περάσαμε μπροστά από το Ξενία και σε λίγα μέτρα χωρίσαμε, ο Κώστας συνέχισε στην δημοσιά προς το δικό του σπίτι , το Χάνι που ήταν στην γέφυρα του Κόκκινου και εγώ και ο αδελφός μου πήραμε το μονοπάτι που οδηγούσε στο σπίτι μας .
Οκτώβρης 2019
πόνημα δημιουργικής γραφής,
Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019
Πενταγιώτες Αγωνιστές κατά την επανάσταση του εικοσιένα
του επίτιμου δικηγόρου, Ιωάννη Κατσόγιαννου
Με τον όρο «Αγωνιστές» νoούμε τους Έλληνες και Φιλέλληνες που έλαβαν μέρος στην Επανάσταση του 1821 και προσέφεραν ηθικές ή υλικές θυσίες κατά τη διεξαγωγή της. Είναι αμφίβολο αν ο όρος χρησιμοποιήθηκε με την έννοια αυτή, κατά τη διάρκεια του αγώνα. Με την έλευση του Καποδίστρια οι αγωνιστές απετέλεσαν άτυπη ομάδα και με τη συνδρομή στελεχών της Επανάστασης, πρωτοστατούντος μάλιστα του κοντοχώριτη μας Γιάννη Μακρυγιάννη, κατόρθωσαν να επιβάλουν την αναγνώρισή τους. Για να καταστεί δυνατή η πραγματοποίηση της είχαν συγκροτηθεί και λειτουργήσει δύο Επιτροπές Εκδουλεύσεων, η πρώτη το έτος 1843 και η δεύτερη το 1864, καρπός της εργασίας των οποίων υπήρξε το «Αρχείον Αγωνιστών» στους φακέλους του οποίου περιέχονται τα κατά νόμον στοιχεία και τα ονόματα των αγωνιστών. Το αρχείο αυτό παραδόθηκε στο Τμήμα Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης όπου και τηρείται. Προκύπτει συνεπώς ότι η έννοια των «αγωνιστών» στους οποίους εδώ αναφερόμαστε, δεν είναι «οι Έλληνες μικροί- μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες οι οποίοι με την έκρηξη της Επανάστασης άρπαξαν τα όπλα και πολέμησαν ανδρειωμένα τον Τούρκο» αλλά αφορά σε αγωνιστές των οποίων η εν γένει δράση είχε κριθεί από τις παραπάνω Επιτροπές, με τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια που είχαν τεθεί από το ελεύθερο ελληνικό κράτος. Στην ουσία επρόκειτο περί ανθρώπων οι οποίοι τόσον κατά τη διάρκεια της επαναστάσεως όσον και αρκετούς χρόνους κατά την προετοιμασία της και την ολοκληρωτική λήξη της, έζησαν και έδρασαν σε καθεστώς πολεμικών επιχειρήσεων, προσέφεραν μεγάλες εθνικές υπηρεσίες, αγωνίστηκαν και στερήθηκαν τα πάντα για να μας δημιουργήσουν πατρίδα ελεύθερη και τότε άρχιζαν, ως ιδιώτες πλέον, τον καθημερινό αγώνα της ζωής. Στοιχειώδες καθήκον μας είναι να γνωρίζουμε τουλάχιστον τα ονόματά τους, για ιστορική μνημόνευση και εις ένδειξη τιμής και ευγνωμοσύνης. Τα ονόματα των αγωνιστών αυτών για την περιοχή μας όπως και περισσότερες λεπτομέρειες επί του θέματος, εκτός από το Αρχείο της Εθνικής Βιβλιοθήκης έχουν περιληφθεί και σε διάφορα πονήματα Δωριέων και εν γένει Φωκέων συγγραφέων, που έχουν ασχοληθεί με τοπικά θέματα όπως είναι και οι Γεώργιος Ε.Καψάλης, Γεώργιος Ι. Παπαϊωάννου και Ευθύμιος Ν. Σταθόπουλος.
Στον παρακάτω κατάλογο παρατίθενται κατά αλφαβητική σειρά τα ονόματα των καταγόμενων από τους Πενταγιούς αγωνιστών, χωρίς να αναφέρονται τα αξιώματα, βαθμοί ή άλλα χαρακτηριστικά:
1 Αγγελής η Αγγέλης Νικόλαος
2 Αθανασόπουλος Γιαννέλος
3 Αθανασόπουλος Ηλίας
4 Αρμύρος Αθανάσιος
5 Αρμυρός Ηλίας
6 Βασιλακόπουλος Γεώργιος
7 Γριβάκης η Γεωργίου Αναστάσιος
8 Γρίβας Αθανάσιος
9 Γρίβας Σπυρίδων
10 Ζούζουλας Κωνσταντίνος
11 Θεοδωρόπουλος η Αρμύρος Ηλίας
12 Καΐλας Αναστάσιος
13 Κακαβάς Ιωάννης
14 Καμπεροπουλος Αγγελής
15 Καραγκούνης Κωνσταντίνος
16 Καρράς Αναστάσιος
17 Καρράς Γεώργιος
18 Καρράς Ζήσιμος
19 Κασβίκης Δημήτριος
20 Κατσόγιαννος Παναγιώτης
21 Κελεπούρης Κωνσταντίνος
22 Κλώντζας η Κλώσσας Γεώργιος
23 Κλώτζας Ιωάννης
24 Κουρσουμόπουλος η Κουμουσόπουλος Δήμος
25 Κωνσταντίνου Κοσμάς
26 Κωσταντίνου Νικόλαος
27 Μαραζιάρης Γεώργιος
28 Μουστάκας Ιωάννης
29 Μουστάκας Κωνσταντίνος
30 Μπαλωμένος Ιωάννης
31 Μπίκας Δήμος
32 Νίκου Δρόσος
33 Παγκάκης Κωνσταντίνος
34 Παγκάκης Νικόλαος
35 Παναγόπουλος Κωνσταντίνος
36 Παπαγεωργίου Ιωάννης
37 Παπαγεωργίου Νικόλαος
38 Παπαγεωργίου Παναγιώτης
39 Παπαγεωργίου Παπακώστας
40 Πάπαρης Ιωάννης
41 Παπατσώρης Αθανάσιος
42 Πατρώνας Νικόλαος
43 Πλατανιώτης Νικόλαος
44 Ρέζος η Ρόζος Ασημάκης
45 Ρίγανης Αθανάσιος
46 Ρίγανης Αλέξανδρος
47 Σανιδάς Ιωάννης
48 Σούκος Δημήτριος
49 Σώκος η Σούκος Κωνσταντίνος
50 Τζελέπης Ιωάννης
51 Τσιλίκης Κωνσταντίνος
52 Τζώρης Κωνσταντίνος
53 Τσεργάς Θεόδωρος
54 Τσεργάς Παναγιώτης
55 Χαλβατζής Γεώργιος
56 Χαρατσής Αθανάσιος
57 Χονδρός Νικόλαος
58 Ψιμάρας Ιωάννης
59 Ψιμάρας Κωνσταντίνος
Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2018
Εορταστική Εκδήλωση της Γενναδείου Βιβλιοθήκης με τον Σύλλογο Κροκυλιωτών
Η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη και ο Σύλλογος Κροκυλιωτών "Ο Μακρυγιάννης"
σας προσκαλούν σε εορταστική εκδήλωση
με την ευκαιρία της ολοκλήρωσης της έκθεσης
"Ιωάννης Μακρυγιάννης, Ζωντανή έκφραση"
Θα πραγματοποιηθεί προβολή ταινίας μικρού μήκους του Παρασκευά Μπακαρέζου
Θα πραγματοποιηθεί προβολή ταινίας μικρού μήκους του Παρασκευά Μπακαρέζου
"Γιάννης Μακρυγιάννης - Αβορίτι 1797 - 1804"
προλογίζει ο Κώστας Γραβάνης
Τετάρτη 11 Ιουλίου 2018
Ξενάγηση στη νέα πτέρυγα Ιωάννης Μακρυγιάννης της Γενναδείου
Ο Σύλλογος Κροκυλιωτών Ο Μακρυγιάννης
προσκαλεί μέλη και φίλους,
την Πέμπτη 12 Ιουλίου και ώρα 18:00,
να ξεναγηθούν στην έκθεση "Ιωάννης Μακρυγιάννης. Ζωντανή έκφραση"
για
να δουν από κοντά τους 24 εμβληματικούς πίνακες που ο Μακρυγιάννης
ανέθεσε στους λαϊκούς ζωγράφους Παναγιώτη και Δημήτριο Ζωγράφο και
«εξιστορούν» επεισόδια από την Επανάσταση του 1821.
Η έκθεση φιλοξενείται στη νεά πτέρυγα ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ της Γενναδείου Βιβλιοθήκης
που ανεγέρθηκε από το Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών
με την γενναία υποστήριξη του Ιδρύματος Οικογενείας Μακρυκώστα.
(Κωνσταντίνος, Marie και Γιώργος Μακρυκώστας)
Η ξενάγηση είναι μία ευγενική προσφορά της Διευθύντριας της βιβλιοθήκης Μαρίας Γεωργοπούλου.
Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Σουηδίας 61, Αθήνα 106 76
Σάββατο 9 Ιουνίου 2018
Εγκαινιάστηκε η νέα πτέρυγα "Ιωάννης Μακρυγιάννης" της Γενναδείου Βιβλιοθήκης
Με ιδιαίτερη λαμπρότητα πραγματοποιήθηκαν το Σάββατο 2 Ιουνίου 2018, τα επίσημα εγκαίνια της νέας πτέρυγας της Γενναδείου Βιβλιοθήκης, που ανήκει στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών και η οποία ονομάστηκε "Ιωάννης Μακρυγιάννης".
Ιδιαίτερη όμως περηφάνεια για όλους εμάς τους Κροκυλιώτες, μας έδωσε το
γεγονός ότι στην χρηματοδότηση του έργου συνέβαλλε με μία γενναία δωρεά
ύψους 1,5εκ. δολαρίων, ο κ. Ντίνος Μακρυκώστας με την σύζηγό του Μαρί και τον γιο του Γιώργο, τιμώντας έτσι το Κροκύλειο που είναι και ο τόπος καταγωγής της μητέρας του κ. Μακρυκώστα.
![]() |
| Από το εσωτερικό της νέας πτέρυγας |
Τα εγκαίνια της νέας πτέρυγας προγραμματίστηκαν μαζί με την καταπληκτική έκθεση "Ιωάννης Μακρυγιάννης: Ζωντανή έκφραση",
που βασίστηκε στους 24 πίνακες που είχε παραγγείλει ο Μακρυγιάννης
στους λαϊκούς ζωγράφους Παναγιώτη και Δημήτριο Ζωγράφο και βρίσκονται
στην κατοχή της Γενναδείου. Οι πίνακες που εικονογραφούν την ελληνική
επανάσταση για την Ανεξαρτησία, όπως ακριβώς τις περιέγραψε στα
Απομνημονεύματά του, βρισκόντουσαν στις αποθήκες της Γενναδείου και
αποτέλεσαν το έναυσμα για την οικογένεια Μακρυκώστα να προχωρήσει στη
συγκεκριμένη δωρεά και να ονομάσει τη νέα πτέρυγα Ιωάννη Μακρυγιάννη,
τιμώντας έτσι τον μεγάλο Στρατηγό.
![]() |
| Αναμνηστικά δώρα απονέμονται στο Ντίνο (μπροστά αριστερά) και Γιώργο Μακρυκώστα (δεξιά) |
Οι
σκηνές ζωγραφίστηκαν πρώτα σε ξύλο και μετά αντιγράφηκαν σε χαρτί σε
τέσσερις σειρές, που ο Μακρυγιάννης προσέφερε στον Όθωνα, και στους
αρχηγούς των τριών μεγάλων δυνάμεων: τον τσάρο Νικόλαο Β΄, την Βασίλισσα
Βικτωρία της Αγγλίας και τον Λουδοβίκο Φίλιππο της Γαλλίας. Από τις
τέσσερις σειρές γνωστές σήμερα είναι μόνο δύο: της Γενναδείου (που ανήκε
στον Όθωνα) και της Βασίλισσας Βικτωρίας, που βρίσκεται στον Πύργο του
Windsor.
Εκτός από τους
πίνακες, η έκθεση περιλάμβανε επίσης, αρχειακό υλικό σχετικό με τη ζωή
και τη δράση του Στρατηγού Μακρυγιάννη, καθώς και προσωπικά του
αντικείμενα, που έχουν ευγενικά δανείσει για την πραγματοποίηση της
έκθεσης το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, τα Ιστορικά Αρχεία του Μουσείου
Μπενάκη, τα Γενικά Αρχεία του Κράτους και το Ίδρυμα Σύλβιας Ιωάννου.
Παράλληλα παρουσιάστηκε έκδοση υψηλής αισθητικής ποιότητας και
επιστημονικής αξίας, προϊόν συνεργασίας της Γενναδείου Βιβλιοθήκης και
των εκδόσεων Καπόν, με ομώνυμο τίτλο και σκοπό τον επαναπροσδιορισμό του
μοναδικού εικαστικού συνόλου των πινάκων του Μακρυγιάννη, την ανάδειξη
του χρονικού της αγοράς του από τον Ιωάννη Γεννάδιο και τη σφαιρική
παρουσίαση όλου του υλικού.
Κατά
τη διάρκεια των εγκαινείων, παρουσιάστηκαν στο σύγχρονο αμφιθέατρο της
Γενναδείου, επιλεγμένα αποσπάσματα από τα απαμνημονεύματα του
Μακρυγιάννη, από το Ελληνικό Θέατρο του Γιάννη Σιμωνίδη, με τον
τελευταίο να μεταφέρει τον λόγο του Μακρυγιάννη με έναν αυθεντικό και
ρουμελιώτικο τρόπο.
Στα εγκαίνια που συμμετείχε πλήθος κόσμου, παρώντες ήταν ο πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών Τζέφρι Πάιατ, ο Ηγούμενος της Μονής Πετράκη Ιάκωβος Μπιζαούρτης και ο καταγόμενος από το Κροκύλειο Αρχιμανδρίτης Δωρόθεος Κιούσης. Παρόντες από την περιοχή μας ήταν επίσης ο Βουλευτής Φωκίδας του ΣΥΡΙΖΑ κ. Κωστοπαναγιώτου Ηλίας, ο Δήμαρχος Δωρίδας κ. Καπεντζώνης Γεώργιος, ο Αντιδήμαρχος Βαρδουσίων κ. Παλασκώνης Κωνσταντίνος, ο Εκπρόσωπος της Κοινότητας κ. Αυγερόπουλος Κωνσταντίνος, ο πολιτευτής της Ν.Δ. κ. Χαλιορής Κωνσταντίνος, ο Πρόεδρος του Συλλόγου κ. Γραββάνης Ευάγγελος και ο Αντιπρόεδρος κ. Μαυραγάνης Δημήτριος.
Η έκθεση θα είναι ανοικτή για το κοινό από την Τρίτη 5 Ιουνίου έως και το Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2018 σύμφωνα με το ακόλουθο ωράριο:
Τρίτη: 11.00-17.00
Τετάρτη: 11.00-17.00
Πέμπτη: 13.00-20.00
Παρασκευή: 11.00-17.00
Σάββατο: 11.00-17.00
Τρίτη: 11.00-17.00
Τετάρτη: 11.00-17.00
Πέμπτη: 13.00-20.00
Παρασκευή: 11.00-17.00
Σάββατο: 11.00-17.00
![]() |
| Η στολή του Γιάννη Μακρυγιάννη, μεταφέρθηκε στην έκθεση για την περίσταση των εγκαινίων |
Πηγή: http://www.krokilio.gr
Κυριακή 20 Μαΐου 2018
Ανακοινώθηκε το πρόγραμμα του φεστιβάλ Δελφών με δύο παραστάσεις στο Κροκύλειο
![]() |
| Το Φεστιβάλ Δελφών 2018 έρχεται! Το λάλον ύδωρ. Σύγχρονοι Έλληνες συνθέτες και λόγος ελληνικός. 15-30 Ιουνίου & 11-12 Αυγούστου σε επιλεγμένους χώρους των Δήμων Δελφών και Δωρίδας. |
Το Φεστιβάλ Δελφών είναι ένας καινούριος θεσμός από το Δίκτυο Δελφών που φιλοδοξεί να αποτελέσει βήμα ανάδειξης ενός
σημαντικού και ιδιαίτερου τόπου, που ήταν κάποτε το κέντρο του αρχαίου
κόσμου. Από τις 15 έως τις 30 Ιουνίου, και με δορυφορικές εκδηλώσεις
στις 11 και 12 Αυγούστου, μουσικά και θεατρικά δρώμενα θα παρουσιαστούν
σε επιλεγμένους χώρους των Δήμων Δελφών και Δωρίδας, αναδεικνύοντας τον
πολιτιστικό πλούτο, το φυσικό κάλλος και την πλούσια ιστορία της
περιοχής των Δελφών, της Άμφισσας, της Ιτέας, του Γαλαξιδίου και της
Δωρίδας.
Παρασκευή 27 Απριλίου 2018
Σαν σήμερα το 1864 πέθανε ο Στρατηγός Μακρυγιάννης
Ο Ιωάννης Τριανταφυλλοδημήτρης του Δημητρίου και της Βασιλικής γεννήθηκε στο Κροκύλειο Δωρίδας,σε παιδική ηλικία όμως κατέφυγε με την οικογένειά του στη Λιβαδειά, μετά από το φόνο του πατέρα του από τους Τούρκους. Πέρασε επώδυνα και στερημένα παιδικά χρόνια. Από το 1804 ως το 1811 εργάστηκε ως ψυχογιός.Το 1811 εγκαταστάθηκε στην Άρτα, όπου εργάστηκε αρχικά ως επιστάτης στο σπίτι του Θανάση Λιδωρίκη και στη συνέχεια έκανε περιουσία ως έμπορος. Το 1820 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην Επανάσταση. Πολέμησε σε πολλές μάχες, τραυματίστηκε πολλές φορές, συχνά βαριά.
Οι πληγές του οδήγησαν το κορμί του σε σταδιακή σήψη, η οποία τον συνόδεψε για την υπόλοιπη ζωή του. Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους και την άφιξη του Καποδίστρια διορίστηκε γενικός αρχηγός της εκτελεστικής δύναμης της Πελοποννήσου, θέση την οποία έκρινε ως υποτιμητική της προσφοράς του και η οποία τον οδήγησε σε πικρία. Την περίοδο εκείνη ο Μακρυγιάννης έμαθε να γράφει, ώστε να μπορέσει να γράψει τα Απομνημονεύματά του, τα οποία θεωρήθηκαν από τους ιστορικούς της νεοελληνικής λογοτεχνίας ως πρότυπο γλωσσικού ύφους και αφηγηματικής τεχνικής και τον τοποθέτησαν στο χώρο του έντεχνου λόγου.
Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, τον οποίο θεωρούσε υπαίτιο για την άδικη στάση του κράτους έναντι των αγωνιστών του ’21 τάχθηκε υπέρ των Συνταγματικών. Απογοήτευση δοκίμασε και από τη στάση του Όθωνα και αποσύρθηκε στο σπίτι του στη σημερινή περιοχή της Αθήνας που φέρει το όνομά του, μαζί με τη γυναίκα του Αικατερίνη Σκουζέ, με την οποία απέκτησε δώδεκα παιδιά.
Επανήλθε στον πολιτικό χώρο λίγο αργότερα και ως το 1834 εκλέχτηκε κατ’ επανάληψιν δημοτικός σύμβουλος της πρωτεύουσας. Οι ενέργειές του για παραχώρηση Συντάγματος οδήγησαν σε κατ’ οίκον περιορισμό του, συνέχισε ωστόσο να αγωνίζεται και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843.
Το 1853 φυλακίστηκε με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας και αποφυλακίστηκε ένα χρόνο αργότερα με ενέργειες του Δ.Καλλέργη. Από τότε αποσύρθηκε στο σπίτι του και μόνο μετά την έξωση του Όθωνα ξαναπήρε τιμητικά τον τίτλο του υποστράτηγου και το 1864 του αρχιστράτηγου. Την ίδια χρονιά εκλέχτηκε πληρεξούσιος Αττικής με απόφαση της Εθνικής Συνέλευσης.
Πέθανε στην Αθήνα από εξάντληση στις 27 Απριλίου του 1864. Στο λογοτεχνικό του έργο ανήκουν επίσης τα Οράματα και θάματα, γραμμένα κατά τη διετία 1851-1852.
Οι πληγές του οδήγησαν το κορμί του σε σταδιακή σήψη, η οποία τον συνόδεψε για την υπόλοιπη ζωή του. Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους και την άφιξη του Καποδίστρια διορίστηκε γενικός αρχηγός της εκτελεστικής δύναμης της Πελοποννήσου, θέση την οποία έκρινε ως υποτιμητική της προσφοράς του και η οποία τον οδήγησε σε πικρία. Την περίοδο εκείνη ο Μακρυγιάννης έμαθε να γράφει, ώστε να μπορέσει να γράψει τα Απομνημονεύματά του, τα οποία θεωρήθηκαν από τους ιστορικούς της νεοελληνικής λογοτεχνίας ως πρότυπο γλωσσικού ύφους και αφηγηματικής τεχνικής και τον τοποθέτησαν στο χώρο του έντεχνου λόγου.
Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, τον οποίο θεωρούσε υπαίτιο για την άδικη στάση του κράτους έναντι των αγωνιστών του ’21 τάχθηκε υπέρ των Συνταγματικών. Απογοήτευση δοκίμασε και από τη στάση του Όθωνα και αποσύρθηκε στο σπίτι του στη σημερινή περιοχή της Αθήνας που φέρει το όνομά του, μαζί με τη γυναίκα του Αικατερίνη Σκουζέ, με την οποία απέκτησε δώδεκα παιδιά.
Επανήλθε στον πολιτικό χώρο λίγο αργότερα και ως το 1834 εκλέχτηκε κατ’ επανάληψιν δημοτικός σύμβουλος της πρωτεύουσας. Οι ενέργειές του για παραχώρηση Συντάγματος οδήγησαν σε κατ’ οίκον περιορισμό του, συνέχισε ωστόσο να αγωνίζεται και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843.
Το 1853 φυλακίστηκε με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας και αποφυλακίστηκε ένα χρόνο αργότερα με ενέργειες του Δ.Καλλέργη. Από τότε αποσύρθηκε στο σπίτι του και μόνο μετά την έξωση του Όθωνα ξαναπήρε τιμητικά τον τίτλο του υποστράτηγου και το 1864 του αρχιστράτηγου. Την ίδια χρονιά εκλέχτηκε πληρεξούσιος Αττικής με απόφαση της Εθνικής Συνέλευσης.
Πέθανε στην Αθήνα από εξάντληση στις 27 Απριλίου του 1864. Στο λογοτεχνικό του έργο ανήκουν επίσης τα Οράματα και θάματα, γραμμένα κατά τη διετία 1851-1852.
Τρίτη 27 Μαρτίου 2018
Κατάθεση στεφάνου από το Ψηλό Χωριό στον Άγνωστο Στρατιώτη
Κατάθεση στεφάνου στον Άγνωστο Στρατιώτη, έκανε ο Πρόεδρος του Συλλόγου Υψηλοχωριτών Δωρίδας κ. Χρήστος Μητρόπουλος, στις 11 Μαρτίου. Η κατάθεση πραγματοποιήθηκε αμέσως μετά την εκδήλωση της Δωρικής
Αδελφότητας που έγινε με αφορμή την συμπλήρωση 175 χρόνων από το πρώτο Σύνταγμα το 1843
που κατέθεσε ο στρατηγός Μακρυγιάννης.
Τρίτη 27 Ιουνίου 2017
Πορτραίτα Ηρώων της Δωρικής Αδελφότητας
Τα χωριά, οι Σύλλογοί τους και η Ομοσπονδία Συλλόγων Β/Δ Δωρίδας μπορούν δικαιολογημένα να υπερηφανεύονται για το πλήθος των ηρώων που έβγαλαν, με προεξέχοντες φυσικά τον Γιάννη Μακρυγιάννη και τον Αθανάσιο Διάκο, αλλά δεν είναι οι μόνοι. Η Δωρική Αδελφότητα χρησιμοποιεί με υπερηφάνεια τα πορτραίτα των δύο αυτών ηρώων στο λογότυπό της και σε όλα τα έγγραφά της. Παρουσιάζουμε τους δύο αυτούς πίνακες, που κοσμούν τα γραφεία της Δωρικής Αδελφότητας και που έχουν φιλοτεχνηθεί από τον Λουκά Λιάκο. Θυμίζουμε τέλος ότι προς τιμήν των ηρώων, οι Πολιτιστικοί Σύλλογοι Κροκυλείου και Αρτοτίνας διοργανώνουν τις αξιόλογες πολιτιστικές εκδηλώσεις Μακρυγιάννεια και Διάκεια αντίστοιχα.
| Ιωάννης Μακρυγιάννης, Λουκάς Λιάκος (1977) |
| Αθανάσιος Διάκος, Λουκάς Λιάκος (1986) |
Δευτέρα 29 Μαΐου 2017
Ο Δήμος Δωρίδας αδελφοποιείται με τους Δήμους του Βύρωνα και του Μεσολογγίου
Στην αδελφοποίηση με τους Δήμους του Βύρωνα Αττικής και του Μεσολογγίου προχωρά ο Δήμος Δωρίδας με απόφαση που θα παίρνει σήμερα το Δημοτικό Συμβούλιο στη συνεδρίασή του.
Είναι μια ιστορική απόφαση αφού με την αδελφοποίηση και την διασύνδεση με τους Δήμους αυτούς θα υπάρξει ένα ευρύ πεδίο ανταλλαγής απόψεων, τεχνογνωσίας και υλοποίησης κοινών δράσεων σε σειρά πεδίων, όπως του πολιτισμού, αθλητισμού, κοινωνικής αλληλεγγύης, τουρισμού κ.ά.
Είναι μια ιστορική απόφαση αφού με την αδελφοποίηση και την διασύνδεση με τους Δήμους αυτούς θα υπάρξει ένα ευρύ πεδίο ανταλλαγής απόψεων, τεχνογνωσίας και υλοποίησης κοινών δράσεων σε σειρά πεδίων, όπως του πολιτισμού, αθλητισμού, κοινωνικής αλληλεγγύης, τουρισμού κ.ά.
| Ο εισηγητής των αδελφοποιήσεων Κ.Αντωνόπουλος |
Σάββατο 13 Μαΐου 2017
Ὁ ὑπερασπιστὴς τοῦ Γένους, Μακρυγιάννης ὡς σημερινὸ πρότυπο
Γράφει ὁ Γεώργιος Κ. Ἔξαρχος
Ἄν ποτὲ τοῦτος ὁ δύσμοιρος τόπος ἀναδείξει πέντε-δέκα νεοέλληνες, σίγουρα ὁ Μακρυγιάννης θὰ καταταχθεῖ ἀνάμεσά τους. Ὁ ρουμελιώτης στρατηγὸς ἀποτελεῖ τὴν ἐνσάρκωση τοῦ ρωμηοῦ σὲ τοῦτον τὸν τόπο. Πρόκειται γιὰ μία ἀπὸ τὶς ἁγνότερες καὶ ἠρωικότερες μορφὲς ποὺ συνετέλεσαν στὸ «θαῦμα» τοῦ ΄21, προσωπικότητα ἀνιδιοτελῆ, ἑλληνορθόδοξη, μὲ ἔκδηλη τὴν λαικὴ εὐλάβεια. Ὅλα αὐτὰ δὲν θὰ μᾶς ἦταν γνωστά, ἂν ὁ γενναῖος στρατηγὸς δὲν συνέγραφε τὸ ἐκπληκτικὸ κείμενο τῶν Ἀπομνημονευμάτων του. Σὲ αὐτὸ τὸ ἔργο ὁ Μακρυγιαννης σημειώνει ἀναμνήσεις καὶ κρίσεις ἀπὸ τὰ χρόνια τῆς Ἐπανάστασης ἕως τὸ ἔτος 1851. Τὸ ἔργο αὐτὸ ὁ ἀγωνιστὴς τὸ φύλαγε σὲ χειρόγραφες σημειώσεις στὸν κῆπο τοῦ σπιτιοῦ του.
Ὁ Γ. Βλαχογιάννης τὸ 1904 ἐξέδωσε, ἀφοῦ βεβαίως πρῶτα μετέγραψε τὸ ἔργο τοῦ Στρατηγοῦ. Ὡστόσο τὸ ἔργο αὐτὸ θὰ ἔμενε περαιτέρω στὴν ἀφάνεια ἂν ὁ Γ. Σεφερης τὸ 1943 δὲν διέγειρε μέσα ἀπὸ ἄρθρα καὶ ἐργασίες του τὸ ἐνδιαφέρον ὄχι μόνο μεγάλου κύκλου διαννοουμένων ἀλλὰ καὶ τοῦ εὐρυτέρου κοινοῦ γιὰ τὸν Μακρυγιαννη. Ὁ νομπελίστας μας ποιητὴς γράφει: «τὸ Α καὶ τὸ Ω στὴν ζωὴ μου εἶναι ὁ Μακρυγιάννης…». Ὁ Σεφέρης λοιπόν, τολμᾶ.... νὰ ταυτίσει τὸν Στρατηγὸ μὲ τοὺς ἀρχαίους ἕλληνες συγγραφεῖς, καὶ θεωρεῖ πὼς τὰ Ἀπομνημονεύματα εἶναι μαζὶ μὲ τὸν Παπαδιαμάντη τὸ μεγαλύτερο κατόρθωμα τοῦ πεζοῦ λόγου στὴν νέα ἑλληνική. Ὁ Κ Ζουράρις ὑποστηρίζει «…ἐὰν τὸ γραπτό του εἶχε γραφῆ σὲ μία ἐποχὴ ὁπού ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ ἡ ἑλληνικὴ γραμματεία θὰ εἶχαν τὴν ἴδια καθολικότητα ἢ οἰκουμενικότητα μὲ τὴν ἐποχὴ τῆς κλασσικῆς Ἑλλάδας, τότε ὁ Μακρυγιάννης θὰ ἐβάραινε τὸ ἴδιο –ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς ἐπιστημονικῆς ἐγκυρότητας καὶ τῆς διαμορφώσεως τῶν σχημάτων τῆς πολιτικης– μὲ τὸν παγκόσμιο Θουκυδιδη1.»Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017
Η Επανάσταση του 1821 στη Φωκίδα
Αγωνιστές καταγόμενοι απο τα χώματα της, σήκωσαν το λάβαρο της επανάστασης και θυσιάστηκαν για την πολυπόθητη ελευθερία. Δεν θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε την ιστορική διήγηση των γεγονότων χωρίς την αναφορά μας στον Επίσκοπο των Σαλώνων, Ησαία τον κληρικό ο οποίος συμμετείχε στην Φιλική εταιρεία, πέταξε τα άμφια αγωνιζόμενος για την ελευθερία και έπεσε ηρωικά μαχόμενος γι αυτή. Η ελληνική επανάσταση κυρήχθηκε στη Ρούμελη στις 24 Μαρτίου 1821 και ο Ησαίας ευλογησε τα όπλα των Ανδρών του αγωνιστή Πανουργιά στο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία. Η Φωκίδα, υπο τις εντολές των οπλαρχηγών της οργανώθηκε άμεσα απο την αυγή της επανάστασης καθώς η γεωγραφική θέση που κατείχε αποτελούσε στρατηγικής σημασίας πέρασμα. Αναμεσα σε Ηπειρο και Πελοπόννησο, εμποδίζε την διάβαση του εχθρού χάρη στα στενά της Γραβιάς και της Δαυλίδας και των ορών Παρνασσού, Γκιώνας και Βαρδουσίων. Την επομένη της κηρυξης της, η επανάσταση ξεκίνησε στην Λιβαδειά .Στις 27 Μαρτίου τα Σάλωνα βρέθηκαν σε κατάσταση πολιορκίας απο τα παλικαρια. Στις 10 Απριλίου ανήμερα της Κυριακής του Πάσχα έληξε η πολιορκία του κάστρου των Σαλώνων και οι Τούρκοι παραδόθηκαν στη δύναμη του Πανουργιά. Στην μάχη της Αλαμάνας στις 23 Απριλίου 1821 ο Ησαίας πολέμησε κρατώντας τον σταυρό εναντιον των στρατευμάτων του Ομέρ Βρυώνη όπου και επεσε ηρωικά.
Τρίτη 24 Μαΐου 2016
Γιώργος Σεφέρης: Ένας Έλληνας - ο Μακρυγιάννης
Αν ο Μακρυγιάννης μάθαινε γράμματα την εποχή εκείνη, πολύ φοβούμαι πως θα έπρεπε να απαρνηθεί τον εαυτό του, γιατί την παιδεία την κρατούσαν στα χέρια τους οι «τροπαιούχοι του άδειου λόγου», καθώς είπε ο ποιητής, που δεν έλειψαν ακόμη.
Δεν επαινώ τον Μακρυγιάννη γιατί δεν έμαθε γράμματα, αλλά δοξάζω τον πανάγαθο Θεό που δεν του έδωσε τα μέσα να τα μάθει. Γιατί αν είχε πάει σε δάσκαλο, θα είχαμε ίσως πολλές φορές τον όγκο των Απομνημονευμάτων σε μια γλώσσα, όλο κουδουνίσματα και κορδακισμούς θα είχαμε ίσως περισσότερες πληροφορίες για τα ιστορικά των χρόνων εκείνων, θα είχαμε ίσως ένα Σούτσο της πεζογραφίας, αλλά αυτή την αστέρευτη πηγή ζωής, που είναι το βιβλίο του Μακρυγιάννη, δε θα την είχαμε. Και θα ήταν μεγάλο κρίμα.
Γιατί έτσι όπως μας φανερώνεται ο Μακρυγιάννης, βλέπουμε ολοκάθαρα πως αν και αγράμματος, δεν ήταν διόλου ένας ορεσίβιος ακαλλιέργητος βάρβαρος. Ήταν ακριβώς το εναντίον: ήταν μια από τις πιο μορφωμένες ψυχές του ελληνισμού. Και η μόρφωση, η παιδεία που δηλώνει ο Μακρυγιάννης, δεν είναι κάτι ξέχωρο ή αποσπασματικά δικό του, είναι το κοινό χτήμα, η ψυχική περιουσία μιας φυλής, παραδομένη για αιώνες και χιλιετίες, από γενιά σε γενιά, από ευαισθησία σε ευαισθησία κατατρεγμένη και πάντα ζωντανή, αγνοημένη και πάντα παρούσα -είναι το κοινό χτήμα της μεγάλης λαϊκής παράδοσης του Γένους.
Είναι η υπόσταση, ακριβώς, αυτού του πολιτισμού, αυτής της διαμορφωμένης ενέργειας, που έπλασε τους ανθρώπους και το λαό που αποφάσισε να ζήσει ελεύθερος ή να πεθάνει στα ’21. Γι’ αυτό η λαϊκή μας παράδοση είναι τόσο σπουδαία.
Δεν επαινώ τον Μακρυγιάννη γιατί δεν έμαθε γράμματα, αλλά δοξάζω τον πανάγαθο Θεό που δεν του έδωσε τα μέσα να τα μάθει. Γιατί αν είχε πάει σε δάσκαλο, θα είχαμε ίσως πολλές φορές τον όγκο των Απομνημονευμάτων σε μια γλώσσα, όλο κουδουνίσματα και κορδακισμούς θα είχαμε ίσως περισσότερες πληροφορίες για τα ιστορικά των χρόνων εκείνων, θα είχαμε ίσως ένα Σούτσο της πεζογραφίας, αλλά αυτή την αστέρευτη πηγή ζωής, που είναι το βιβλίο του Μακρυγιάννη, δε θα την είχαμε. Και θα ήταν μεγάλο κρίμα.
Γιατί έτσι όπως μας φανερώνεται ο Μακρυγιάννης, βλέπουμε ολοκάθαρα πως αν και αγράμματος, δεν ήταν διόλου ένας ορεσίβιος ακαλλιέργητος βάρβαρος. Ήταν ακριβώς το εναντίον: ήταν μια από τις πιο μορφωμένες ψυχές του ελληνισμού. Και η μόρφωση, η παιδεία που δηλώνει ο Μακρυγιάννης, δεν είναι κάτι ξέχωρο ή αποσπασματικά δικό του, είναι το κοινό χτήμα, η ψυχική περιουσία μιας φυλής, παραδομένη για αιώνες και χιλιετίες, από γενιά σε γενιά, από ευαισθησία σε ευαισθησία κατατρεγμένη και πάντα ζωντανή, αγνοημένη και πάντα παρούσα -είναι το κοινό χτήμα της μεγάλης λαϊκής παράδοσης του Γένους.
Είναι η υπόσταση, ακριβώς, αυτού του πολιτισμού, αυτής της διαμορφωμένης ενέργειας, που έπλασε τους ανθρώπους και το λαό που αποφάσισε να ζήσει ελεύθερος ή να πεθάνει στα ’21. Γι’ αυτό η λαϊκή μας παράδοση είναι τόσο σπουδαία.
Ένας Έλληνας - ο Μακρυγιάννης
Γιώργος Σεφέρης
Γιώργος Σεφέρης
Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2015
Τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη στο θέατρο Προσκήνιο
ΕΝΩΣΗ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΦΩΚΙΔΑΣ: Τα «Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη» είναι μια παράσταση που πρέπει να δουν όλοι οι Έλληνες!
"... Ἀπὸ ὅλα αὐτά, καϊμένη πατρίδα, δὲν θὰ σωθοῦνε τὰ δεινάσου, ὅτι σιδερώνουν τὴν ἀρετὴ ἐκεῖνοι ὁποῦ σὲ κυβερνοῦσαν καὶ σὲ κυβερνοῦν, καὶ τώρα κατατρέχουν τὸ δίκαιον καὶ τὴν ἀλήθειαν καὶ μὲ ψέματα θέλουν καὶ μὲ σπιγούνους νὰ σὲλευτερώσουνε, μήτε τώρα εἶσαι καλά, μήτε διὰ τὰ μέλλοντά σου, μὲ τοὺς ἀνθρώπους ὁποῦ σὲ τριγυρίζουν, πολιτικούς καὶ σπιγούνους..."
"... Ἀπὸ ὅλα αὐτά, καϊμένη πατρίδα, δὲν θὰ σωθοῦνε τὰ δεινάσου, ὅτι σιδερώνουν τὴν ἀρετὴ ἐκεῖνοι ὁποῦ σὲ κυβερνοῦσαν καὶ σὲ κυβερνοῦν, καὶ τώρα κατατρέχουν τὸ δίκαιον καὶ τὴν ἀλήθειαν καὶ μὲ ψέματα θέλουν καὶ μὲ σπιγούνους νὰ σὲλευτερώσουνε, μήτε τώρα εἶσαι καλά, μήτε διὰ τὰ μέλλοντά σου, μὲ τοὺς ἀνθρώπους ὁποῦ σὲ τριγυρίζουν, πολιτικούς καὶ σπιγούνους..."
Από τα Απομνημονεύματα του Στρατηγού Γιάννη Μακρυγιάννη
Με αφορμή τα 150 χρόνια από το θάνατό του Γιάννη Μακρυγιάννη, ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Θανάσης Σαράντος θα παρουσιάσει στο θέατρο “Προσκήνιο” την παράσταση που ανέβηκε με ιδιαίτερη επιτυχία στο Θέατρο Απόλλων στην Πάτρα, στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης στην Αθήνα και τον περασμένο Αύγουστο στη γενέτειρα του ήρωα, στο Κροκύλειο Δωρίδος.
Μέσα σε ένα χωμάτινο αλωνάκι και συνοδεία λύρας και ταμπουρά, θα ακουστεί ο λόγος του Μακρυγιάννη, για πρώτη φορά σε θεατρική μορφή, έτσι όπως ο Θανάσης Σαράντος εμπνεύστηκε, σκηνοθέτησε και παρουσιάζει τα «Στρατηγού Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα» στο πλαίσιο του 1ου Φεστιβάλ Βαλίτσας/Athens Suitcase Festival, που θα λάβει χώρα στο Θέατρο Προσκήνιο, Στουρνάρη και Καπνοκοπτηρίου 8, Πολυτεχνείο, τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου και ώρα 21.00.
«Εγώ την αλήθεια θα την ειπώ γυμνή», έλεγε ο Μακρυγιάννης, ήρωας του σπαθιού και της πένας, που έδωσε συγκλονιστικό μάθημα ιστορίας με την "απελέκητη γραφή" του. Δείγμα της δημώδους γλώσσας στη νεοελληνική γραμματεία, τα «Απομνημονεύματα», είναι η συγκλονιστική αλήθεια της ζωής του ίδιου του ήρωα, που θα θελήσει να την ιστορήσει πάνω στο χαρτί. Με τα ελάχιστα κολλυβογράμματα που ξέρει, νιώθει επιτακτική την ανάγκη να μεταδώσει το ζωντανό κομμάτι της Ιστορίας στις γενιές που έρχονται.
Σημείωμα σκηνοθέτη Θανάση Σαράντου «Καταπέλτης ο λόγος του Μακρυγιάννη για τη σύγχρονη διανοουμενίστικη "ελίτ" που ανερυθρίαστα βαφτίζει "παρωχημένες εμμονές" τα όσια και τα ιερά του. Που, μεθυσμένη από τα υποσχόμενα κέρδη του εθνικού ξεπουλήματος, απαξιώνει την αγάπη και την αγωνία του σημερινού Έλληνα για το τι θα απογίνουν όλα αυτά, που "γι' αυτά πολεμήσαμε". Καταπέλτης και για την αδικία που βλέπει να γίνεται σ' όλους τους παλιούς ήρωες, τους επιζήσαντες του Αγώνα -μαζί και στον ίδιο- από το νέο κράτος της βαυαροκρατούμενης, πλέον, Ελλάδας. Με μένος απέναντι στους δουλοπρεπείς Έλληνες πολιτικούς της εποχής του, που ξεπουλάνε όσα κέρδισαν με αίμα οι παλιοί αγωνιστές. Έζησε την άκρα αχαριστία και είχε τέλος πικρό, με τα μόνα παράσημα που θα του απονείμει η αγαπημένη του πατρίδα να είναι μια καταδίκη "εις θάνατον" και μερικές αγιάτρευτες πληγές, που θα τον στείλουν στον τάφο στα 67 του χρόνια. Ο αγράμματος γιος βοσκών της Ρούμελης δίνει ένα συγκλονιστικό μάθημα ιστορίας». "Ο διαχρονικός λόγος ενός μεγάλου Έλληνα ακούγεται επίκαιρος όσο ποτέ σήμερα".
Σκηνοθεσία-διασκευή-ερμηνεία-φωτισμοί: Θανάσης Σαράντος
Μουσική σύνθεση: Τζιχάν Τούρκογλου
Μουσικός επί σκηνής: Στέλιος Βαρβέρης (πολίτικη λύρα, ούτι, σάζι, μπουζούκι, γιαλί ταμπούρ)
Σκηνική επιμέλεια: Σάββας Σουρμελίδης
Επεξεργασία video με τις εικόνες μαχών του Παναγιώτη Ζωγράφου: Γιώργος Φουκαράκης
Φωτογραφίες: Ορφέας Εμιρζάς
«Εγώ την αλήθεια θα την ειπώ γυμνή», έλεγε ο Μακρυγιάννης, ήρωας του σπαθιού και της πένας, που έδωσε συγκλονιστικό μάθημα ιστορίας με την "απελέκητη γραφή" του. Δείγμα της δημώδους γλώσσας στη νεοελληνική γραμματεία, τα «Απομνημονεύματα», είναι η συγκλονιστική αλήθεια της ζωής του ίδιου του ήρωα, που θα θελήσει να την ιστορήσει πάνω στο χαρτί. Με τα ελάχιστα κολλυβογράμματα που ξέρει, νιώθει επιτακτική την ανάγκη να μεταδώσει το ζωντανό κομμάτι της Ιστορίας στις γενιές που έρχονται.
Σημείωμα σκηνοθέτη Θανάση Σαράντου «Καταπέλτης ο λόγος του Μακρυγιάννη για τη σύγχρονη διανοουμενίστικη "ελίτ" που ανερυθρίαστα βαφτίζει "παρωχημένες εμμονές" τα όσια και τα ιερά του. Που, μεθυσμένη από τα υποσχόμενα κέρδη του εθνικού ξεπουλήματος, απαξιώνει την αγάπη και την αγωνία του σημερινού Έλληνα για το τι θα απογίνουν όλα αυτά, που "γι' αυτά πολεμήσαμε". Καταπέλτης και για την αδικία που βλέπει να γίνεται σ' όλους τους παλιούς ήρωες, τους επιζήσαντες του Αγώνα -μαζί και στον ίδιο- από το νέο κράτος της βαυαροκρατούμενης, πλέον, Ελλάδας. Με μένος απέναντι στους δουλοπρεπείς Έλληνες πολιτικούς της εποχής του, που ξεπουλάνε όσα κέρδισαν με αίμα οι παλιοί αγωνιστές. Έζησε την άκρα αχαριστία και είχε τέλος πικρό, με τα μόνα παράσημα που θα του απονείμει η αγαπημένη του πατρίδα να είναι μια καταδίκη "εις θάνατον" και μερικές αγιάτρευτες πληγές, που θα τον στείλουν στον τάφο στα 67 του χρόνια. Ο αγράμματος γιος βοσκών της Ρούμελης δίνει ένα συγκλονιστικό μάθημα ιστορίας». "Ο διαχρονικός λόγος ενός μεγάλου Έλληνα ακούγεται επίκαιρος όσο ποτέ σήμερα".
Σκηνοθεσία-διασκευή-ερμηνεία-φωτισμοί: Θανάσης Σαράντος
Μουσική σύνθεση: Τζιχάν Τούρκογλου
Μουσικός επί σκηνής: Στέλιος Βαρβέρης (πολίτικη λύρα, ούτι, σάζι, μπουζούκι, γιαλί ταμπούρ)
Σκηνική επιμέλεια: Σάββας Σουρμελίδης
Επεξεργασία video με τις εικόνες μαχών του Παναγιώτη Ζωγράφου: Γιώργος Φουκαράκης
Φωτογραφίες: Ορφέας Εμιρζάς
1ο Φεστιβάλ Βαλίτσας/Athens Suitcase Festival,
Θέατρο Προσκήνιο (Στουρνάρη και Καπνοκοπτηρίου 8, Πολυτεχνείο | τηλ. 210 8211855)
Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015 Ώρα έναρξης: 21.00
Διάρκεια: 70΄ Είσοδος: 12 ευρώ
Υπό την αιγίδα του Δήμου Δωρίδος και την υποστήριξη του Συλλόγου Ιστορικών Μελετών Ιερού Αγώνα εις Στερεά Ελλάδα και του Συλλόγου Κροκυλιωτών «Ο Μακρυγιάννης».
Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015
Ο στρατηγός Μακρυγιάννης πρότυπο πατριώτη και αγωνιστή
Με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου, δημοσιεύουμε την ομιλία της Μαρίας Μαντούβαλου, δ.
Αναπληρώτριας Καθηγήτριας της Φιλοσοφικής Σχολής του
Πανεπιστημίου Αθηνώνπου έγινε στην πρόσφατη εκδήλωση της Δωρικής Αδελφότητας στο Πολεμικό Μουσείο με θέμα «Ο στρατηγός Μακρυγιάννης πρότυπο
πατριώτη και αγωνιστή»:
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

















